
ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ ΤΟ ΑΙΜΑ ΜΟΥ.
Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Κορμίστα ένας σημαντικός μουσουλμανικός πληθυσμός αποτελούμενος από περίπου 50 οικογένειες. Εξ αιτίας της εγκατάστασης αυτής οι Έλληνες κάτοικοι του χωριού προτίμησαν να χτίσουν νέα σπίτια προς το βουνό, στη θέση «Ραγιά», συνοικία που πήρε το όνομα της από το γεγονός ότι την κατοικούσαν αποκλειστικά «ραγιάδες», δηλαδή υπόδουλοι χριστιανοί. Στις 23 Αυγούστου 1507 οι Τούρκοι της Κορμίστας και των άλλων χωριών του βόρειου Παγγαίου, με τη συνδρομή βασιβουζούκων της Δράμας, επιτέθηκαν στην Εικοσιφοίνισσα και έσφαξαν τους 172 συνολικά μοναχούς της Μονής, επειδή απέτρεπαν τον εξισλαμισμό των ραγιάδων. Με την έναρξη του Μακεδονικού Αγώνα το χωριό μετατράπηκε σε φυτώριο εκκολαπτόμενων ανταρτών και κέντρο συγκέντρωσης οπλισμού. Αν και στα χωριά του Παγγαίου δεν υπήρχε σλαβόφωνος πληθυσμός, οι κομιτατζήδες επιχείρησαν να εγκατασταθούν στην περιοχή για να αποσπάσουν από τους ελληνόφωνους κατοίκους, με τη μέθοδο της τρομοκρατίας, δηλώσεις προσχώρησης στη Βουλγαρική Εξαρχία. Όμως οι Έλληνες κάτοικοι της περιοχής αντέδρασαν, καθοδηγούμενοι από τον Δεσπότη της Δράμας.

Μετά τη συνθήκη του Βουκουρεστίου, τον Αύγουστο του 1913, με την οποία τα σύνορα της Ελλάδας έφτασαν μέχρι το Νέστο, η Κορμίστα επίσημα αποτέλεσε τμήμα της ελληνικής επικρατείας. Όταν όμως στις 26 Μαΐου 1916, ο πρωθυπουργός Στέφανος Σκουλούδης παρέδωσε αμαχητί και «προσωρινά» το Ρούπελ στους Γερμανοβούλγαρους, άρχισε ο νέος Γολγοθάς της Ανατολικής Μακεδονίας που διήρκεσε μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1918.

















