Παρασκευή 15 Μαΐου 2026

Η Συγχώρηση που Ανοίγει τον Ουρανό.



Υπάρχουν πληγές που δεν φαίνονται εις τα μάτια των ανθρώπων, αλλά βαραίνουν ολόκληρη την ψυχή σαν πέτρα μέσα εις το στήθος. Και τότε ο άνθρωπος μπορεί να σταθεί εις την εκκλησία, να ανάψει κερί, να κρατήσει νηστεία, να διαβάσει προσευχές, αλλά μέσα του να υπάρχει ακόμη μία κλειστή θύρα που δεν αφήνει την Χάρη να εισέλθει. Αυτή η θύρα είναι η ασυγχώρητη καρδιά.
Ο Κύριος επάνω εις τον Σταυρόν, μέσα εις τον άδικο πόνο και την εγκατάλειψη, δεν εμίλησε με οργή αλλά με έλεος. «Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς· οὐ γὰρ οἴδασι τί ποιοῦσι». Εκεί αποκαλύπτεται το μέτρο της αληθινής πνευματικής ζωής. Όχι εις τα εξωτερικά έργα μόνον, αλλά εις την δύναμη της καρδιάς να μην κρατά μίσος ακόμη και όταν έχει αδικηθεί.
Η μνησικακία γίνεται αργό δηλητήριο. Ο άνθρωπος νομίζει ότι κρατά ζωντανή την δικαιοσύνη, ενώ στην πραγματικότητα κρατά δεμένη την ίδια του την ψυχή. Και όσο δεν συγχωρεί, τόσο η προσευχή βαραίνει, ο νους σκοτεινιάζει και η ειρήνη χάνεται. Οι Άγιοι Πατέρες εδίδαξαν ότι η καθαρή καρδιά είναι ανώτερη από κάθε εξωτερικό πνευματικό αγώνα, διότι εκεί αναπαύεται ο Θεός.
Δεν είναι εύκολη η συγχώρηση. Είναι σταυρός μυστικός. Υπάρχουν άνθρωποι που έκλαψαν περισσότερο για να συγχωρήσουν παρά για να νηστέψουν. Όμως εκείνος που αφήνει τον πόνο του εις τα χέρια του Θεού χωρίς εκδίκηση, χωρίς κατάρα και χωρίς κρυφή επιθυμία ανταπόδοσης, ελευθερώνεται εσωτερικά. Η συγχώρηση δεν σημαίνει λήθη του κακού ούτε κατάργηση της αλήθειας. Σημαίνει ότι η καρδιά αρνείται να γίνει κατοικητήριο σκοταδιού.
«Ἐὰν γὰρ ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τὰ παραπτώματα αὐτῶν, ἀφήσει καὶ ὑμῖν ὁ Πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος». Τα λόγια αυτά δεν είναι συμβουλή αλλά πνευματικός νόμος. Ο ουρανός ανοίγει εις εκείνον που μαθαίνει να συγχωρεί με δάκρυ, ταπείνωση και προσευχή.
Ας προσέξουμε μήπως ζητούμε καθημερινά έλεος από τον Θεό, ενώ αρνούμαστε έλεος εις τον αδελφό μας. Διότι πολλές φορές η θύρα της Βασιλείας δεν κλείνει από την αδυναμία μας, αλλά από την σκληρότητα της καρδιάς μας.
Να έρθει εκείνη η ειρήνη που μόνο η συγχώρηση γεννά μέσα εις την ψυχή.
Στην σιωπηλή μάχη της καρδιάς, η συγχώρηση είναι η νίκη που βλέπει ο Θεός.

«Τὴν πίστιν ἀκριβῶς φυλάττειν, τὸν ἀδελφὸν μὴ κατακρίνειν».



«Μὴ κρίνετε, ἵνα μὴ κριθῆτε.» Κατὰ Ματθαῖον ζ´ 1
«Πείθεσθε τοῖς ἡγουμένοις ὑμῶν καὶ ὑπείκετε.» Πρὸς Ἑβραίους ιγ´ 17
«Ἀλλ᾿ εἰ καὶ ἡμεῖς ἢ ἄγγελος ἐξ οὐρανοῦ εὐαγγελίζηται ὑμῖν παρ᾿ ὃ εὐηγγελισάμεθα ὑμῖν, ἀνάθεμα ἔστω.» Πρὸς Γαλάτας α´ 8
Ο άνθρωπος που γεύθηκε έστω και λίγο την αλήθεια της μετανοίας, παύει να ερευνά τις πτώσεις των άλλων και στρέφει το βλέμμα εις την ιδίαν αυτού καρδίαν. Δεν είναι έργον του χριστιανού να καταδικάζει, να διαπομπεύει και να υψώνει εαυτόν υπεράνω αδελφού, είτε αυτός είναι ιερωμένος, είτε μοναχός, είτε λαϊκός, είτε άνθρωπος πεσμένος εις βαρέα αμαρτήματα. Διότι ενώπιον του Θεού, η υπερηφάνεια της κατακρίσεως γίνεται βαρύτερα από πολλά φανερά αμαρτήματα.
Οι Άγιοι Πατέρες εδίδαξαν να θεωρούμε όλους ανωτέρους ημών και μόνον τον εαυτό μας άξιον ελέους και δακρύων. Ο αληθινός αγωνιστής δεν ζητεί να αποκαλύψει τα σφάλματα των άλλων, αλλά να θεραπεύσει τα τραύματα της ιδίας αυτού ψυχής. Η ταπείνωσις ελκύει την Χάριν, ενώ η κατάκρισις απομακρύνει το Άγιον Πνεύμα.
Όμως η σιωπή δεν σημαίνει αδιαφορία εις τα θέματα της Αγίας Πίστεως. Άλλο είναι η κατάκρισις του προσώπου και άλλο η ομολογία της Αληθείας. Η Εκκλησία ουδέποτε εδίδαξε τυφλή υπακοή εις την πλάνην. Όταν κινδυνεύει η Ορθόδοξος Πίστις, τότε ο πιστός οφείλει με φόβον Θεού, ταπείνωσιν και ακρίβειαν να ομολογεί την αλήθεια της Παραδόσεως, χωρίς μίσος και χωρίς εμπάθεια.
Ο Μέγας Θεόδωρος ο Στουδίτης λέγει: «Ἐν τοῖς τῆς πίστεως ζητήμασιν οὐ χωρεῖ συγκατάβασις.»
Και ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός εβόησε: «Οὐδὲν οὕτως ἀλλότριον τοῖς Ὀρθοδόξοις ὡς τὰ τῆς αἱρέσεως φρονήματα.»
Διότι εις τα ηθικά σφάλματα θεραπεύει η μετάνοια, εις δε την αίρεσιν και την αλλοίωσιν της Πίστεως απαιτείται ομολογία και πνευματική εγρήγορσις. Ο έλεγχος λοιπόν επιτρέπεται μόνον όταν πρόκειται περί διαστροφής του Ευαγγελίου, καταπατήσεως Ιερών Κανόνων και φανερής αλλοιώσεως της Πατερικής Παραδόσεως. Και πάλιν όμως, όχι με εμπάθεια και αλαζονεία, αλλά «ἐν πνεύματι πραΰτητος», καθώς διδάσκει ο Απόστολος.
Μεγάλο πράγμα είναι να πεθάνει ο άνθρωπος ως προς το κοσμικό φρόνημα, την φιλαυτία και την ιδικήν του δικαίωσιν, διά να ζήσει αιωνίως μετά του Χριστού. Όποιος σταυρώνει το εγώ του, αναπαύει τον Θεόν. Όποιος αγαπά την αλήθεια χωρίς ταπείνωσιν, γίνεται σκληρός. Και όποιος ομιλεί περί αγάπης χωρίς αλήθεια, γίνεται χλιαρός. Η Ορθοδοξία είναι η ένωσις Αληθείας και Αγάπης μέσα εις το Πνεύμα της ταπεινώσεως.
Ας μάθωμε λοιπόν να θρηνούμε διά τα ιδικά μας σφάλματα, να προσευχώμεθα διά όλον τον κόσμον και να φυλάττωμε ανόθευτον την Πίστιν των Αγίων Πατέρων μέχρι τελευταίας αναπνοής.
«Στήκετε καὶ κρατεῖτε τὰς παραδόσεις.» Πρὸς Θεσσαλονικεῖς Β´ β´ 15
Γιατί η σωτηρία δεν βρίσκεται ούτε εις την σκληράν κατάκρισιν ούτε εις την άκριτον σιωπήν, αλλά εις την ταπεινήν ομολογίαν της Αληθείας του Χριστού.
«Η αλήθεια χωρίς ταπείνωση γίνεται μαχαίρι. Η ταπείνωση χωρίς αλήθεια γίνεται σιωπηλή προδοσία.»

