Κυριακή 2 Αυγούστου 2026

Βόρειος Ήπειρος: 2 Αυγούστου 1943: Η Σφαγή της Γλύνας (Όταν το ΕΑΜ, συνεργαζόταν με τους Ιταλούς φασίστες και τους αλβανούς εθνικιστές για να εξοντώνει τα παλικάρια του ΜΑΒΗ) - Μαρτυρίες του Γιώργου Γκίκα


  • Ένα από τα μεγαλύτερα εγκλήματα κατά των Ελλήνων Βορειοηπειρωτών.
  • Οι μπαλίστες με τη βοήθεια των ιταλοφασίστων καταχτητών εκτελούν 27 άνδρες του χωριού.
  • Το χωριό είχε ανοιχτά τάσεις ενάντια στις τότε κομμουνιστικές ομάδες.
  • Πέπλο μυστηρίου σκεπάζει ακόμα μερικές πτυχές του εγκλήματος.
  • Σ’ αυτήν την τόσο μεγάλης σημασίας επέτειο θα πρέπει να έχουμε παλλαϊκή συμμετοχή και να επενθυμείται όχι μόνο την ημέρα αυτή.


Ο Γιώργος Γκίκας θυμάται
Στις αρχές Αυγούστου 1943 ο γερμανικός στρατός επέστρεφε από μία επιχείρηση που είχε κάνει στα εδάφη μας. 
Ήταν μέρα Σάββατο και ως την Κυριακή το απόγευμα επέστρεψαν στις βάσεις τους. Οι χωριανοί μου χαρούμενοι αλώνιζαν τα στάρια τους και σε κάθε αλώνι άκουγες χαρούμενες φωνές των παιδιών και τα τραγούδια των μεγάλων. Όλοι χαίρονταν για τη νέα σοδειά.
Δυστυχώς όμως μεγάλο κακό τους περίμενε. Οι Λιμποχοβινοί και Νεπραβιστιώτες με αρχηγούς τους Νάτζο Μπελέρι και Φεχμί Κούλα, ήταν έτοιμοι για το κακό κατά της Γλύνας.
Είχαν αποφασίσει να εγκληματίσουν εις βάρος αθώων ανθρώπων. Ίσως στο έγκλημα αυτό να βοήθησε και ο δήθεν αρχηγός της τσέτας, ο οποίος δρούσε στον τόπο μας ενώ την οικογένεια του την είχε ασφαλίσει στο Δελβινάκι της Ελλάδας.
Τον Ιούλιο μήνα οι ηγέτες της μειονότητας (σ.σ. του αλβανικού ΕΑΜ) είχαν κάνει μια πλατιά συγκέντρωση στην λυκοφωλιά την Νεπράβιστα. Πήραν την απόφαση να χτυπηθεί ο εθνικισμός (σ.σ. τα παλικάρια του ΜΑΒΗ). Οι χωριανοί μου εκείνη την περίοδο αρνήθηκαν να ενταχθούν με το αλβανικό ΕΑΜ, παρ’ όλες τις προσπάθειες του Λευτέρη Τάλλιου, του Α. Λάλαϊ και άλλων και πίστευαν ότι ήρθε καιρός να κερδίσουν την ελευθερία τους.

Η μνήμη των αμαρτιών γίνεται δρόμος επιστροφής.



Όταν ο άνθρωπος θυμηθεί τα πρώτα του παραστρατήματα και σταθεί με ειλικρίνεια απέναντι στη συνείδησή του, τότε αρχίζει μέσα του το αληθινό έργο της μετανοίας.
Δεν αναζητεί πλέον δικαιολογίες. Δεν κατηγορεί τους ανθρώπους, τις περιστάσεις ή τις δυσκολίες της ζωής του. Στρέφει το βλέμμα προς τα μέσα και λέγει ταπεινά:
«Εγώ απομακρύνθηκα από την οδό του Θεού. Εγώ πλήγωσα την ψυχή μου. Εγώ έχω ανάγκη από το έλεος και τη θεραπεία Του».
Αυτή η καταδίκη του εαυτού δεν είναι απόγνωση ούτε μίσος προς την ύπαρξή μας. Είναι αυτομεμψία· η γενναία παραδοχή της πτώσεώς μας ενώπιον του Θεού. Είναι το σημείο ότι η καρδιά έπαψε να υπερασπίζεται το σφάλμα της και άρχισε να ποθεί την επιστροφή.
Και τότε ο φιλάνθρωπος Θεός αναπαύει τον μετανοούντα άνθρωπο.
Όχι επειδή εκείνος βασάνισε τον εαυτό του, αλλά επειδή ταπεινώθηκε. Επειδή δέχθηκε εκούσια το πνευματικό επιτίμιο της συνειδήσεως, αναγνώρισε την παράβασή του και δεν περίμενε να τον καταδικάσουν οι άλλοι. Πρόλαβε τη μέλλουσα κρίση με την παρούσα μετάνοια και προσέφυγε στο έλεος του Θεού.
Η μνήμη των αμαρτιών, όταν συνοδεύεται από ελπίδα, γίνεται φάρμακο. Συντρίβει την υπερηφάνεια, γεννά δάκρυα, μαλακώνει την καρδιά και διδάσκει τον άνθρωπο να μην κατακρίνει κανέναν. Διότι όποιος γνωρίζει το βάθος των δικών του πληγών δεν σπεύδει να εξετάσει τις πληγές του αδελφού του.
Όσο περισσότερο βιάζει ο άνθρωπος τον εαυτό του να εγκαταλείψει τα πάθη, όσο αντιστέκεται στους εμπαθείς λογισμούς και όσο ταπεινώνεται ενώπιον του Θεού, τόσο περισσότερη θεία χάρη δέχεται.
Αυτή η βία δεν στρέφεται εναντίον του σώματος ή της ζωής του. Είναι η ευλογημένη αντίσταση προς τον παλαιό άνθρωπο. Είναι ο αγώνας να σιωπήσει όταν θέλει να κατακρίνει, να συγχωρήσει όταν πληγώνεται, να προσευχηθεί όταν ο νους διασκορπίζεται και να σηκωθεί πάλι όταν πέσει.
Ο Θεός τιμά αυτή την κρυφή προσπάθεια. Βλέπει κάθε μικρή νίκη που οι άνθρωποι αγνοούν. Ακούει τον στεναγμό που δεν έγινε λόγος και δέχεται το δάκρυ που έμεινε κρυμμένο στο ταμείο της καρδιάς.
Μην αφήσεις, λοιπόν, τη μνήμη των αμαρτιών σου να σε οδηγήσει στην απελπισία. Άφησέ την να σε οδηγήσει στα πόδια του Χριστού. Η απελπισία ψιθυρίζει ότι δεν υπάρχει επιστροφή. Η μετάνοια ομολογεί ότι, όσο υπάρχει αναπνοή, η θύρα του ελέους παραμένει ανοιχτή.
Καταδίκασε το αμάρτημα, όχι την ύπαρξή σου. Μίσησε την πτώση, όχι την ψυχή που δημιούργησε ο Θεός. Και όταν γονατίσεις με αλήθεια, να γνωρίζεις ότι ο Θεός δεν στέκεται απέναντί σου ως άσπλαχνος δικαστής, αλλά σε περιμένει ως Πατέρας.
Γιατί η αληθινή μετάνοια δεν τελειώνει στην ενοχή.
Τελειώνει στην αγκαλιά του Θεού.
«Ὅταν ὁ ἄνθρωπος θυμηθῇ τὶς πρῶτες του ἁμαρτίες καὶ καταδικάσῃ τὸν ἑαυτό του, τότε καὶ ὁ Θεὸς φροντίζει νὰ τὸν ἀναπαύσῃ».
Άγιος Ισαάκ ο Σύρος
Ἀσκητικά, Λόγος ΚΖ΄

Αγιος Συμεων ο Δια Χριστον Σαλος και Αγιος Ιωαννης 21 Ιουλίου

Eις τον Συμεών.
Ἔμφρων σὺ μωρός, ὃς βίον παίζων Πάτερ,
Ὄφιν φρόνιμον λανθάνεις τέλους ἄχρι.

