Όταν σου έρθει στο νου μια φαντασία ηδονής, πρόσεχε να μη σε παρασύρει αμέσως. κάνε μια μικρή αναβολή και θυμήσου το θάνατο και ότι καλύτερο είναι να έχεις τη συνείδηση ότι νίκησες αυτή την ψεύτικη ηδονή.
Όταν σου έρθει στο νου μια φαντασία ηδονής, πρόσεχε να μη σε παρασύρει αμέσως. κάνε μια μικρή αναβολή και θυμήσου το θάνατο και ότι καλύτερο είναι να έχεις τη συνείδηση ότι νίκησες αυτή την ψεύτικη ηδονή.
Για εκείνους που τολμούν με ασέβεια να λένε έμψυχα τα φυτά και τα λάχανα, γράφω το παρόν κεφάλαιο, για τους απλούστερους προς πληροφορία τους. Τα φυτά έχουν ζωή φυσική, αλλά δεν έχουν ψυχή. Λογικό ζώο λέγεται ο άνθρωπος, γιατί έχει νου και μπορεί να δεχτεί την επιστήμη και τη γνώση. Τα άλλα ζώα, όσα ζουν στη γη ή στον αέρα, έχουν φωνή, γιατί αναπνέουν, και έχουν ζωή. Και όλα όσα μεγαλώνουν, πεθαίνουν. είναι ζώα, επειδή ζουν και μεγαλώνουν, αλλά ψυχή δεν έχουν. Τέσσερα είδη ζώων υπάρχουν. Άλλα από αυτά είναι αθάνατα και έμψυχα, όπως οι Άγγελοι. Άλλα έχουν νου και ψυχή και πνοή, όπως οι άνθρωποι. Άλλα έχουν πνοή και ψυχή, όπως τα ζώα. Άλλα έχουν μόνο ζωή, όπως τα φυτά. Και η ζωή προκειμένου για φυτά νοείται χωρίς ψυχή και πνοή και νου και αθανασία. Ενώ όλα τα άλλα χωρίς ζωή δεν μπορούν να υπάρξουν. Κάθε ψυχή ανθρώπου κινείται αδιάκοπα από τόπο σε τόπο.
Στεφάνι αθανασίας και αρετή και σωτηρία του ανθρώπου είναι να υποφέρει με χαρά και ευχαριστία τις συμφορές που του τυχαίνουν. Το να κυριαρχεί στο θυμό, τη γλώσσα, την κοιλιά και να απέχει από ηδονές, αυτά γίνονται μεγάλη βοήθεια στην ψυχή.
Ο Θεός είναι αγαθός και απαθής και αμετάβλητος. Αν κανείς αυτό το θεωρεί εύλογο και αληθές, απορεί όμως πως ο Θεός για τους αγαθούς χαίρεται ενώ τους κακούς τους αποστρέφεται, και εναντίον εκείνων που αμαρτάνουν οργίζεται, ενώ όταν υπηρετείται και λατρεύεται γίνεται ευμενής, πρέπει να του πούμε ότι ο Θεός ούτε χαίρεται ούτε οργίζεται. γιατί η λύπη και η χαρά είναι πάθη. ούτε με δώρα κολακεύεται, γιατί αυτό θα σήμαινε ότι νικιέται από την ηδονή. Δεν πρέπει να κρίνομε τον Θεό με ανθρώπινα κριτήρια. Εκείνος είναι αγαθός και ωφελεί μόνο και ουδέποτε βλάπτει, αλλά είναι πάντοτε ο ίδιος απαθής. Ενώ εμείς εφόσον είμαστε αγαθοί ενωνόμαστε με τον Θεό. Κι όταν είμαστε κακοί χωριζόμαστε από Αυτόν, επειδή είμαστε ανόμοιοι. Όταν ζούμε με αρετή ακολουθούμε τον Θεό, όταν όμως γινόμαστε κακοί, κάνομε εχθρό μας Εκείνον που δεν οργίζεται χωρίς λόγο. γιατί τα αμαρτήματα δεν αφήνουν τον Θεό να μας φωτίζει εσωτερικά, αλλά μας ενώνουν με τιμωρούς δαίμονες. Αν με προσευχές και ελεημοσύνες κερδίζομε την άφεση των αμαρτιών μας, δεν κολακεύομε και δεν μεταβάλλομε το Θεό, αλλά με τα καλά έργα μας και την επιστροφή μας σ' Αυτόν γιατρεύομε την κακία μας και απολαμβάνομε πάλι την αγαθότητα του Θεού. Ώστε το να λέμε ότι ο Θεός αποστρέφεται τους κακούς είναι σαν να λέμε ότι ο ήλιος κρύβει το φως του από τους τυφλούς.

Αδελφοί, Χριστός Ετέχθη! Αληθώς Ετέχθη!

Στο
κείμενο αυτό αποδεικνύεται, βάσει του α΄ κεφαλαίου του Κατά Λουκάν
Ευαγγγελίου και της νομικής λατρείας της Παλαιάς Διαθήκης, ότι η Γέννηση
του Θεανθρώπου έγινε πράγματι στα τέλη Δεκεμβρίου και δεν υπήρξε η
ρύθμιση της ημερομηνίας αυτής προσπάθεια εναρμονίσεως με εορτή ηλιακού
θεού ή με το χειμερινό ηλιοστάσιο, όπως δέχονται συγκρητιστές
θρησκειολόγοι και πλανηθέντες Ορθόδοξοι.