 

Ἡ Πύλη τῆς Ταπεινώσεως καὶ τὸ Κρυμμένον Ταμεῖον τῆς Εἰρήνης.



«Μάθετε ἀπ’ ἐμοῦ, ὅτι πρᾷός εἰμι καὶ ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ, καὶ εὑρήσετε ἀνάπαυσιν ταῖς ψυχαῖς ὑμῶν.» (Ματθ. 11,29)
Ὁ κόσμος ἀγωνίζεται νὰ ἀνεβῇ, νὰ φανῇ, νὰ δικαιωθῇ, νὰ τιμηθῇ. Ἡ ψυχὴ ὅμως ποὺ ἐγνώρισε τὸν Χριστόν, ἀκολουθεῖ τὴν ἀντίθετη ὁδό. Δὲν ζητεῖ θρόνους, ἀλλὰ τὸ τελευταῖο σκαμνί. Δὲν ποθεῖ νὰ δοξασθῇ ἀπὸ ἀνθρώπους, ἀλλὰ νὰ γνωρισθῇ ἀπὸ τὸ βλέμμα τοῦ Θεοῦ μέσα στὴν σιωπή.
Ὅποιος ἀγαπᾷ τὴν εἰρήνη τῆς καρδίας, ὀφείλει νὰ περάσῃ ἀπὸ μία μόνον θύρα. Τὴν ταπείνωσι. Δὲν ὑπάρχει ἄλλη εἴσοδος στὴν ἀνάπαυσι τοῦ Θεοῦ. Ἡ ψυχὴ ποὺ συνεχῶς ζητεῖ δικαίωσι, ἀποδοχή, ἀγάπη ἀνθρωπίνη καὶ παρηγορία κοσμική, μοιάζει μὲ πλοῖο ποὺ χτυπιέται ἀπὸ κάθε ἄνεμο. Ἀλλὰ ὁ ταπεινὸς ἄνθρωπος ἔχει ἤδη ρίψει τὴν ἄγκυρά του στὸν οὐρανό.
Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης φανερώνει ὅτι ἡ ψυχὴ πρέπει νὰ μάθῃ νὰ δέχεται τὶς θλίψεις ὡς εὐλογία κρυμμένη. Διότι κάτω ἀπὸ τὴν περιφρόνησι καὶ τὴν ἀτιμία κρύβεται πολὺς πνευματικὸς θησαυρός. Ἐκεῖ ποὺ ὁ κόσμος βλέπει ἥττα, ὁ Θεὸς ἐργάζεται στεφάνους. Ἐκεῖ ποὺ ὁ ἄνθρωπος πληγώνεται ἀπὸ λόγους καὶ ἀδικίες, ἐκεῖ δοκιμάζεται ἂν πραγματικὰ ἔχει παραδώσει τὸ θέλημά του στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ.
«Ὁ ταπεινῶν ἑαυτὸν ὑψωθήσεται.» (Λουκ. 14,11)
Μεγάλος πόλεμος γίνεται μέσα στὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὴν φιλαυτία. Ὁ νοῦς ζητεῖ νὰ ἐπιβληθῇ, ἡ γνώμη νὰ νικήσῃ, ἡ θέλησις νὰ ἐπικρατήσῃ. Ἀλλὰ ὁ Χριστὸς δὲν ἀποκαλύπτεται στὴν αὐτάρκεια τοῦ λογισμοῦ. Ἀποκαλύπτεται

Άγιοι Τιμόθεος και Μαύρα 3 Μαΐου


Ιερά Λείψανα: Η Κάρα της Αγίας βρίσκεται στον ομώνυμο Ναό Κοιλανίου Λεμεσού Κύπρου.
Απότμημα του Ιερού Λειψάνου της Αγίας βρίσκεται στη Μονή Κύκκου Κύπρου και στο Ναό του Αγ. Γεωργίου των Ελλήνων Βενετίας.