Eις τον Iωάννην.
Ἔρημον εἵλου, ὦ Ἰωάννη μάκαρ,
Δι' ἧς ἔρημα εἰργάσω σαρκὸς πάθη.

Ψευδαέφρων περίφρων Συμεὼν θάνεν εἰκάδι πρώτῃ.

Οι όσιοι πατέρες Συμεών και Ιωάννης, καταγόταν από την Έδεσσα της Συρίας και έζησαν στα χρόνια του βασιλιά Ιουστίνου του νέου (περί το 518 μ.Χ.). Ήταν πολύ φίλοι και έτσι αποφάσισαν να πάνε μαζί στα Ιεροσόλυμα να προσκυνήσουν τούς Αγίους Τόπους.

Αφού προσκύνησαν πήγαν στην Μονή του Αγίου Γερασίμου και έγιναν μοναχοί, από τον όσιο Νίκωνα. Πριν συμπληρωθούν όμως επτά μέρες στο μοναστήρι, έφυγαν για την έρημο όπου διέμειναν μαζί επί σαράντα χρόνια, κάτω από σκληρή άσκηση.

Κατόπιν ο Συμεών επέστρεψε στα Ιεροσόλυμα και εξέφρασε την επιθυμία μέσω της προσευχής του, να παραμείνει άγνωστος. Πράγματι ο Θεός οικονόμησε έτσι τα πράγματα, που ο Συμεών προσποιούνταν τον χαζό. Κατά την διάρκεια της παραμονής του στην Έμεσα της Συρίας, επιτέλεσε πολλά θαύματα και ανεπαύθη εν Κυρίω φτωχός και ταλαιπωρημένος.

Αργότερα έφθασε εκεί και ο Ιωάννης, όπου έμαθε για τον θάνατο του Συμεών και μετά από λίγο καιρό κοιμήθηκε και ο ίδιος.

 

Σάββατο 1 Αυγούστου 2026

ΚΥΡΙΑΚΗ Θ' ΜΑΤΘΑΙΟΥ: - Ὁμιλία εἰς τό ''ὀλιγόπιστε! εἰς τί ἐδίστασας;'' (Ἀρχιεπισκόπου Ἀστραχάν καί Σταυρουπόλεως Νικηφόρου Θεοτόκη)


Ο κατά του Πέτρου έλεγχος, τον οποίον ηκούσαμε σήμερα στο Ιερόν Ευαγγέλιον, μας δίδει αφορμή να ερευνήσωμε με ακρίβεια τα περί της ολιγοπιστίας, η οποία ψυχραίνει τον πόθο της αρετής, και κατακρημνίζει εύκολα στα βάραθρα της αμαρτίας. 

Ο ολιγόπιστος διαφέρει από τον πιστό και από τον άπιστο, όπως το χλιαρό νερό από το θερμό και το ψυχρό. Το χλιαρό νερό έχει πυρ συσσωρευμένο μέσα του, αλλά λίγο, το θερμό έχει πολύ, το ψυχρό καθόλου. Ο ολιγόπιστος έχει πίστη, όμως ολίγη, ο πιστός πολλή, ο άπιστος καθόλου. Το χλιαρό νερό έχει δύναμη, όμως ολίγη, το θερμό έχει πολλή, το ψυχρό καθόλου. Ο ολιγόπιστος έχει ζήλον, όμως πολύ ολίγον, ο πιστός έχει πολύν, ο άπιστος καθόλου. Γι’ αυτό ο άπιστος, επειδή καθόλου δεν πιστεύει στον Θεό, χωρίς καμία συστολή περιφρονεί τις εντολές Του. Επειδή δεν έχει κανένα ζήλο, δεν λαμβάνει καμία φροντίδα για την κατόρθωση της αρετής, ο δε πιστός, επειδή και θερμώς πιστεύει και πολύν ζήλον έχει, δύσκολα παραβαίνει τις εντολές του Θεού, δύσκολα αμελεί της αρετής τα έργα. Ενώ ο ολιγόπιστος, επειδή διστάζει στα λόγια του Θεού και έχει ολίγον ζήλον, εύκολα περιφρονεί τους θείους νόμους, εύκολα απογυμνώνεται από το επουράνιον ένδυμα της αρετής. Αυτό μας διδάσκει ο λόγος, αυτό μας δεικνύουν τα πράγματα.


Η πίστις κηρύττει ότι ο Θεός, ως άπειρος, είναι πάντοτε πανταχού παρών και πληροί τα πάντα: «εάν αναβώ εις τον ουρανόν, Συ εκεί εί. Εάν καταβώ εις τον άδην, πάρει. Εάν αναλάβομαι τας πτέρυγάς μου κατ’ όρθρον και κατασκηνώσω εις τα έσχατα της θαλάσσης, και γαρ εκεί η χειρ σου οδηγήσει με, και καθέξει με η δεξιά σου». Ουδείς τόπος κατ’ ουδένα καιρόν, ούτε καν εν ριπή οφθαλμού, μένει στερημένος της παρουσίας του Θεού. Ο πιστός, ο οποίος το πιστεύει αυτό αδιστάκτως, βλέπει με τα όμματα της πίστεως τον Δεσπότην Σαβαώθ ιστάμενον πάντοτε ενώπιόν του. Όθεν είναι πολύ δύσκολο να τολμήσει εμπρός στο πρόσωπο του Θεού να πράξει την αμαρτία. Ποίος, ευρισκόμενος ενώπιον επιγείου βασιλέως, πράττει, δεν λέγω καν αμαρτίαν, αλλά και μικροτάτην ακόμα αταξίαν; Ουδείς. Ο Προφήτης Δαυίδ, ο οποίος είχε τη θερμότητα της πίστεως, έλεγε: «προωρώμην τον Κύριον ενώπιόν μου δια παντός, ότι εκ δεξιών μου εστίν, ίνα μη σαλευθώ». Για τον ίδιον λόγο, ο Πατριάρχης Ιωσήφ απέφυγε τη μοιχεία και εφύλαξε τη σωφροσύνη. Η ασελγής αιγυπτία τον επίεζε: «Κοιμήθητι μετ’ εμού» του έλεγε. Ο δε Ιωσήφ, πιστεύοντας αδιστάκτως ότι ο Θεός είναι ενώπιόν του, αντέκρουσε την πίεση λέγοντας: «Και πώς ποιήσω το ρήμα το πονηρόν τούτο, και αμαρτήσομαι ενώπιον του Θεού;».

Προφήτης Ηλίας ο Θεσβίτης(20 Ιουλίου) πατριο εορτολογιο



Μέσα στη χορεία των Προφητών της Παλαιάς Διαθήκης ξεχωριστή είναι η θέση του προφήτη Ηλία. Στην Καινή Διαθήκη το όνομα του προφήτη Ηλία αναφέρεται πολλές φορές από τον ίδιο τον Ιησού Χριστό. Ο Ζαχαρίας, ο πατέρας του Προδρόμου, είπε πως ο Ιωάννης θα ερχόταν «ἐν πνεύματι καὶ δυνάμει Ἠλίου» (Λουκ., κεφ. α, στ. 17), θα είχε δηλαδή τα γνωρίσματα και το ζήλο του προφήτη Ηλία, θα ήταν ο ίδιος ο προφήτης Ηλίας, όπως ο λαός τον περίμενε να ξανάρθει. Ο Ιησούς Χριστός, όταν έδωσε μαρτυρία για τον πρόδρομο Ιωάννη κι έπλεξε το εγκώμιο του, είπε πως αυτός ήταν ο Ηλίας «Αν θέλετε, να το παραλεχθείτε, αυτός είναι ο Ηλίας, που έμελλε να έλθει».

Το πιο σπουδαίο είναι ότι οι μαθητές επάνω στο βουνό, κατά τη θεία Μεταμόρφωση, είδαν τους δυο Προφήτες, τον Μωϋσή και τον Ηλία, να συνομιλούν με τον Ιησού Χριστό. Όλα αυτά φανερώνουν την ξεχωριστή θέση του προφήτη Ηλία ανάμεσα στους Προφήτες και μέσα στη συνείδηση του λαού. Ακόμα και στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού, ακούοντας τη διδασκαλία και βλέποντας τα θαύματά του, έβλεπαν τον προφήτη Ηλία, που είχε ξανάρθει. Ο Ιησούς Χριστός ρώτησε· «Τίνα με λέγουσιν οἱ ἄνθρωποι εἶναι;». Κι οι μαθητές είπαν’ «Ἰωάννην τὸν βαφτιστήν, ἄλλοι δὲ Ἠλίαν....».

Ο προφήτης Ηλίας έζησε τον 9 π.Χ. αιώνα και ήταν γιος του Σωβάκ και καταγόταν από τη Θέσβη (γι' αυτό και ονομάστηκε Θεσβίτης), το σημερινό El Istib, της περιοχής Γαλαάδ, και άνηκε στην φυλή του Ααρών. Όταν γεννήθηκε, ο πατέρας του είδε μία θεία οπτασία: Δύο άνδρες λευκοφορεμένοι τον ονόμαζαν Ηλία, τον σπαργάνωναν με φωτιά και του έδιναν φλόγα να φάει. Τότε ο πατέρας του, πήγε στα Ιεροσόλυμα και αφού περιέγραψε την οπτασία στους ιερείς, εκείνοι του είπαν ερμηνεύοντας την οπτασία, ότι ο γιος του θα γίνει προφήτης και θα κρίνει το Ισραήλ με δίκοπο μαχαίρι και φωτιά.

Ο Προφήτης Ηλίας άσκησε το προφητικό του χάρισμα επί 25 έτη στα χρόνια του βασιλέα Αχαάβ, που βασίλεψε στα 873 - 854 π.Χ. Ο Αχαάβ και μάλιστα η γυναίκα του Ιεζάβελ ήσαν άνθρωποι ασεβείς κι εναντίον τους ήταν ο πόλεμος του προφήτη Ηλία. Η Ιεζάβελ, που δεν ήταν ισραηλίτισσα και γινόταν αιτία να νοθεύεται η πίστη από ειδωλολατρικά έθιμα, αυτή λοιπόν κυνήγησε πολύ τον προφήτη Ηλία, γι’ αυτό κι εκείνος αναγκαζόταν διαρκώς να φεύγει και να κρύβεται. Η Ιεζάβελ κυνηγούσε τον προφήτη Ηλία όπως η Ηρωδιάδα τον Ιωάννη τον Πρόδρομο.

Πρώτο μεγάλο σημείο, που έδωσε ο προφήτης Ηλίας, ήταν που προσευχήθηκε και δεν έβρεξε για τριάμισι χρόνια. Σ’ αυτό το διάστημα ο Προφήτης κρυβόταν σε μια σπηλιά σ’ ένα χείμαρρο πέρ’ από τον Ιορδάνη. Εκεί υπήρχε λίγο νερό, κι ένας κόρακας του πήγαινε τροφή κάθε πρωί. Όταν στέρεψε το νερό, έφυγε ο Προφήτης και πήγε στα Σάρεπτα της Σιδωνίας· όλα αυτά με εντολή του Θεού. Εκεί φιλοξενήθηκε σε μια χήρα γυναίκα, που είχε λίγο αλεύρι και λίγο λάδι, κι όμως έτρωγαν όλο τον καιρό και δεν έλειψαν. Η χήρα γυναίκα είχε ένα παιδί κι έτυχε να αρρωστήσει και να πεθάνει. Τότε ο Προφήτης προσευχήθηκε κι ανάστησε το παιδί.

Δεύτερο μεγάλο σημείο, που έδειξε ο Προφήτης Ηλίας, ήταν που προσευχήθηκε κι ήλθε φωτιά από τον ουρανό. Με προσταγή του βασιλέα Αχαάβ, μαζεύτηκαν τετρακόσιοι ειδωλολάτρες ψευτοιερείς, που τους προστάτευε η Ιεζάβελ. Τότε ο προφήτης Ηλίας τους προκάλεσε σ’ ένα διαγωνισμό.

Παρασκευή 31 Ιουλίου 2026

Ἡ Ὁσία Μακρίνα (19 Ἰουλίου)





Ἡ Καισάρεια τῆς Καππαδοκίας δέ γαλούχησε 
μόνο ἐξέχουσες φυσιογνωμίες, οἱ ὁποῖες προσέφεραν ὑπηρεσίες στήν Ἐκκλησία καί στά γράμματα. Γαλούχησε καί μία μεγάλη ὁσιακή μορφή, ἡ ὁποία μάλιστα ὑπῆρξε ἡ πρωτοπόρος τοῦ γυναικείου κοινοβιακοῦ μοναχισμοῦ. Εἶναι ἡ ὁσία Μακρίνα ἡ ἀδελφή τριῶν ἁγίων ἱεραρχῶν Βασιλείου τοῦ Μεγάλου, Γρηγορίου Νύσσης καί Πέτρου Σεβαστείας καί ἑνός ἁγίου ἀσκητοῦ, τοῦ Ναυκρατίου.