Ἡ 25η Δεκεμβρίου ὡς ἡμέρα τῶν Χριστουγέννων
βάσει τῆς ἑρμηνείας τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου
*********
Εἰσαγωγή
Τά
τελευταῖα χρόνια ἀκούγεται ὅλο καί συχνότερα ἡ ἄποψη, ὅτι ἐπειδή ἡ
ἀκριβής ἡμέρα τῶν Χριστοῦ Γεννῶν μᾶς εἶναι ἄγνωστη ἡ Ἐκκλησία τοποθέτησε
τά Χριστούγεννα στή δῆθεν ἡμέρα εἰδωλολατρικοῦ ἑορτασμοῦ τοῦ «Ἀνικήτου Ἥλιου»
(τοῦ «θεοῦ» Sol Invictus), συμβολικῶς, γιά νά σημάνει ὅτι ὁ Χριστός
εἶναι ὁ Ἥλιος τῆς Δικαιοσύνης καί νά ἀντικαταστήσει τήν εἰδωλολατρική
ἑορτή ἐπικαλύπτοντάς την.
Ἀντιθέτως, ὅμως, σέ παλαιότερη ἱστορική μελέτη του ἱστοχώρου μας, ἀποδείχθηκε ὅτι «τόσο ὁ διαχωρισμός τῆς ἑορτῆς τῶν Χριστουγέννων ἀπό τήν ἑορτή τῶν Θεοφανείων, ὅσο καί ἡ ἐπιλογή τῆς 25ης Δεκεμβρίου ὡς ἡμέρας ἑορτασμοῦ, ἔγιναν γιά πραγματιστικούς ἐκκλησιαστικούς λόγους καί ὄχι γιά λόγους ἀντιγραφῆς ἤ ἀνταγωνισμοῦ παγανιστικῶν προτύπων»· ἀποδεικτικῶς, κατεγράφη ἡ ἱστορική διαδρομή καί οἱ μεταγενέστερες πηγές τοῦ ὅλου εἰσαγόμενου αὐτοῦ προβληματισμοῦ καί ἀποδείχθηκε ὅτι ἡ ἐκκλησιαστική καθιέρωση τῆς ἑορτῆς τῶν Χριστουγέννων τήν 25η Δεκεμβρίου (γιά πρώτη φορά στή Ρώμη, τό 336) προηγήθηκε αὐτῆς τοῦ «Ἡλίου», ἡ ὁποία καθιερώθηκε ἀπό τόν Ἰουλιανό περί τό 362 μ.Χ. τήν 25η Δεκεμβρίου, στή θέση τῆς παλαιότερης ἑορτῆς τῆς «γεννήσεως τοῦ Ἀνικήτου» (“Natal Invicti”), πού δέν ἦταν ὁ ἥλιος· αὐτή τοῦ Ἰουλιανοῦ ἦταν ἥσσονος σημασία ὡς πρός τίς ἄλλες ἡλιακές ἑορτές· ἔτσι, εἶναι πιθανότερο ὅτι ὁ Ἰουλιανός ὁ Παραβάτης προσπάθησε νά ἀντικαταστήσει τήν ἑορτή τῶν Χριστουγέννων μέ τή δική του ἑορτή τοῦ ἡλίου καί δέν ἔπραξε ἡ Ἐκκλησία τό ἀντίθετο. Τέλος, ἔγινε ἀναφορά στήν ἑρμηνεία τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, ὁ ὁποῖος μαρτυρεῖ ὅτι ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρώμης ἐγνώριζε χάρη στά ἀρχεῖα της, ὡς Πρωτεύούσας, τήν ἀκριβῆ ἡμερομηνία τῆς ἀπογραφῆς τοῦ Καίσαρος Αὐγούστου, ὅταν ἐγεννήθη ὁ Χριστός (Λουκ. 2, 1-7)· ὁ Χρυσορρήμων ἀναπτύσσει ἐπιπλέον ὡς τεκμήριο καί τά βιβλικά γεγονότα ἀπό τόν εὐαγγελισμό τοῦ Ζαχαρία μέχρι τή Γέννηση τοῦ Κυρίου [1].
Στό παρόν κείμενο, θά δώσουμε μία σύντομη περιγραφή ἀκριβῶς αὐτοῦ τοῦ βιβλικοῦ προσδιορισμοῦ τῆς Χριστοῦ Γεννήσεως, ἔχοντες ὡς ὁδηγό τόν Ἅγιο Ἰωάννη τόν Χρυσόστομο, τόν «λειμῶνα τῶν λόγων τῶν θεοπνεύστων Γραφῶν» [2].
Βιβλική ἐξέταση τοῦ θέματος
Τά γεγονότα τά ὁποῖα βιβλικῶς μᾶς καθοδηγοῦν στόν προσδιορισμό τῆς Γεννήσεως τοῦ Θεανθρώπου εἶναι τά ἑξῆς: