Πολλοὶ ἄνδρες νομίζουν πως τὸ σπίτι κρατιέται μὲ φωνὴ, μὲ ἐπιβολή, μὲ λόγο βαρύ καὶ ἀντίρρηση καμιά. Μα ὁ ἄνδρας ποὺ ἔμαθε Χριστό, δὲν στέκεται μέσα στὴν οἰκογένεια σὰν ἄρχοντας σκληρός, ἀλλὰ σὰν φύλακας τρυφερός. Δὲν πατᾶ πάνω στὴ γυναίκα του γιὰ νὰ φανεῖ δυνατός· σκύβει κοντά της, γιὰ νὰ μὴν λυγίσει ἐκείνη μόνη.
Ὁ καλὸς σύζυγος δὲν σπρώχνει, ἀλλὰ ὁδηγεῖ. Δὲν πληγώνει, ἀλλὰ θεραπεύει. Δὲν ζητᾶ νὰ τὸν φοβοῦνται, ἀλλὰ νὰ τὸν ἐμπιστεύονται. Ἀκούει τὴ σύζυγό του ὄχι ὡς κατώτερη, ἀλλὰ ὡς ψυχὴ ποὺ τοῦ ἐμπιστεύθηκε ὁ Θεός. Προσεύχεται γι᾿ αὐτήν, σκεπάζει τὶς ἀδυναμίες της, βαστᾶ τὸ βάρος της, καὶ ὅταν χρειαστεῖ, σωπαίνει μὲ ἀγάπη, γιατὶ ξέρει πως δὲν εἶναι κάθε νίκη εὐλογημένη.
Καὶ τότε ἡ γυναίκα, ὅταν δει πλάι της ἕναν ἄνδρα ποὺ δὲν θέλει νὰ τὴν κυριεύσει, ἀλλὰ νὰ τὴν φυλάξει, ἀνοίγει τὴν καρδιά της. Γίνεται ἐκεῖνη ἡ βοηθὸς ποὺ δὲν μικραίνει τὸν ἄνδρα, ἀλλὰ τὸν συμπληρώνει. Γίνεται παρηγοριὰ στὸν κόπο του, φῶς στὴν ἀγωνία του, ἡσυχία στὸ σπίτι του.
Γιατὶ ὅπου ὁ ἄνδρας ἀγαπᾶ θυσιαστικά, ἡ γυναίκα δὲν μαραίνεται. Καὶ ὅπου ἡ γυναίκα νιώθει ἀσφάλεια, τὸ σπίτι δὲν γεμίζει φόβο, ἀλλὰ εἰρήνη. Ἐκεῖ δὲν κυβερνᾶ ὁ ἐγωισμός. Ἐκεῖ ἡ ἀγάπη γίνεται στέγη. Καὶ ἡ οἰκογένεια, μὲ ὅλες της τὶς δυσκολίες, μοιάζει λίγο μὲ παράδεισο πάνω στὴ γῆ.
Ὁ ἄνδρας ποὺ ἀγαπᾶ, δὲν διατάζει,σκεπάζει...
Ὁ
ἀληθινὸς ἄνδρας δὲν χρειάζεται νὰ φωνάζει γιὰ νὰ σταθεῖ. Στέκεται μὲ
ἀγάπη, μὲ θυσία, μὲ προσευχή. Καὶ ὅταν ἡ γυναίκα νιώθει πλάι της ὄχι
φόβο, ἀλλὰ σκέπη, τότε τὸ σπίτι παύει νὰ εἶναι τόπος συγκρούσεως καὶ
γίνεται μικρὸ καταφύγιο εἰρήνης. Ἐκεῖ ὁ Χριστὸς ἀναπαύεται.