Ἡ ὁσία Μακρίνα γεννήθηκε τό 327 μ.Χ. καί καταγόταν ἀπό ἀρχοντική γενεά. Ἦταν δέ ἡ πρωτότοκη κόρη τῆς πολυμελοῦς ἁγίας οἰκογένειας τοῦ ὀνομαστοῦ ρήτορα ἁγίου Βασιλείου τοῦ  Γέροντα καί τῆς εὐσεβέστατης καί φιλάνθρωπης Ἐμμέλειας. Οἱ εὐλογημένοι γονεῖς της ἀπέκτησαν δέκα παιδιά, ἀπό τά ὁποῖα ἐπέζησαν τά ἐννέα, τέσσερις γυιοί καί πέντε θυγατέρες. Ὁλόκληρη δέ ἡ οἰκογένεια καί ἡ ρίζα καί ὁ κορμός καί οἱ κλάδοι, εἶναι οἰκογένεια καί ἡ ρίζα καί ὁ κόρμος καί οἱ κλάδοι, εἶναι οἰκογένεια ἁγίων καί ἀποτελεῖ μοναδικό φαινόμενο στήν ἱστορία τοῦ χριστιανισμοῦ.
Ἡ ἁγία μητέρα της, ἡ ὁποία ἦταν κόρη μάρτυρος, ἔδωσε στή Μακρίνα σπάνια χριστιανική διαπαιδαγώγηση. Ἐκείνη ὅμως που στάλαξε στήν ἁπαλή παιδική ψυχή της τά νάματα τῆς πίστεως, ἦταν ἡ γιαγιά της Μακρίνα (+340 μ.Χ.), ἡ μητέρα τοῦ πατέρα της. Ἐκείνη ἔγινε γιά τήν ἐγγονή Μακρίνα ἡ "πρεσβυτέρα" γιά τήν ἀρετή της. Αὐτή καί ὁ σύζυγός της ὑπέμειναν καρτερικά τό διωγμό τοῦ Μαξιμίνου (305-313 μ.Χ.) ζώντας μέ κακουχίες στά βουνά τοῦ Πόντου γιά μιά ἑπταετία καί τρεφόμενοι θαυματουργικά μέ ἐλάφια. Ἡ σοφή γιαγιά, ἀσφαλῶς, θά διέβλεπε πώς ἡ μικρή Μακρίνα ἔμελλε ν’ ἀποβεῖ «σκεῦος ἐκλογῆς».
Πράγματι. Ἡ Μακρίνα, μέσα στό ἅγιο αὐτό οἰκογενειακό περιβάλλον, ὡς καλή καί εὐλογημένη γῆ καρποφόρησε πλούσια καί ἀναδείχθηκε ἀντάξιος βλαστός τῶν ὁμολογητῶν προγόνων της καί τῶν ἁγίων γονέων της. Προόδευσε μάλιστα γρήγορα στήν ἐκμάθηση τῶν πρώτων γραμμάτων. Κατόπιν διδάχθηκε ἀπό τή λόγια μητέρα της, τίς Ἅγιες Γραφές, ἔχοντας ὡς καθημερινό ἐντρύφημά της, τή Σοφία Σολομῶντος καί τούς ψαλμούς τοῦ Δαυΐδ.
Προικισμένη ἀπό τόν Θεό μέ τά μεγαλύτερα πνευματικά καί σωματικά χαρίσματα, ἰσχυρή διάνοια, ὀξυδέρκεια καί κυρίως σπάνιο καί ἐξαίσιο κάλλος, ἀκτινοβολοῦσε σάν ἕνα θαυμάσιο καλλιτέχνημα. Γιά τό λόγο αὐτό ἕνα μεγάλο πλῆθος εὐγενών νέων πολιορκοῦσε συνεχῶς τούς γονεῖς της, γιά νά τή νυμφευθοῦν. Ὁ πατέρας της συνετά σκεπτόμενος, τήν ἀρραβώνιασε, μόλις δωδεκάχρονη, μέ κάποιον νέον σώφρονα, πλούσιο καί ἐλεήμονα.
Οἱ βουλές ὅμως καί τά σχέδια τοῦ Θεοῦ ἀπέχουν πολύ ἀπό ἐκεῖνα τῶν ἀνθρώπων. Ἐνῶ ὅλοι ἀνέμεναν τήν ἐνηλικίωσή της γιά τήν τέλεση τῶν γάμων, ὁ μελλοντικός σύζυγός της προσβλήθηκε ξαφνικά ἀπό πυρετό καί ἀπεβίωσε. Ἡ νεαρή Μακρίνα «τετρωμένῃ τῷ θείῳ ἔρωτι» ἀπεφάσισε τότε ν’ ἀφιερώσει τή ζωή της στό Νυμφίο Ἰησοῦ Χριστό. Καί ἡ ἀπόφασή της ἦταν τόσο σταθερή, πού ξεπέρασε τήν ἡλικία της. Ὅταν δέ οἱ γονεῖς της ἐπέμεναν νά νυμφευθεῖ ἄλλον νέο ἐκείνη ἀπαντοῦσε ὅτι, ὁ μνηστήρας της ἦταν ζωντανός γιά τόν Θεό καί ὅτι ὁ θάνατός του, μέ τήν ἐλπίδα τῆς ἀναστάσεως, ἦταν προσωρινή ἀποδημία.

Πέμπτη 30 Ιουλίου 2026

Χωρὶς τὴν Ἱερωσύνη, ποιος θὰ μᾶς παραδώσει τὰ Μυστήρια τῆς ζωῆς;



Υπάρχουν άνθρωποι που λένε πως πιστεύουν στον Χριστό, αλλά δεν χρειάζονται την Εκκλησία. Πως αγαπούν τον Θεό, αλλά δεν χρειάζονται ιερέα, εξομολόγηση, Θεία Λειτουργία και Μυστήρια.
Όμως ο Χριστός δεν μας παρέδωσε μία πίστη μοναχική, πλασμένη σύμφωνα με το θέλημα και τη γνώμη του καθενός. Ίδρυσε την Εκκλησία Του, κάλεσε τους Αποστόλους, τους έδωσε εξουσία να συγχωρούν αμαρτίες και τους απέστειλε να βαπτίζουν όλα τα έθνη στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος.
«Ἐὰν μή τις γεννηθῇ ἐξ ὕδατος καὶ Πνεύματος, οὐ δύναται εἰσελθεῖν εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ» (Ἰω. 3,5).
Το Βάπτισμα δεν είναι μία ανθρώπινη τελετή. Είναι τάφος και ανάσταση μαζί με τον Χριστό. Εκεί πεθαίνει ο παλαιός άνθρωπος και γεννιέται ο νέος. Εκεί ενδυόμαστε τον Χριστό και γινόμαστε μέλη του αγίου Σώματός Του.
Και η Θεία Ευχαριστία δεν είναι ένα απλό σύμβολο ή μία ευσεβής ανάμνηση. Είναι το Σώμα και το Αίμα του Κυρίου, η τροφή της αθανασίας, το φάρμακο της αιωνίου ζωής.
«Ἐὰν μὴ φάγητε τὴν σάρκα τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου καὶ πίητε αὐτοῦ τὸ αἷμα, οὐκ ἔχετε ζωὴν ἐν ἑαυτοῖς» (Ἰω. 6,53).
Ποιος, λοιπόν, βαπτίζει; Ποιος στέκεται ενώπιον της Αγίας Τραπέζης; Ποιος επικαλείται τη χάρη του Αγίου Πνεύματος; Ποιος μας προσφέρει τα Τίμια Δώρα; Ποιος ακούει τη μετάνοιά μας και διαβάζει την ευχή της συγχωρήσεως;
Ο ιερέας δεν ενεργεί με δική του ανθρώπινη δύναμη. Είναι

ΑΓΙΟΥ ΜΑΡΤΥΡΟΣ ΑΙΜΙΛΙΑΝΟΥ (18 Ίουλίου)


Όταν ο Ιουλιανός ο Παραβάτης ανέλαβε την αυτοκρατορική εξουσία (361), περιφρονώντας ό,τι καλό είχε παραλάβει από τον άγιο Κωνσταντίνο τον Μέγα καθώς και από τη χριστιανική του παιδεία, ανέτρεψε τη δημόσια τάξη με την τυραννία του και καθύβρισε τον Θεό καταγινόμενος με όλα τα μέσα να επαναφέρει τη λατρεία των ειδώλων. Απέστειλε αξιωματούχους πιστούς στην υπόθεση του σε διάφορες επαρχίες για να εξαναγκάσουν το λαό να συμμορφωθεί. Ο Καπιτωλίνος, βικάριος της Θράκης, μετέβη για το σκοπό αυτό στο Δορόστολο (σημερινή Σιλίστρια της Βουλγαρίας), πρωτεύουσα της Σκυθίας. Μόλις εγκαταστάθηκε στο δικαστήριο απηύθυνε απειλές θανάτωσης όχι μόνο στους χριστιανούς, άλλα και σε εκείνους που θα απέφευγαν να τους καταγγείλουν. Οι παρευρισκόμενοι τρομοκρατημένοι φώναξαν ότι δεν υπήρχαν χριστιανοί στην πόλη τους και ότι όλοι οι κάτοικοι θυσίαζαν στους θεούς του αυτοκράτορα. Ικανοποιημένος και περιχαρής ο Καπιτωλίνος πήρε τότε μέρος σε μεγάλο συμπόσιο οργανωμένο προς τιμήν του.

Τετάρτη 29 Ιουλίου 2026

Η Χάρη αναπαύεται εκεί όπου σωπαίνει η υπερηφάνεια.


Εκεί όπου συντρίβεται το είδωλο του εαυτού
Πρόσεξε την καρδιά.
«Θυσία τῷ Θεῷ πνεῦμα συντετριμμένον· καρδίαν συντετριμμένην καὶ τεταπεινωμένην ὁ Θεὸς οὐκ ἐξουδενώσει».
Ψαλμός 50, 19,
Μπορεί να εισέρχεται στον ναό, να νηστεύει, να προσεύχεται, να ελεεί και να ομιλεί για τον Θεό, ενώ βαθιά μέσα της έχει στήσει έναν μικρό, αθέατο θρόνο για τον εαυτό της. Η υπερηφάνεια δεν εμφανίζεται πάντοτε με θόρυβο. Κάποτε φορεί το ένδυμα της ευσεβείας, κρύβεται πίσω από τα κατορθώματα και ψιθυρίζει στον άνθρωπο ότι έγινε καλύτερος από τους άλλους.
Τότε η αρετή παύει να είναι καρπός ευγνωμοσύνης και κινδυνεύει να γίνει αφορμή κενοδοξίας. Ο άνθρωπος αρχίζει να μετρά τις προσευχές του, να θυμάται τις θυσίες του, να συγκρίνει τον αγώνα του και να αναζητεί, έστω κρυφά, δικαίωση, αναγνώριση και έπαινο. Δεν βλέπει πλέον τη Χάρη που τον στήριξε· βλέπει μόνο τον εαυτό του που αγωνίστηκε.
Όμως η αληθινή πνευματική ζωή δεν αρχίζει όταν ο άνθρωπος θαυμάσει όσα κατόρθωσε. Αρχίζει όταν αντικρίσει, χωρίς δικαιολογίες, όσα ακόμη τον χωρίζουν από τον Χριστό.
Η ταπείνωση δεν είναι περιφρόνηση του ανθρώπου ούτε άρνηση των χαρισμάτων που του έδωσε ο Θεός. Είναι η αλήθεια της ψυχής ενώπιον του Δημιουργού της. Είναι να γνωρίζεις ότι κάθε καλό προέρχεται από Εκείνον, ότι χωρίς τη Χάρη Του δεν μπορείς να θεραπεύσεις ούτε ένα πάθος και ότι ακόμη και η προθυμία του αγώνα χρειάζεται τη δική Του ενίσχυση.
Μήπως αγαπούμε περισσότερο την εικόνα του ευσεβούς ανθρώπου παρά την ίδια τη μετάνοια;
Ο Φαρισαίος είχε έργα, αλλά τα μετέτρεψε σε καθρέπτη αυτοθαυμασμού. Ο Τελώνης δεν είχε να παρουσιάσει τίποτε· είχε μόνο μία συντετριμμένη καρδιά και μία κραυγή ελέους. Ο ένας απαρίθμησε τις αρετές του και έμεινε μόνος με αυτές. Ο άλλος ομολόγησε την αμαρτία του και συνάντησε τη φιλανθρωπία του Θεού.
Δεν μας σώζει ο κατάλογος των κατορθωμάτων μας. Μας σώζει ο Χριστός μέσα στην Εκκλησία Του, όταν εμείς επιστρέφουμε με πίστη, μετάνοια, ταπείνωση και αληθινό αγώνα. Η εξομολόγηση δεν είναι μία τυπική απαρίθμηση σφαλμάτων· είναι το άνοιγμα της πληγωμένης καρδιάς ενώπιον του Θεού, μέσα στο Μυστήριο της Εκκλησίας. Η προσευχή δεν είναι επίδειξη ευσεβείας· είναι κραυγή ανάγκης. Η Θεία Κοινωνία δεν είναι επιβράβευση των αναμαρτήτων· είναι Δώρο ζωής, στο οποίο προσερχόμαστε με μετάνοια, προετοιμασία, φόβο Θεού και την καθοδήγηση της Εκκλησίας.
Οι αρετές δεν είναι παράσημα που κρεμά ο άνθρωπος επάνω του. Είναι καρποί της ενεργού Χάριτος του Θεού μέσα σε μια καρδιά που αγωνίζεται, υπακούει, μετανοεί και δεν οικειοποιείται τα δώρα Του. Όταν η αρετή ζητεί χειροκρότημα, κινδυνεύει να χάσει το άρωμα της Χάριτος. Όταν όμως κρύβεται με ταπείνωση, γίνεται σιωπηλή ευλογία για όσους πλησιάζουν.
Στάσου για λίγο μπροστά στην ορθόδοξη εικόνα του Εσταυρωμένου. Εκεί σωπαίνουν οι συγκρίσεις. Εκεί δεν υπάρχει χώρος για αυτοδικαίωση. Εκεί αποκαλύπτεται ότι ο Υιός του Θεού ταπεινώθηκε για να θεραπεύσει τη δική μας υπερηφάνεια, υπέμεινε τον Σταυρό για να μας ελευθερώσει από την αμαρτία και ανέστη για να μας χαρίσει ζωή που δεν μπορεί να αποκτήσει ο άνθρωπος μόνος του.
Μη ζητείς, λοιπόν, από τον Θεό να σε κάνει σπουδαίο στα μάτια των ανθρώπων. Ζήτησέ Του να σου δείξει την κρυμμένη υπερηφάνεια, να σου χαρίσει συντριβή χωρίς απόγνωση, αυτογνωσία χωρίς απελπισία και μετάνοια που γεννά υπακοή, προσευχή και ειρήνη.
Πες Του ήσυχα:
«Κύριε Ιησού Χριστέ, μη με αφήσεις να θαυμάζω ό,τι καλό έδωσες Εσύ. Δείξε μου την ασθένειά μου, σκέπασε την αδυναμία μου και δίδαξέ με να αποδίδω σε Σένα κάθε αγαθό».
Διότι ο άνθρωπος δεν ανεβαίνει προς τον Θεό υψώνοντας τον εαυτό του· πέφτει μετανοημένος στα πόδια του Χριστού, και τότε τον σηκώνει η Χάρη.
Η Χάρη αναπαύεται εκεί όπου σωπαίνει η υπερηφάνεια.
Σπάσε την κρυφή υπερηφάνεια
Η συντριβή γεννά αρετές
Χωρίς Χριστό, δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε...
«Πᾶς ὁ ὑψῶν ἑαυτὸν ταπεινωθήσεται, ὁ δὲ ταπεινῶν ἑαυτὸν ὑψωθήσεται».
Κατά Λουκάν 18, 14.
Η ταπεινοφροσύνη δεν αποτελεί ανθρώπινο κατόρθωμα που προσφέρεται για αυτοθαυμασμό, αλλά βαθιά γνώση της προσωπικής ασθενείας και της απείρου ευσπλαχνίας του Θεού. Ο άνθρωπος δεν αποδίδει στον εαυτό του το καλό, δεν λησμονεί τις πτώσεις του και δεν μετρά την πνευματική του κατάσταση συγκρινόμενος με τους άλλους.
Ὅσιος Ἰωάννης ὁ Σιναΐτης, Κλίμαξ, Λόγος ΚΕ΄, Περὶ ταπεινοφροσύνης.

Το σπίτι δεν το κρατούν οι τοίχοι.



Χωρίς τον Χριστό, ένα σπίτι μπορεί να είναι γεμάτο από πράγματα και συγχρόνως άδειο από ειρήνη. Μπορεί να έχει γερά θεμέλια, όμορφα δωμάτια, ασφάλεια και άνεση, αλλά να μη βρίσκει ανάπαυση ούτε μία καρδιά μέσα του.
Οι άνθρωποι οικοδομούν το σπίτι με πέτρες, κόπο και χρήματα. Το σπιτικό, όμως, οικοδομείται με προσευχή, συγχώρηση, υπομονή και Χάρη Θεού.
«Ἐὰν μὴ Κύριος οἰκοδομήσῃ οἶκον, εἰς μάτην ἐκοπίασαν οἱ οἰκοδομοῦντες» — Ψαλμός 126, 1.
Ο ψαλμικός λόγος δεν ακυρώνει τον ανθρώπινο κόπο. Τον τοποθετεί στη σωστή του θέση. Ο άνθρωπος εργάζεται, φροντίζει, σχεδιάζει και αγωνίζεται, αλλά γνωρίζει ταπεινά ότι χωρίς την ευλογία του Θεού ο κόπος του δεν μπορεί να γεννήσει την αληθινή ειρήνη.
Η ευλογία δεν είναι μια όμορφη λέξη που λέγεται στα εγκαίνια και ύστερα ξεχνιέται. Δεν είναι φυλαχτό ούτε διακόσμηση. Είναι η ζωντανή παρουσία του Θεού μέσα στην καθημερινότητα· στο πρωινό σταύρωμα, στην κοινή προσευχή, στο «συγχώρεσέ με», στη σιωπή που σταματά έναν άδικο λόγο, στην ταπείνωση που δεν επιμένει να νικήσει τον άλλον.
Δεν αρκεί να υπάρχει μια ιερή εικόνα στον τοίχο, όταν η κατάκριση βρίσκεται στα χείλη. Δεν αρκεί να καίει το καντήλι, όταν μέσα στις καρδιές καίει ο θυμός. Δεν αρκεί να ζητούμε από τον Θεό να προστατεύει το σπίτι μας, όταν εμείς με τον εγωισμό μας πληγώνουμε εκείνους που μας εμπιστεύθηκε.
Ο γάμος δεν είναι απλώς μια ανθρώπινη συμφωνία συμβιώσεως. Είναι ιερό Μυστήριο, κοινός δρόμος προς τον Χριστό και καθημερινός αγώνας εναντίον του εγωισμού. Ο άνδρας καλείται να αγαπά με θυσιαστικό φρόνημα, κατά το παράδειγμα της αγάπης του Χριστού προς την Εκκλησία, και οι δύο σύζυγοι να μαθαίνουν να υποτάσσουν το προσωπικό τους θέλημα στο θέλημα του Θεού, με αμοιβαία τιμή, διάκριση και μετάνοια, κατά το νόημα της προς Εφεσίους Επιστολής 5, 21–33.
Τα στέφανα του Μυστηρίου δεν υπόσχονται έναν δρόμο χωρίς δοκιμασίες. Φανερώνουν έναν κοινό αγώνα, στον οποίο κανείς δεν σώζει μόνο τον εαυτό του και κανείς δεν εγκαταλείπει τον άλλον στην πρώτη θύελλα.
Κατά το πνεύμα του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, όταν υπάρχει