Οι Άγιοι Τιμόθεος και Μαύρα, γεννήθηκαν στη κωμόπολ
η Παναπέα στην Θηβαΐδα της Αιγύπτου.
Ο Τιμόθεος ήταν αναγνώστης και κήρυκας του Ευαγγελίου στην Εκκλησία των Παναπέων και εκτελούσε τα ιερατικά του καθήκοντα με θερμότατο ζήλο και θαυμαστά αποτελέσματα. Το γεγονός αυτό προξενούσε ζηλοφθονία στους ειδωλολάτρες, οι οποίοι τελικώς τον κατήγγειλαν στον αδίστακτο ειδωλολάτρη έπαρχο Αρριανό, είκοσι μόλις μέρες μετά τον γάμο του με την Αγία Μαύρα. Ο Αρριανός κάλεσε τον Τιμόθεο να παραδώσει τα ιερά βιβλία του στην πυρά. Ο Τιμόθεος αρνήθηκε με παρρησία να καταστρέψει τα βιβλία του, λέγοντας στον έπαρχο ότι τα θεωρεί ως ιερά πνευματικά του όπλα και εφόδια. Οργισμένος ο Αρριανός υπέβαλε τον άγιο σε διάφορα βασανιστήρια, τα οποία ο Τιμόθεος υπέμεινε με παροιμιώδη υπομονή.
Πρώτα πρώτα έβαλαν μέσα στα αυτιά του Μάρτυρα πυρακτωμένα σίδερα, με αποτέλεσμα να λιώσουν οι κόρες των ματιών του και να πέσουν στο έδαφος. Στη συνέχεια έδεσαν τους αστραγάλους πάνω σε τροχό βασανιστηρίων και σφράγισαν το στόμα του με φίμωτρο. Έπειτα έδεσαν μια βαριά πέτρα στόν τράχηλό του και τον κρέμασαν σε ένα δέντρο.
Για να κάμψει το σθένος του ο έπαρχος στράφηκε προς τη σύζυγό του Μαύρα, την οποία στην αρχή κολάκευε για να θυσιάσει στο είδωλα και μην ακολουθήσει τη θανατηφόρα πορεία του συζύγου της. Με παραίνεση όμως του Τιμόθεου, η Μαύρα ομολόγησε κι εκείνη την πίστη της στον Θεό. Τότε ο Αρριανός διέταξε τον άγριο βασανισμό της Αγίας, η οποία καθ' όλη τη διάρκεια των μαρτυρίων έψαλε.
Πρώτα πρώτα, λοιπόν, της ξερρίζωσαν τις τρίχες του κεφαλιού της και στη συνέχεια της έκοψαν τα δάχτυλα. Έπειτα την βύθισαν ολόκληρη μέσα σε ένα καζάνι γεμάτο νερό που κόχλαζε. Επειδή όμως η Αγία, αν καί ήταν μέσα στο βραστό νερό, δεν έπαθε το παραμικρό έγκαυμα, ο Αρριανός σχημάτισε τη γνώμη ότι το νερό δεν ήταν θερμό, αλλά ψυχρό. Έτσι, για να το διαπιστώσει, πρόσταξε να του ραντίσουν το χέρι. Τότε η Αγία πήρε με τη χούφτα της νερό και το έριξε πάνω στο χέρι του. Το νερό αυτό ήταν τόσο καυτό, ώστε να διαλυθεί το δέρμα του ηγεμόνα.
Παρ' όλα αυτά, ο Αρριανός δεν σταμάτησε και διέταξε να σταυρώσουν και τους δυο Αγίους.
Ακόμη και στο σταυρό του μαρτυρίου, ο βδελυρός έπαρχος, πλησίασε την αγία σε μία απέλπιδα προσπάθεια έστω και την τελευταία στιγμή να την αποσπάσει από το μαρτύριο και την πίστη της. Φωτισμένη όμως από τη θεία χάρη η αγία τον απέπεμψε.
Ενώ η αγία Μαύρα ήταν κρεμασμένη στο σταυρό, την πλησίασε - σαν σε έκσταση - ο διάβολος, προσφέροντάς της ένα ποτήρι γεμάτο με μέλι και γάλα. Της συνιστούσε μάλιστα να το πιεί για να μην φλογίζεται από τη δίψα. Η Άγία όμως, φωτισμένη από τον Θεό, κατάλαβε την πανουργία του διαβόλου και με την προσευχή της τον έδιωξε. Ο παγκάκιστος χρησιμοποίησε όμως και άλλο τέχνασμα. Φάνηκε στην Αγία ότι την μετέφερε σε ένα ποτάμι απ' όπου έτρεχε μέλι και γάλα και της πρότεινε να πιεί. Εκείνη όμως, μετά από θείο φωτισμό, είπε: «Δεν πρόκειται να πιώ απ' αυτά. Θα πιώ από το ουράνιο ποτήρι που μου πρόσφερε ο Χριστός». Έτσι, ο διάβολος έφυγε απ' αυτήν νικημένος και καταντροπιασμένος.
Τότε παρουσιάστηκε στην Αγία άγγελος Θεού, ο οποίος την πήρε από το χέρι, την οδήγησε στον ουρανό και, αφού της έδειξε έναν θρόνο με μια στολή λευκή πάνω σ' αυτόν και ένα στεφάνι, της είπε: «Αυτά ετοιμάστηκαν για σένα». Στη συνέχεια, αφού την οδήγησε ακόμη ψηλότερα της έδειξε άλλον θρόνο και στολή και στεφάνι, της είπε πάλι: «Αὐτά προορίζονται για τον άντρα σου. Η διαφορά του τόπου δηλώνει το γεγονός ότι ο άντρας σου υπήρξε η αιτία της σωτηρίας σου».

Πέμπτη 14 Μαΐου 2026

ΑΝΑΚΟΜΙΔΗ ΙΕΡΩΝ ΛΕΙΨΑΝΩΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ (2 Μαΐου).

Η λάρνακα του Αγίου Αθανασίου (όπου υπάρχουν τα λείψανά του) κάτω από τον καθεδρικό ναό του Αγίου Μάρκου, Κάιρο.





Σήμερα, αγαπητοί μου αδελφοί, αναμιμνησκόμαστε την ανακομιδή των αγίων και ιερών Λειψάνων του εν αγίοις πατρός ημών Ἀθανασίου Αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας του μεγάλου  Το βίο του τον πολυκύμαντο και πολυτάραχο με τις 5 εξορίες και τις τόσες και τόσες απόπειρες για δολοφονία και εκτοπισμό του μεγάλου τούτου Ιεράρχη εγνωρίσαμε στις δεκαοκτώ Ιανουαρίου όταν και επιτελέσαμε την αγία και ιερή μνήμη του.
Η άνακομιδή των Λειψάνων του αγίου Αθανασίου είναι μία άλλη αφορμή για μας τους χριστιανούς προς εορτασμό και πανηγυρισμό, γιατί είναι παλαιά παράδοσι και
πράξι της Εκκλησίας να τιμώνται και να μετακομίζωνται τα πάντιμα των αγίων Λείψανα.

Ο Άγιος και μέγας αυτοκράτορας Κωνσταντίνος είχε συγκεντρώσει μέσα στον από τον ίδιο άνοικοδομηθέντα Ναό των αγίων Αποστόλων τα ιερά Λείψανα όλων των αγίων Αποστόλων και άλλων πολλών, στο δε στέμμα του είχε θέσει σαν τιμιότερο από τους πολύτιμους λίθους το καρφί από την αγία χείρα του επί του Σταυρού παθόντος Κυρίου πού του έφερεν η μητέρα του αγία Ελένη υστέρα από τις επιτυχείς ανασκαφές στο λόφο του Γολγοθά.
Επίσης ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος ο μικρός με βασιλικές τιμές και μεγάλη πομπή υποδέχτηκε το πάντιμο λείψανο του μεγάλου πατέρα της Εκκλησίας αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου πού απέθανε μαρτυρικά στην εξορία και κατά τον ιερό Συναξαριστή «επί βασιλικού οχήματος η σορός επιτεθείσα προς τον περιώνυμον φέρεται των Αποστόλων Ναόν».

Τετάρτη 13 Μαΐου 2026

«Αρνούνται το Θεό, όσοι έχουν συμφέρον να μην υπάρχει.» Άγιος Αυγουστίνος

«Καὶ αὕτη ἐστὶν ἡ κρίσις, ὅτι τὸ φῶς ἐλήλυθεν εἰς τὸν κόσμον, καὶ ἠγάπησαν οἱ ἄνθρωποι μᾶλλον τὸ σκότος ἢ τὸ φῶς· ἦν γὰρ αὐτῶν πονηρὰ τὰ ἔργα.» Κατά Ιωάννην Γ´ 19
Πόσο φοβερά αληθινός είναι ο λόγος αυτός μέσα στους αιώνες. Ο άνθρωπος πολλές φορές δεν αρνείται τον Θεό επειδή δεν βρίσκει αποδείξεις της υπάρξεώς Του, αλλά επειδή η παρουσία Του ελέγχει την συνείδηση και αποκαλύπτει την αλήθεια της καρδιάς. Ο Χριστός φωτίζει εκείνα που ο άνθρωπος θέλει να κρατήσει κρυμμένα μέσα στο σκοτάδι των παθών, της φιλαυτίας και του προσωπικού συμφέροντος.
Ο κόσμος εύκολα αποδέχεται έναν θεό που δεν ζητά μετάνοια, που δεν καλεί σε ταπείνωση, που δεν μιλά για κρίση και αιωνιότητα. Τον αληθινό όμως Χριστό, τον Εσταυρωμένο και Αναστάντα, δεν μπορεί να Τον αντέξει η υπερήφανη καρδιά, διότι ο λόγος Του γίνεται καθρέπτης της ψυχής και φανερώνει την πνευματική γύμνια του ανθρώπου.
Ο Κύριος δεν εξαναγκάζει κανέναν. Στέκεται με άπειρη μακροθυμία και καλεί κάθε ψυχή ελεύθερα προς το φως. Ο άνθρωπος όμως έχει πάντοτε την επιλογή. Να ακολουθήσει την αλήθεια ή να υπηρετήσει το συμφέρον του. Να ταπεινωθεί ενώπιον του Θεού ή να υψώσει τον εαυτό του ως κέντρο της ζωής.
Ας ζητήσουμε λοιπόν από τον Θεό καρδιά καθαρή και νου φωτισμένο, ώστε να μη γίνει η ύλη, η φιλοδοξία και η αγάπη προς τον κόσμο τείχος ανάμεσα σε εμάς και την χάρη Του. Διότι όταν η καρδιά απομακρύνεται από τον Χριστό, τότε ακόμη και το φως φαίνεται βάρος στον άνθρωπο. Όταν όμως πλησιάσει αληθινά τον Θεό, τότε καταλαβαίνει ότι μόνο κοντά Του αναπαύεται η ψυχή.
Πρὸς Δόξαν Πατρός καὶ Υἱοῦ καὶ Ἁγίου Πνεύματος.
Το μεγαλύτερο σκοτάδι δεν είναι να μην βλέπει ο άνθρωπος τον Θεό, αλλά να μη θέλει να Τον δει.

«Οὐδεὶς ἀπείραστος δυνήσεται εἰσελθεῖν εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν».



«Ἔπαρον γάρ, φησί, τοὺς πειρασμούς, καὶ οὐδεὶς ὁ σωζόμενος.» Μέγας Ἀντώνιος Πατρολογία Migne PG. τ. 65, σελ. 77A
Υπάρχουν στιγμές ποὺ ὁ ἄνθρωπος ἀπορεῖ διὰ τί ὁ Θεὸς παραχωρεῖ θλίψεις, πειρασμούς, συκοφαντίας, πολέμους λογισμῶν καὶ δοκιμασίες εἰς τὴν ζωήν του. Ἡ καρδία στενάζει, τὸ σώμα κουράζεται, καὶ ἡ ψυχὴ ζητεῖ λίγην παρηγορίαν μέσα εἰς τὸ σκότος τοῦ πόνου. Ὅμως οἱ Ἅγιοι Πατέρες, οἱ ὁποῖοι ἐβάδισαν τὴν στενὴν καὶ τεθλιμμένην ὁδόν, μαρτυροῦν ὅτι οὐδεὶς σώζεται χωρὶς πνευματικὸν ἀγῶνα.
Ὁ πειρασμὸς δὲν εἶναι πάντοτε ἐγκατάλειψις τοῦ Θεοῦ. Πολλὰκις εἶναι παιδαγωγία, κάθαρσις, ταπείνωσις καὶ προετοιμασία διὰ τὴν αἰώνιον ζωήν. Ὅπως ὁ χρυσὸς δοκιμάζεται εἰς τὴν φωτιὰν διὰ νὰ καθαρισθῇ, οὕτω καὶ ἡ ψυχὴ καθαίρεται μέσα ἀπὸ τὰς δοκιμασίας. Χωρὶς σταυρὸν δὲν ὑπάρχει ἀνάστασις. Χωρὶς δάκρυα μετανοίας δὲν ἔρχεται ἡ θεία παρηγορία.
«Διὰ πολλῶν θλίψεων δεῖ ἡμᾶς εἰσελθεῖν εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ» (Πράξ. 14,22). Οἱ λόγοι οὗτοι τῶν Ἀποστόλων δὲν εἶναι ἀπειλή, ἀλλὰ ἀλήθεια σωτηρίας. Ὁ Χριστὸς δὲν ὑπεσχέθη ἀνετώτερον δρόμον, ἀλλὰ δρόμον ἁγιασμοῦ. Καὶ ὅποιος ὑπομένει μὲ πίστιν, εὐχαριστίαν καὶ ταπείνωσιν, λαμβάνει μυστικῶς τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ μέσα εἰς τὴν καρδίαν του.
Μὴ φοβηθῇς λοιπόν τὸν πειρασμόν. Φοβήσου μᾶλλον τὴν ἀμετανοησίαν, τὴν ψυχρότητα καὶ τὴν ἀπομάκρυνσιν ἀπὸ τὸν Θεόν. Διότι ὁ πειρασμὸς ποὺ ὑπομένεται μὲ προσευχὴν γίνεται στεφάνι. Ἡ θλίψις ποὺ προσφέρεται εἰς τὸν Χριστὸν γίνεται εὐλογία. Καὶ ἡ πληγὴ ποὺ ὑπομένει ὁ πιστὸς μὲ ταπείνωσιν, μεταβάλλεται εἰς πύλην παραδείσου.
Ὅταν ὁ ἄνθρωπος μάθῃ νὰ λέγῃ «δόξα σοι ὁ Θεός» μέσα εἰς τὴν δοκιμασίαν, τότε ἀρχίζει νὰ γεύεται τὸ μυστήριον τῆς σωτηρίας.
Ἀφιερωμένο εἰς κάθε ψυχὴ ποὺ ἀγωνίζεται σιωπηλὰ καὶ νομίζει ὅτι ὁ Θεὸς τὴν ἐλησμόνησε. Ὁ Κύριος βλέπει τὸν κρυφὸν πόνον καὶ φυλάσσει τὰ δάκρυα τῶν ὑπομενόντων.
Ἡ σωτηρία δὲν γεννιέται μέσα εἰς τὴν ἀνεσιν, ἀλλὰ μέσα εἰς τὴν ὑπομονὴν τοῦ σταυροῦ.

Άγιοι Ακάκιος ο Οσιομάρτυρας από το Νεοχώρι Θεσσαλονίκης, Ευθύμιος ο Πελοποννήσιος και Ιγνάτιος ο νέος Οσιομάρτυρας 1 Μαΐου



Ιερά Λείψανα: Η Κάρα του Αγίου Ακακίου βρίσκεται στην Ιερά Μονή Αγίου Παντελεήμονος Αγίου Όρους.
Μέρος των Λειψάνων του Αγίου Ακακίου βρίσκονται στη Σκήτη Τιμίου Προδρόμου Αγίου Όρους.
Η Κάρα του Αγίου Ιγναντίου βρίσκεται στην Ιερά Μονή Αγίου Παντελεήμονος Αγίου Όρους.
Μέρος των Λειψάνων του Αγίου Ιγναντίου βρίσκονται στη Σκήτη Τιμίου Προδρόμου Αγίου Όρους.
Βιογραφία
Eις τον Άγιον Eυθύμιον.
Eυθύμιέ μοι, χαίρε, χαίρε πολλάκις,
Σφαγείς γαρ εύρες, την άνω χαράν πρόφρων.
Eις τον Άγιον Iγνάτιον.
Tον Iγνάτιον, άλλον ως άστρον βλέπω,
Eκ γης φαεινόν, εις πόλον δι’ αγχόνης.
Eις τον Άγιον Aκάκιον.
Aρνός δίκην σφάττουσι, φευ! διά ξίφους,
Tον κλεινόν Aκάκιον, άνδρες αιμάτων.
Ο Άγιος Οσιομάρτυρας Ακάκιος, κατά κόσμον Αθανάσιος, καταγόταν από το Νεοχώρι, σημερινό Ασβεστοχώρι Θεσσαλονίκης και γεννήθηκε το 1792 μ.Χ. Οι γονείς του είχαν αναγκασθεί για βιοποριστικούς λόγους να μετακομίσουν το 1805 μ.Χ. στις Σέρρες, όπου παρέδωσαν τον εννιάχρονο Αθανάσιο σε κάποιον υποδηματοποιό, για να του διδάξει την τέχνη του. Όμως η σκληρή συμπεριφορά του και η κακομεταχείριση, εξώθησαν τον Αθανάσιο σε άρνηση της πίστης του, για να απαλλαγεί από τα βάσανα. Στην πράξη του αυτή τον προέτρεψαν και δύο Οθωμανές, οι οποίες παρακολουθούσαν την απάνθρωπη συμπεριφορά του αφεντικού του και υποσχόμενες μια καλύτερη ζωή στον μικρό Αθανάσιο, τον έπεισαν την ημέρα της Μεγάλης Παρασκευής να αλλαξοπιστήσει. Μωαμεθανός, πλέον, ο Αθανάσιος δέχθηκε την πονηρή επίθεση της μητριάς του, η οποία, καθώς έβλεπε τον Αθανάσιο να μεγαλώνει και να ανδρώνεται, τον ερωτεύθηκε, όπως στην Παλαιά Διαθήκη ερωτεύθηκε τον Ιωσήφ η γυναίκα του Πετεφρή. Επειδή όμως αυτός δεν υποχώρησε και δεν υπέκυψε στο πάθος της μητριάς του, συκοφαντήθηκε από αυτήν στον θετό πατέρα του, με αποτέλεσμα να εκδιωχθεί από αυτόν. Εκμεταλλευόμενος αυτήν την ευκαιρία κατέφυγε στην Θεσσαλονίκη κοντά στους γονείς του, οι οποίοι είχαν εγκαταλείψει τις Σέρρες, μόλις πληροφορήθηκαν την αρνησιθρησκεία του.

Τρίτη 12 Μαΐου 2026

Ο ΑΓΙΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΙΑΚΩΒΟΣ, ΑΔΕΛΦΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ (30 Ἀπριλίου)






«Ἀπόστολε ἅγιε Ἰάκωβε, πρέσβευε τῷ ἐλεήμονι Θεῷ ἵνα πταισμάτων ἄφεσιν, 
παράσχῃ ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν»

«Ο άγιος Ιάκωβος ήταν υιός του Ζεβεδαίου και αδελφός του Ιωάννου του Θεολόγου.
Μετά από την κλήση του Ανδρέου και του Πέτρου, προσκλήθηκε από τον ίδιο τον
Σωτήρα μαζί με τον αδελφό του να μαθητεύσουν σ᾽ Εκείνον.
 Αυτοί αμέσως και τον πατέρα και το πλοίο, και μ᾽ έναν λόγο τα πάντα άφησαν και
ακολούθησαν τον Κύριο. Και τόσο πολύ αγάπησε αυτούς ο Κύριος, ώστε στον μεν
 ένα να χαρίσει την ανάκληση πάνω στο στήθος Του (την ώρα του Μυστικού Δείπνου),
στον δε άλλον να πιει το ποτήριο που ο Ίδιος ήπιε. Ο άγιοι Ιάκωβος και Ιωάννης
επέδειξαν τέτοιον ζήλο υπέρ του Χριστού, ώστε να θελήσουν να κατεβάσουν φωτιά
από τον Ουρανό και να καταστρέψουν τους απίστους. Κι ίσως και θα το έκαναν, αν
 δεν τους εμπόδιζε η αγαθότητα Εκείνου. Γι᾽ αυτό λοιπόν ο Κύριος έπαιρνε αυτούς
και τον Κορυφαίο Πέτρο πάντοτε στις προσευχές Του και στις άλλες οικονομίες Του,
μυσταγωγώντας τους στα υψηλότερα και μυστικότερα από τα δόγματα. Αυτόν τον
μακάριο Ιάκωβο, μετά από το Πάθος και την Ανάληψη του Κυρίου ημών Ιησού
Χριστού, επειδή δεν άντεχε ο Ηρώδης να μιλάει με θάρρος και να εξαγγέλλει το
σωτήριο κήρυγμα, τον συνέλαβε και τον φόνευσε με μαχαίρι, δεύτερον αυτόν μετά
τον Στέφανο τον μάρτυρα, στέλνοντάς τον έτσι στον Δεσπότη Χριστό».
Υψηλοτάτη η ποίηση του μεγάλου υμνογράφου της Εκκλησίας μας αγίου Θεοφάνους
για τον ῾άρχοντα όλης της γης᾽, όπως τον χαρακτηρίζει, άγιο Ιάκωβο, τον πρόκριτο
 μεταξύ των αποστόλων μαζί με τον αδελφό του Ιωάννη τον Θεολόγο και τον άγιο
Πέτρο, ανεψιό μάλιστα του Κυρίου μας Ιησού, ως υιό της Σαλώμης, κόρης του
Ιωσήφ του μνήστορος της Υπεραγίου Θεοτόκου. Και τον χαρακτηρίζει άρχοντα,  και
διότι υπήρξε μαθητής του Κυρίου, αλλά και για τον θερμότατο ζήλο του υπέρ Αυτού,
τόσο που πρώτος αυτός από τους δώδεκα έδωσε τη ζωή του για Εκείνον.

Δευτέρα 11 Μαΐου 2026

ΠΕΡΙ ΦΘΟΝΟΥ

Για τον φθόνο και το μίσος

* Δεν θα μισήσης τον αδελφόν σου στην διάνοιάν σου, μας λέγει ο λόγος του Θεού. (Λευίτ. 19).

* Μετά των μισούντων ήμην ειρηνικός (Ψαλμός 119).

* Φθόνος ουκ οίδε προτιμάν το συμφέρον... (Σολομών)
.
* Πας ο μισών τον αδελφόν αυτού ανθρωποκτόνος εστί, διαβάζομε στην επιστολή (Α' Ιω. 3, 15).

* Ο δε μισών τον αδελφόν αυτού εν τη σκοτία εστί... και ουκ οίδε πού
υπάγει, ότι η σκοτία ετύφλωσε τους οφθαλμούς αυτού (Α' Ιωάν. 2, 11).

* Αποθέμενοι ουν πάσαν κακίαν και πάντα δόλον και υποκρίσεις και φθόνους και πάσας καταλαλιάς (Α' Πέτρ. 2, 1).

* Φανερά δε έστι τα έργα της σαρκός, άτινά εστι μοιχεία, πορνεία, ακαθαρσία, ασέλγεια, ειδωλολατρία, φαρμακεία, έχθραι, έρεις, ζήλοι, θυμοί, εριθείαι, διχοστασίαι, αιρέσεις, φθόνοι, φόνοι, μέθαι, κώμοι και τα όμοια τούτοις..., μας λέει ο απόστ. Παύλος στην προς Γαλάτας 5, 19-21.

AΓΙΟΣ - ΑΦΕΝΤΙΚΟ ΣΕ ΠΟΡΝΕΙΟ !! (ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ)


ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΗΣ ΣΧΙΣΜΕΝΗΣ ΚΟΛΟΝΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΑΓΙΟ ΦΩΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ.



«Οὐ μὴ δώσῃ Κύριος τὴν δόξαν Αὐτοῦ ἑτέρῳ». Η ιστορία της Εκκλησίας είναι γεμάτη στιγμές όπου η θεία Χάρις φανερώνει αθόρυβα αλλά ακατάλυτα την αλήθεια της Ορθοδόξου Πίστεως. Μία από αυτές τις ιερές στιγμές υπήρξε το μέγα θαύμα της σχισμένης κολόνας στον Πανάγιο Τάφο, το Μεγάλο Σάββατο του 1579 μ.Χ., όταν ο ουρανός μαρτύρησε ενώπιον ανθρώπων και εθνών ποια είναι η αληθινή Εκκλησία που φυλάττει ανόθευτη την Αποστολική Παράδοση.
Κατά τα χρόνια εκείνα, η Ιερουσαλήμ βρισκόταν υπό οθωμανική κατοχή. Οι Αρμένιοι, κινούμενοι από φιλοδοξία και επιθυμία κυριαρχίας στον Ναό της Αναστάσεως, κατόρθωσαν με χρήματα και πολιτικές πιέσεις να πείσουν τις οθωμανικές αρχές να αποκλείσουν τον Ορθόδοξο Πατριάρχη Ιεροσολύμων Σωφρόνιο Δ’ από την τελετή του Αγίου Φωτός. Οι πύλες του Πανιέρου Ναού έκλεισαν για τους Ορθοδόξους και οι Αρμένιοι εισήλθαν μόνοι τους στο εσωτερικό, πιστεύοντας ότι θα λάβουν εκείνοι το Άγιο Φως.
Ο Ορθόδοξος Πατριάρχης όμως δεν αντέδρασε με οργή ούτε με βία. Έμεινε έξω από τον Ναό, δίπλα σε μία μαρμάρινη κολόνα της εισόδου, γονατιστός και δακρυσμένος, προσευχόμενος με ταπείνωση προς τον Αναστάντα Χριστό. Μαζί του στεκόταν ο πιστός λαός των Ορθοδόξων, μέσα σε θλίψη αλλά και ελπίδα. Την ίδια ώρα, οι Αρμένιοι εντός του Ναού ανέμεναν μάταια την εμφάνιση του Αγίου Φωτός. Οι ώρες περνούσαν και το θαύμα δεν συνέβαινε.
Τότε, σύμφωνα με τις ιστορικές παραδόσεις και τις μαρτυρίες της εποχής, ακούστηκε ένας φοβερός κρότος που συγκλόνισε όλη την αυλή του Ναού. Η μαρμάρινη κολόνα δίπλα στην οποία προσευχόταν ο Πατριάρχης σχίστηκε υπερφυσικά στα δύο και από τη σχισμή εξήλθε το Άγιο Φως σαν αστραπή ουρανίου πυρός. Οι λαμπάδες του Ορθοδόξου Πατριάρχη άναψαν θαυματουργικά και το πλήθος έμεινε εκστατικό μπροστά στο σημείο του Θεού.
Η σχισμή εκείνη παραμένει μέχρι σήμερα ορατή στην αριστερή κολόνα της εισόδου του Ναού της Αναστάσεως στα Ιεροσόλυμα, ως αψευδής μαρτυρία του θαύματος και σιωπηλή ομολογία της θείας επεμβάσεως. Πολλοί προσκυνητές, βλέποντας την κολόνα, αισθάνονται δέος και κατάνυξη, διότι η πέτρα έγινε μάρτυρας της Αναστάσεως και της ορθής πίστεως.
Το θαύμα αυτό συγκλόνισε ακόμη και τους αλλοπίστους. Ένας μουσουλμάνος αξιωματικός, ο Εμίρης Τούνομ, που φύλαγε τον χώρο

Άγιοι Ιάσονας και Σωσίπατρος οι Απόστολοι 29 Απριλίου


Ιερά Λείψανα: Η Κάρα του Αγίου βρίσκεται στη Μητρόπολη Θηβών.
Αποτμήματα του Ιερού Λειψάνου του Αγίου βρίσκονται στη Μητρόπολη Κερκύρας και στις Μονές Διονυσίου Αγίου Όρους και Κύκκου Κύπρου.
Η Κάρα του Αγίου Σωσίπατρου βρίσκεται στη Μητρόπολη Θηβών και Λεβαδείας.
Αποτμήματα του Ιερού Λειψάνου του Αγίου Σωσίπατρου φυλάσσονται στη Μητρόπολη Κερκύρας, στο Μητροπολιτικό Ναό Βέροιας και στη Μονή Διονυσίου Αγίου Όρους.


Οι Άγιοι Απόστολοι Ιάσων και Σωσίπατρος ανήκουν στη χορεία των Αποστόλων του Κυρίου και κατάγονταν ο μεν Ιάσων από την Ταρσό ή τη Θεσσαλονίκη, κατά το παλαιό χειρόγραφο, όπως σημειώνει ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, ο δε Σωσίπατρος από την Αχαΐα.
Το όνομα του Ιάσων απαντά σε δύο από τα βιβλία της Καινής Διαθήκης. Στις Πράξεις των Αποστόλων και στην προς Ρωμαίους Επιστολή του Παύλου.
Ο Απόστολος Παύλος, μετά τους Φιλίππους, ήλθε στην Θεσσαλονίκη, όπου δίδαξε επί τρεις εβδομάδες. Η διδασκαλία του επέσυρε το μίσος των Ιουδαίων, οι οποίοι στράφηκαν εναντίον του, παρακινώντας και τους αγοραίους της πόλεως. Επειδή φιλοξενούνταν στο σπίτι του Ιάσονος, οι Ιουδαίοι τον αναζήτησαν εκεί. Δεν τον βρήκαν όμως, γι' αυτό έσυραν τον Ιάσονα και τους άλλους αδελφούς στους πολιτάρχες, δηλαδή στους δημοτικούς άρχοντες. Στην αφήγηση αυτή των Πράξεων των Αποστόλων αναφέρεται για πρώτη φορά το όνομα του Ιάσονα. Στην προς Ρωμαίους Επιστολή ο Παύλος αναφέρει τον Ιάσονα με εκείνους που απηύθυναν χαιρετισμούς στους παραλήπτες της Επιστολής.
Από την Αγία Γραφή, από την οποία έχουμε τις πρώτες πληροφορίες και συγκεκριμένα στην προς Ρωμαίους Επιστολή, ο Ιάσων και ο Σωσίπατρος χαρακτηρίζονται «συγγενεῖς» του Αποστόλου Παύλου. Ο χαρακτηρισμός αυτός δημιούργησε ορισμένα ερωτήματα. Κατά πάσα πιθανότητα σημαίνει ότι ο Παύλος και ο Ιάσων ήταν ομότεχνοι, πάντως όχι συγγενείς εξ αίματος. Εν τούτοις, όπως δέχονται οι ερευνητές, ο αναφερόμενος στις Πράξεις των Αποστόλων και στην Επιστολή είναι ένα και το αυτό πρόσωπο. «Τούτου τοῦ Ἰάσονος», λέγει ο ιερός Χρυσόστομος, «καὶ Λουκᾶς μέμνηται. Οὐ γὰρ ἁπλῶς συγγενῆν μέμνηται, εἰ μὴ καὶ τὴν εὐσέβειαν εἶεν ἑοικότως αὐτῷ». Με το ίδιο πνεύμα ομιλεί και ο Θεοφύλακτος: «Εἰ μὴ γὰρ τοιοῦτοι ἦσαν, οὐκ ἂν αὐτῶν ἐμνήσθη». Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγουν ο Θεοδώρητος Κύρου, ο Οικουμένιος και όλοι οι νεότεροι ερμηνευτές. Δέχονται δηλαδή ταυτισμό του Ιάσονος των Πράξεων και της Επιστολής.
Ο Ιάσων φαίνεται ότι διατηρούσε μικρό εργαστήριο υφαντουργίας, στο οποίο ο Παύλος βρήκε εργασία. Αυτό σημαίνει ότι ο συνεργάτης του Αποστόλου ήταν εγκατεστημένος στη Θεσσαλονίκη και ίσως μονίμως. Το Μηναίον της Εκκλησίας φέρει τον Ιάσονα Ταρσέα ως προς την καταγωγή. «Τούτων ὁ μὲν Ἰάσων Ταρσεὺς ἦν, ὃς καὶ πρῶτος ἐκεῖθεν ζωγρεῖται πρὸς τὴν εὐσέβειαν». Ίσως η άποψη αυτή σχηματίσθηκε από την φράση του Παύλου «οἱ συγγενεῖς μου» και κυρίως από παρερμηνεία σχετικής φράσεως των λεγομένων «Πράξεων τῶν Ἁγίων», έργο κατά πάσα πιθανότητα του 9ου αιώνα μ.Χ. Οι «Πράξεις τῶν Ἁγίων» αναφέρουν ότι ο Ιάσων καταστάθηκε από τον Παύλο, Επίσκοπος Ταρσού. «Ἐξ ἀρχῆς», λέγει το κείμενο των «Πράξεων τῶν Ἁγίων», «ὁμοῦ Ἰάσων τῆς Ταρσοῦ μητρόπολιν κυβερνῶν ἐμπεπίστευτο παρὰ Παύλου ὡς οἰκείαν πατρίδα». Αλλά το «οικείαν πατρίδα» δεν αναφέρεται στον Ιάσονα, αλλά στον Ταρσέα Παύλο, που εμπιστεύθηκε την πατρίδα του στον Ιάσονα. Αλλά και αν ακόμη ο Ιάσων καταγόταν από την Ταρσό, δεν θα ήταν Χριστιανός πριν από την εγκατάστασή του στη Θεσσαλονίκη. Τούτο είναι εύκολο να το ισχυρισθούμε, διότι εάν είχε γνωρίσει την χριστιανική πίστη στην Ταρσό, βρισκόμενος στην Θεσσαλονίκη έπρεπε τουλάχιστον να είχε προλειάνει το έδαφος. Το μόνο βέβαιο είναι ότι ο Ιάσων ζούσε στην Θεσσαλονίκη και ότι έγινε μαθητής του Αποστόλου Παύλου.

Κυριακή 10 Μαΐου 2026

Ἡ γῆ δέχεται τὸν σπόρο. Ἡ καρδιὰ ἄραγε δέχεται τὸν Χριστό;


Ἡ γῆ ποὺ ποτίζεται μὲ προσευχὴ
«Ὁ σπείρων ἐν δάκρυσιν, ἐν ἀγαλλιάσει θεριεῖ.» Ψαλμός 125
Δὲν εἶναι μόνο τὸ χώμα ποὺ χρειάζεται καλλιέργεια. Εἶναι καὶ ἡ καρδιά τοῦ ἀνθρώπου. Γιατί ἡ γῆ, ὅταν μείνει ἀκαλλιέργητη, γεμίζει ἀγκάθια. Καὶ ἡ ψυχή, ὅταν ἀφήσει τὴν προσευχὴ καὶ τὴν ταπείνωση, γεμίζει λογισμούς, σκληρότητα καὶ ψυχρότητα.
Ὁ μοναχὸς ποὺ σκύβει στὴ γῆ γιὰ νὰ φυτέψει, δὲν κάνει μόνο ἕνα χειρωνακτικὸ διακόνημα. Διδάσκει μυστικὰ ὅτι ὁ ἄνθρωπος πλαστῆκε γιὰ νὰ κοπιάζει μὲ εὐλογία, νὰ ἱδρώνει μὲ εὐχαριστία καὶ νὰ μεταμορφώνει τὸν κόπο σὲ δοξολογία Θεοῦ. Τὸ κάθε μικρὸ φυτό ποὺ μπαίνει στὴ γῆ μοιάζει μὲ μία μικρὴ ἐλπίδα ποὺ παραδίδεται στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ.
Στὶς παλιὲς ὀρθόδοξες πολιτείες, οἱ μοναχοὶ ἔσπερναν μὲ τὸ κομποσχοίνι στὸ χέρι. Ἡ γῆ γινόταν προσευχητάρι. Τὸ νερὸ γινόταν εὐλογία. Ὁ ἥλιος γινόταν μάρτυρας τοῦ τίμιου κόπου. Καὶ ὅταν φύτρωνε ὁ καρπός, κανείς δὲν ἔλεγε «τὸ κατάφερα». Ἔλεγαν «Δόξα τῷ Θεῷ».
Ἔτσι σώζεται ὁ ἄνθρωπος. Ὄχι μὲ μεγάλα λόγια καὶ θορύβους, ἀλλὰ μὲ ἥσυχο κόπο, μὲ καθαρὰ χέρια, μὲ προσευχὴ ποὺ ποτίζει τὴν καθημερινότητα. Γιατί ὁ Θεὸς δὲν κοιτάζει πόσο μεγάλο εἶναι τὸ χωράφι μας, ἀλλὰ πόση ταπείνωση ἔχει ἡ καρδιά μας.
Ὁ Ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ Σύρος λέγει: «Ἡ ταπείνωσις καὶ χωρὶς ἔργα πολλὰ συγχωρεῖ ἁμαρτήματα πολλά.»
Καὶ ἴσως τελικὰ αὐτὸς ποὺ φυτεύει μὲ εἰρήνη στὴ γῆ, νὰ φυτεύει τὴν ἴδια ὥρα καὶ λίγη Βασιλεία Θεοῦ μέσα στὸν κόσμο.
Ἂς μάθουμε ξανά νὰ ἀγαποῦμε τὸν εὐλογημένο κόπο, τὴ σιωπή, τὴν ἁπλότητα καὶ τὴν καθαρὴ ζωή. Γιατί ὅπου ὑπάρχει προσευχή, ταπείνωση καὶ τίμιος ἱδρώτας, ἐκεῖ ἀναπαύεται ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ.
Ἡ γῆ δέχεται τὸν σπόρο. Ἡ καρδιὰ ἄραγε δέχεται τὸν Χριστό;
Σὲ ὅλους ἐκείνους ποὺ κοπιάζουν σιωπηλά, μακριὰ ἀπὸ ἐπαίνους καὶ φωνές, καὶ κρατοῦν ἀκόμη λίγη καθαρότητα μέσα στὸν κόσμο.
Στὸν ἥσυχο κόπο τῆς γῆς, πολλὲς φορὲς κρύβεται ἡ πιο καθαρὴ προσευχή.

Ἡ ψυχὴ δὲν γεννήθηκε γιὰ τὴ γῆ. Θυμήσου ποῦ ἀνήκεις.


«Γνῶθι, ψυχή μου, τὴν ἄνω πατρίδα»
«Τὰ ἄνω φρονεῖτε, μὴ τὰ ἐπὶ τῆς γῆς.» Πρὸς Κολοσσαεῖς γ´ 2
Ὁ ἄνθρωπος δὲν ἐπλάσθη διὰ τὴν φθοράν, οὐδὲ διὰ νὰ καταλήξῃ εἰς τὸ χώμα τῆς λήθης. Ὁ Θεός, διὰ τοῦ ἀχράντου Λόγου καὶ τοῦ Παναγίου Πνεύματος, ἐδημιούργησε τὰ σύμπαντα μὲ σοφίαν καὶ ἀγαθότητα, καὶ μέσα εἰς αὐτὴν τὴν κτίσιν ἔθεσε τὸν ἄνθρωπον ὡς λογικὸν καὶ πνευματικὸν πρόσωπον, διὰ νὰ δοξάζῃ τὸ Πανάγιον Ὄνομα Αὐτοῦ. Ἀλλὰ ἡ ψυχὴ ποὺ ἐλησμόνησε τὴν καταγωγήν της, προσκολλᾶται εἰς τὰ γήϊνα, καὶ ἀντὶ νὰ ἀναβαίνῃ πρὸς τὸ φῶς, βαραίνει μέσα εἰς τὴν μέριμναν, τὴν φιλαυτίαν καὶ τὴν φθοράν.
«Ἐγὼ εἶπα· θεοί ἐστε καὶ υἱοὶ Ὑψίστου πάντες.» Ψαλμός πα´ 6
Μεγάλη εἶναι ἡ εὐγένεια τῆς ψυχῆς. Δὲν εἶναι πλασμένη διὰ νὰ σύρεται μέσα στὰ πάθη καὶ στὴν γῆν, ἀλλὰ διὰ νὰ κοινωνῇ τῆς θείας ζωῆς. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος λησμονῇ τὴν ἄνω πατρίδα, τότε τὸ χεῖρον νικᾷ τὸ κρεῖττον· τὸ σῶμα ἐξουσιάζει τὴν ψυχήν, καὶ ἡ καρδία ψυχραίνεται ἀπὸ τὴν χάριν. Ὅμως ὁ Κύριος δὲν παύει νὰ περιμένῃ τὴν ἐπιστροφὴν τοῦ ἀνθρώπου. Δὲν ἀποστρέφεται τὸ πλάσμα Του, ἀλλὰ σπλαγχνίζεται ἐκεῖνον ποὺ μετανοεῖ καὶ κράζει ἐκ βάθους καρδίας· «φεῖσαι δέομαι».
Ὁ κόσμος ὅλος παρέρχεται. Τὰ σώματα γη γίνονται, οἱ δόξες σβήνουν, τὰ πλούτη χάνονται, καὶ ὅσα φαίνονται μεγάλα εἰς τοὺς ἀνθρώπους γίνονται σκιὰ καὶ καπνός. Μόνον ἡ ψυχὴ ποὺ ἔμαθε νὰ ἐλπίζῃ εἰς τὸν Κύριον μένει ἀκλόνητος. Διότι ἡ ἀληθινὴ πατρίδα τοῦ ἀνθρώπου δὲν εἶναι ἡ γῆ, ἀλλὰ ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.
Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς λέγει ὅτι ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου ὅταν καθαρθῇ, θυμᾶται τὴν οὐράνια καταγωγήν του καὶ ποθεῖ τὸ Ἄκτιστον Φῶς. Αὐτὸς ὁ πόθος εἶναι ἡ μυστικὴ νοσταλγία τῆς ψυχῆς διὰ τὸν Θεόν.
Ἀδελφέ, μὴ παραδώσῃς τὴν ψυχὴν σου εἰς τὰ πρόσκαιρα. Μὴ κάμῃς κατοικίαν σου τὴν φθοράν. Ἔγερσαι ἀπὸ τὸν ὕπνον τῆς ραθυμίας καὶ μνήσθητι τίνος εἶσαι εἰκών. Ἡ ψυχὴ σου ἐπλάσθη διὰ τὴν αἰωνιότητα.
Ἡ καρδία ποὺ ἐλπίζει εἰς τὸν Χριστόν, δὲν χάνεται ποτέ.
Ἀφιερώνεται εἰς κάθε ψυχὴ ποὺ κουράστηκε ἀπὸ τὸ βάρος τοῦ κόσμου, ἀλλὰ μέσα της διατηρεῖ ἀκόμη τὴν μυστικὴ δίψα τῆς οὐρανίου πατρίδος.
Ἡ ψυχὴ δὲν γεννήθηκε γιὰ τὴ γῆ. Θυμήσου ποῦ ἀνήκεις.