Η ΑΓΙΑ ΜΑΡΙΝΑ Η ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ(17 Ιουλίου)




Γέννηση και ανατροφή

Η παρθενομάρτυς Μαρίνα γεννήθηκε στη μικρή πόλη Αντιόχεια της Πισιδίας, γύρω στο έτος 270, όταν αυτοκράτορας ήταν ο Διοκλητιανός ή ο Κλαύδιος Καίσαρας. Οι γονείς της άνηκαν στην ανώτερη
τάξη της περιοχής της Πισιδίας, ο πατέρας ήταν διακεκριμένος και σεβαστός από τους εθνικούς ιερέας των ειδώλων, λεγόταν δε Αιδέσιος.
Αμέσως μετά τη γέννηση της Μαρίνας, έφυγε από την παρούσα ζωή η μητέρα της. Έτσι ο πατέρας αναγκάστηκε να αναθέσει την ανατροφή της θυγατέρας του σε μία άλλη γυναίκα.

Ασπάζεται την χριστιανική πίστη

Φαίνεται ότι η γυναίκα στην οποία ο Αιδέσιος είχε εμπιστευτεί την ανατροφή της κόρης του ήταν χριστιανή. Έτσι και η μικρή Μαρίνα γαλουχήθηκε νωρίς στη νέα πίστη του Χριστού. Και σε ηλικία 12 ετών
έλαβε το Βάπτισμα και συγκαταριθμήθηκε ως μέλος στην εκλεκτή ποίμνη του Κυρίου. Με αμείωτο ενδιαφέρον ποθούσε να μάθει καθετί πού είχε σχέση με τον Ιησού Χριστό. Κι όλα αυτά δημιούργησαν
μέσα της την ιερή επιθυμία να μαρτυρήσει, για το Σωτήρα και Λυτρωτή της, αν Εκείνος τη θεωρούσε ποτέ άξια για κάτι τέτοιο.
O πατέρας της Αιδέσιος όταν πληροφορήθηκε ότι ήταν χριστιανή, τυφλωμένος από το φανατισμό της ειδωλολατρικής θρησκείας του, μίσησε το ίδιο το σπλάχνο του και αποκλήρωσε τη μοναχοκόρη του.


Το άνομο σχέδιο του επάρχου

Μαρίνα είχε γίνει πλέον 15 ετών. Ο Θεός δεν την είχε προικίσει μόνο με πλούσια ψυχικά χαρίσματα, αλλά και με σωματικό κάλλος εντυπωσιακό. Ο έπαρχος όμως Ολύβριος θέλησε και προσπάθησε να την
πάρει για γυναίκα του επειδή ένιωσε μέσα του έρωτα γι’ αυτήν. Εκείνος, αντικρύζοντάς την, έμεινε και πάλι θαμπωμένος από το σωματικό της κάλλος και την εσωτερική λάμψη του προσώπου της. Χωρίς
καθυστέρηση λοιπόν της ανακοίνωσε ότι αποφάσισε να αναλάβει την προστασία της και σύντομα να την κάνει γυναίκα του.
Η νεαρή χριστιανή παρέμεινε σιωπηλή, ενώ μέσα της προσευχόταν θερμά, ζητώντας από τον Θεό να τη στηρίξει και να τη φωτίσει ώστε να φερθεί καθώς αρμόζει στις αφιερωμένες σ’ Εκείνον ψυχές.
Στην επιμονή του Ολυβρίου να λάβει απάντηση στην πρότασή του, εκείνη απάντησε πώς είναι αδύνατο να την αποδεχτεί. Η έκπληξη του επάρχου ήταν μεγάλη. Στην ερώτησή του γιατί ήταν αδύνατο,
έλαβε τη σεμνή αλλά γεμάτη αποφασιστικότητα και παρρησία απάντηση: Διότι είμαι χριστιανή! Και μόνο το άκουσμα της λέξης «χριστιανή» ήταν αρκετό να κάνει τον έπαρχο εκτός εαυτού.

Αρχίζουν τα μαρτύρια της Αγίας

Άγιος Αθηνογένης επίσκοπος Πηδαχθόης και οι Δέκα Μαθητές του 16 Ιουλίου


Ιερά Λείψανα: Απότμημα του Ιερού Λειψάνου του Αγίου Αθηνογένη βρίσκεται στη Λαύρα Αγίου Αλεξάνδρου Νέβσκι Αγίας Πετρουπόλεως.
Άγιοι που εορτάζουν: Αγιος Αθηνογενης Επισκοπος Πηδαχθοης (; - 311), Αγιος Ριγινος Μαθητης Του Αγιου Αθηνογενη (; - 311), Αγιος Μαξιμινος Μαθητης Του Αγιου Αθη
νογενη (; - 311), Αγιος Πατροφιλος Μαθητης Του Αγιου Αθηνογενη (; - 311), Αγιος Αθηνογενης Μαθητης Του Αγιου Αθηνογενη (; - 311), Αγιος Αντιοχος Μαθητης Του Αγιου Αθηνογενη (; - 311), Αγιος Αμμων Μαθητης Του Αγιου Αθηνογενη (; - 311), Αγιος Θεοφραστος Μαθητης Του Αγιου Αθηνογενη (; - 311), Αγιος Κλεονικος Μαθητης Του Αγιου Αθηνογενη (; - 311), Αγιος Πετρος Μαθητης Του Αγιου Αθηνογενη (; - 311), Αγιος Ησυχιος Μαθητης Του Αγιου Αθηνογενη (; - 311)

Πατρίδα του Αγίου Αθηνογένη ήταν η Σεβάστεια της Καππαδοκίας. Η μόρφωση του, η θερμή πίστη του, καθώς και η γενναία φιλανθρωπική του δράση, τον ανέδειξαν επίσκοπο Πηδαχθόης.
Σαν επίσκοπος, ήταν φωτεινό πνευματικό λυχνάρι για το ποίμνιο του. Μάλιστα τόσο πολύ ήθελε να συνεχιστεί το έργο του Ευαγγελίου, ώστε με ιδιαίτερη φροντίδα κατάρτισε ικανότατους βοηθούς του. Άλλα όταν έγινε ο διωγμός επί Διοκλητιανού, ο Αθηνογένης με δέκα μαθητές του, τον Ριγίνο, τον Μαξιμίνο, τον Πατρόφιλο, τον Αθηνογένη, τον Αντίοχο, τον Άμμων, τον Θεόφραστο, τον Κλεόνικο, τον Πέτρο και τον Ησύχιο, συνελήφθη από τον ηγεμόνα Φηλίμαρχο, και αφού όλοι ομολόγησαν το Χριστό αποκεφαλίσθηκαν.
Αξίζει δε να αναφέρουμε, ότι στον Αθηνογένη οφείλουμε το γνωστό κατανυκτικό εσπερινό ύμνο, «Φῶς ἱλαρὸν ἁγίας δόξης, ἀθανάτου Πατρός, οὐρανίου, ἁγίου, μάκαρος, Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλθόντες ἐπὶ τὴν ἡλίου δύσιν, ἰδόντες φῶς ἑσπερινόν, ὑμνοῦμεν Πατέρα Υἱὸν καὶ Ἅγιον Πνεῦμα, Θεόν. Ἄξιον σὲ ἐν πάσι καιροὶς ὑμνείσθαι φωναὶς αἰσίαις, Υἱὲ Θεοῦ, ζωὴν ὁ διδοὺς διὸ ὁ κόσμος σὲ δοξάζει». Που σημαίνει: Ιησού Χριστέ, συ που είσαι το χαρούμενο φως του Αθανάτου, Ουρανίου, Άγιου και μακαρίου Πατρός, αφού φθάσαμε στη δύση του ήλιου και είδαμε το εσπερινό φως, υμνούμε τον Πατέρα, τον Υιόν και το Άγιο Πνεύμα, δηλαδή τον Τριαδικό Θεό. Είναι άξιο να σε υμνούμε σε κάθε ώρα με μελωδικές φωνές, Υιέ του Θεού, εσύ που δίνεις ζωή. Γι' αυτό ο κόσμος σε δοξάζει.
Ἀπολυτίκιον (Κατέβασμα)
Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Χρῖσμα ἀγιόν, εἰσδεδεγμένος, Μάρτυς ἔνθεος, τοῦ Λόγου ὤφθης, Ἀθηνόγενες ἀθλήσας στερρότατα, καὶ ὡς θυσίαν αὐτῶ προσενήνοχας τῶν φοιτητῶν σου δεκάδα τὴν πάνσεπτον μεθ' ὧν πρέσβευε, δοθήναι τοὶς σὲ γεραίρουσι, πταισμάτων ἱλασμὸν καὶ μέγα ἔλεος.

Δευτέρα 27 Ιουλίου 2026

Οἱ Ἀγαρηνοί εἶδαν τό Ἅγιο Λείψανο τοῦ Ὁσιομάρτυρος Ἀγαθαγγέλου τοῦ Ἐσφιγμενίτου νά εἶναι καθιστό!


Ὁ ἔνδοξος νέος ὁσιομάρτυς τοῦ Χριστοῦ Ἀγαθάγγελος, το βλάστημα τῆς πόλεως Αἴνου καί καύχημα τῆς σεβασμίας Μονῆς τοῦ Ἐσφιγμένου, μαρτύρησε στη Σμύρνη λίγο πρίν ἀπό τήν Ἑλληνική Επανάσταση…

…Ἀπό τό πρωί σέ ὅλη τήν πόλη ἁπλώθηκε ἡ φήμη ὅτι τό δίχως ἄλλο σήμερα ἐπρόκειτο νά ἀποκεφαλίσουν τὸν Ἀγαθάγγελο μπροστά στο τζαμί τοῦ κάστρου. Γι’ αὐτό καί συναθροίστηκε ἐκεῖ ἕνα τόσο πλῆθος λαοῦ ἀπό κάθε ἐθνικότητα, ὥστε πολλοί ἀποροῦσαν γιά τόν τόσο μεγάλο ἀριθμό ἀνθρώπων. Ὅλοι ἀτενίζοντας στον Μάρτυρα ἔβλεπαν τόσο ὄμορφο τό πρόσωπό του, σάν νά ἔμοιαζε μέ πρόσωπο ἀγγέλου. Τόν εἶχαν στολισμένο σάν γαμπρό, φέρνοντάς τον στόν τόπο τῆς καταδίκης σάν σε οὐράνια παστάδα.

Ὅταν ἔφτασαν στόν τόπο τῆς καταδίκης, τοῦ ἔβγαλαν τὰ ροῦχα καί τόν πρόσταξαν να γονατίσει. Τότε πῆγε πάλι ὁ σιχαμερός πρώην κύριός του, ἔσκυψε καί τοῦ ψιθύρισε στ’ αὐτί του. Ὁ Μάρτυρας δέν στράφηκε κάν νά τόν κοιτάξει.

Ἔπειτα ἦρθε κοντά του κι ἕνας νομοδιδάσκαλος τῆς πλάνης τους καί σκύβοντας μπροστά του τοῦ ἔλεγε: «Λυπᾶμαι, παιδί μου, νά τούς ἀφήσω να σε θανατώσουν. Ἔλα μαζί μου νά σέ κρύψω καί κατόπιν νά σέ ὁδηγήσω νά φύγεις· νὰ πᾶς ὅπου θέλεις καί νά ‘χεις τήν πίστη σου». Ὅμως ὁ ἅγιος Μάρτυρας κι αὐτόν καθόλου δέν τόν πρόσεξε. Εἶχε τὸν νοῦ του προσηλωμένο στόν Θεό, τά μάτια στραμμένα στή γῆ καί προσευχόταν νοερά.

Στη συνέχεια ἅπλωσε μέ προθυμία τόν λαιμό του καί μέ φωνή δυνατή εἶπε στούς δημίους του: «Χτυπᾶτε!». Τότε ὁ ἀρχηγός τους πρόσταξε να τόν χτυπήσουν. Ἕνας ἀπ’ αὐτούς ἔβγαλε τό σπαθί καί ἀπέκοψε τήν ἁγία κεφαλή του. Ἦταν 19 Απριλίου, ἡμέρα Σάββατο, πέμπτη ὥρα τῆς ἡμέρας, καί ὁ Ἅγιος βρισκόταν τότε στο δέκατο ένατο ἔτος τῆς ἡλικίας του.

Τότε ὅλα τά πλήθη τῶν Χριστιανῶν δόξασαν τόν Θεό χειροκροτώντας καί μεγαλύνοντας τόν ἔνδοξο Νεομάρτυρά του, δείχνοντας

Ο γέροντας και ο ληστής


Σε ένα μοναστήρι της ερήμου ζούσε κάποτε ένας γέροντας γνωστός για την αυστηρότητά του. Μια μέρα, ένας καταζητούμενος ληστής που είχε στο ενεργητικό του φόνους και ληστείες, κατέφυγε στο μοναστήρι ζητώντας να εξομολογηθεί.

Ο γέροντας, μόλις άκουσε τα πρώτα λόγια του ληστή, τον έδιωξε με οργή:
– Φύγε από εδώ, ανόσιε! Ούτε να σε βλέπω δεν μπορώ! Τα χέρια σου είναι γεμάτα αίμα. Δεν υπάρχει συγχώρεση για σένα!

Ο ληστής βγήκε από το κελί συντετριμμένος. Περιπλανιόταν στην έρημο για μέρες, νηστικός και διψασμένος, χωρίς ελπίδα.

Είχε αποφασίσει να πεθάνει.

Τότε τον συνάντησε ένας άλλος γέροντας, ο αββάς Ζωσιμάς, που γνώριζε την κατάστασή του.
– Πάτερ, μου είπαν ότι ο Θεός δεν με συγχωρεί. Πάω να πεθάνω στην έρημο.
– Κάθισε, παιδί μου. Πες μου τι σου συμβαίνει.
Ο ληστής του διηγήθηκε τα πάντα.

Ο γέροντας τον κοίταξε με μάτια γεμάτα δάκρυα.
– Άκουσέ με, αδελφέ. Θα σου πω την ιστορία ενός ανθρώπου που νόμιζε πως ήταν ο χειρότερος αμαρτωλός. Αυτός ο άνθρωπος είχε σκοτώσει, είχε κλέψει, είχε ατιμάσει. Και μια μέρα πήγε σε έναν πνευματικό που του είπε: “Εγώ είμαι χειρότερος από σένα. Εγώ δεν είχα καμία ελπίδα. Και όμως ο Θεός με δέχτηκε”.
– Ποιος ήταν αυτός ο άνθρωπος, πάτερ;
-Αυτός ο άνθρωπος είμαι εγώ, παιδί μου.

Ο ληστής τον κοίταξε με απορία.
Ο γέροντας ήταν γνωστός για την αγιότητά του.
– Μα πάτερ, εσείς είστε άγιος!
-Όχι, παιδί μου. Ήμουν όπως εσύ. Αλλά ο Θεός με δέχτηκε όταν μετανόησα. Και αν εμένα με δέχτηκε, εσένα γιατί να μη σε δεχτεί;
Ο ληστής έκλαψε πικρά. Ομολόγησε όλες του τις αμαρτίες και άλλαξε ζωή. Έγινε μοναχός και έζησε ασκητικά μέχρι το τέλος της ζωής του.

Χρόνια αργότερα, όταν κάποιος μοναχός τον ρώτησε πώς άντεξε τόση μετάνοια, εκείνος απάντησε:
-Γιατί ποτέ δεν ξέχασα ότι ο γέροντας που με δέχτηκε ήταν, όπως μου είπε, χειρότερος από μένα. Και αν εκείνος σώθηκε, θα σωθώ κι εγώ. Αργότερα όμως έμαθα ότι ο αββάς Ζωσιμάς ήταν άγγελος από μικρός. Το είπε για να μη με αφήσει να χαθώ.

 

Και πρόσθεσε:
– Τέτοια αγάπη μόνο ο Χριστός έχει. Και μέσα από τον γέροντα, με άγγιξε ο ίδιος ο Χριστός.

ΣΤΥΛΟΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

 

 

Αγιος Κήρυκος και η μητέρα του Αγία Ιουλίττα.(15 Ιουλίου)


Η εκκλησία τιμά σήμερα ένα τρίχρονο νήπιο και την αγία μητέρα του!
Η εκκλησία μας τιμά την ήμερα αυτή ένα νήπιο τριών χρονών! Ναι, έναν άγιο, που αγίασε στην νηπιακή ηλικία του («Νηπιάζοντι σώματι και τελειοτάτω Μάρτυς φρονήματι, τον άρχέκακον κατέβαλες…», ψάλλει στον «Ορθρον ή Εκκλησία).
Πρόκειται για τον «Αγιο Μάρτυρα Κήρυκο, που συνεορτάζεται με την επίσης Αγία Μητέρα του Ίουλίττα. Κι όταν γιορτάζει η Εκκλησία έναν «Αγιο, δεν είναι μόνον για να τιμήσει την μνήμη του, οΰτε μόνο για να παρακαλέσει όπως μεσιτεύσει στην ‘Αγία Τριάδα υπέρ όλου του κόσμου, υπέρ νεκρών και ζώντων. Ή εορτή έχει επίσης σκοπόν να προβάλει στους πιστούς ένα υπόδειγμα βίου, ένα πρότυπο ζωής. Γι’αυτό μας υπενθυμίζει τον Βίο και την Πολιτεία του και μας παρακινεί στην μίμησή του, αφού πρότυπο όλων των Αγίων είναι και ήταν πάντοτε ό Θεάνθρωπος Ιησούς Χριστός.
«Δεύτε και θεάσασθε άπαντες ξένον θέαμα και παράδοξον. Τις έώρακε νήπιον, τριετή όντα, τύραννον αίσχύναντα;».
Αυτή είναι η αρχή από το Δοξαστικόν (του Εσπερινού) για τον «Αγιο Κήρυκο και σε σύγχρονη γλώσσα θέλει να πει:
«Ελάτε να δήτε ένα παράδοξο καί ασυνήθιστο θέαμα. Ποιος είδε ένα νήπιο τριών χρονών να ντροπιάζη τύραννο;».
Και είναι αλήθεια ότι το μικρό νήπιο μπόρεσε να ντροπιάση τον Ρωμαίο Τύραννο της Ταρσού με την πίστη του στον Χριστό. Καλύτερα όμως να δοϋμε τι γράφει το Συναξάρι του αγιασμένου αύτοΰ ζευγαριού — μητέρας και παιδιού — που αρχίζει με τους στίχους:
«Ίουλίττα σύναθλος υίώ Κηρύκω η λαιμότμητος τω κάραν τεθλασμένω…».
Σέ σημερινή άπόδοσι σημαίνει:
«Ή Ίουλίττα υπήρξε συναθλήτρια με τον γιο της Κήρυκο, εκείνη, πού της έκοψαν τον λαιμό, με εκείνον, πού του έσπασαν το κρανίο του…».
Γράφει λοιπόν το Συναξάρι (βιογραφία) ότι ή Αγία Ίουλίττα καταγόταν από το Ικόνιο της Μικράς «Ασίας και έζησε στην εποχή του αυτοκράτορας Διοκλητιανου, πού ήταν μεγάλος διώκτης των Χριστιανών, γύρω στο τέλος του τρίτου αιώνος. Επειδή όμως γίνονταν φοβεροί διωγμοί εναντίον εκείνων, πού πίστευαν στον Κύριο μας Ιησού Χριστό, πήρε το γιο της Κήρυκο, πού ήταν τότε τριών χρονών και πήγε για περισσότερη ασφάλεια στην πόλι Σελεύκεια. «Αλλά κι’ έκεί τα ίδια και χειρότερα γίνονταν είς βάρος των πιστών. Φυλακίσεις, βασανιστήρια, θανατώσεις τρομερές, κατασχέσεις και άλλα φρικτά και απαίσια. Οι Χριστιανοί αναγκάζονταν να κρύβωνται και να συναντιούνται μυστικά, για να τελέσουν την θεία Λειτουργία (ενώ σήμερα, πού γίνεται ελεύθερα παντού, πολλοί Χριστιανοί αδιαφορούν και δεν πηγαίνουν να προσευχηθούν μαζί και να κοινωνήσουν τα θεια και άχραντα Μυστήρια…). «Ετσι αναγκάστηκε να φύγη κι από κεί και να πάη στην Ταρσό της Κιλικίας, πού βρίσκεται και αυτή στην Μ. Ασία.
Την πόλι εκείνη την διοικούσε τότε ένας πολύ σκληρός και άγριος ηγεμόνας, πού τον έλεγαν Αλέξανδρο. Και ήταν φοβερός και μαυρόψυχος για τους Χριστιανούς, πού τους κυνηγούσε μέρα και νύχτα και τους δίκαζε ό ίδιος με αυστηρότητα και μεγάλη εχθρότητα. Τους βασάνιζε με μύριους τρόπους και προσπαθούσε να τους άναγκάση να αρνηθούν τον Χριστό.
Μια μέρα οί στρατιώτες του συνέλαβαν, μαζί με άλλους χριστιανούς και την Ιουλίττα με τον μικρό γιο στην αγκαλιά και τους παρουσίασαν στον Αλέξανδρο. Εκείνος διέταξε αμέσως να τους ρίξουν όλους στα υπόγεια των φυλακών και να τους βασανίσουν, μέχρι πού ν’ αρνηθούν τον Κύριο και να προσκυνήσουν τα είδωλα. Καθώς κοίταγε όμως τους αλυσοδεμένους Χριστιανούς, του έκανε έντύπωσι ή νεαρή Ιουλίττα, με τον Κήρυκο στην αγκαλιά. Γι’ αυτό και την άλλη μέρα, πού κάθισε στον δικαστικό θρόνο για να κρίνη τους συλληφθέντες, θέλησε να έκμεταλλευθή την μητρική άγάπη της Ίουλίττας.
— Φέρτε μου αυτήν με το παιδί, διέταξε.