Τρίτη 3 Μαρτίου 2026

Όταν η σκληρή καρδιά ράγισε μια στιγμή αφύπνισης κάτω από τον Σταυρό



«Ο δε εκατόνταρχος… ιδών τον σεισμόν και τα γενόμενα, εφοβήθησαν σφόδρα λέγοντες· Αληθώς Θεού Υιός ην ούτος.» Κατά Ματθαίον 27,54
Υπάρχουν στιγμές μέσα στην Αγία Γραφή που δεν τις αισθάνεται κανείς ολοκληρωμένα, παρά μόνον όταν η ζωή τον έχει ήδη φθείρει λίγο. Στιγμές που βαθαίνουν, όταν έχεις δει τον πόνο από κοντά. Στιγμές που ηχούν διαφορετικά, όταν έχεις περάσει απογοήτευση, αποτυχία και μετάνοια.
Μία από αυτές στέκει στους πρόποδες του Σταυρού.
Ένας Ρωμαίος εκατόνταρχος βρισκόταν εκεί εκείνη την ημέρα, όχι ως αναζητητής, ούτε ως μαθητής, ούτε ως περίεργος θεατής. Ήταν εκεί για να εκτελέσει το καθήκον του. Η εκτέλεση ήταν ρουτίνα. Ο θάνατος γνώριμος. Η συμπόνια δεν απαιτείτο.
Ήταν άνθρωπος μαθημένος να μένει ακλόνητος όταν οι άλλοι πανικοβάλλονταν. Να υπακούει χωρίς δισταγμό. Να σκληραίνει εκεί όπου άλλοι λύγιζαν. Είχε δει ανθρώπους να καταριούνται τους σταυρωτές τους, να ικετεύουν για έλεος, να ξεψυχούν μέσα σε μίσος.
Όμως αυτή η Σταύρωση ήταν διαφορετική.
Σκοτάδι απλώθηκε καταμεσήμερο. Η γη εσείσθη. Η ίδια η κτίση αντέδρασε σε ό,τι ο άνθρωπος τολμούσε να πράξει.
Και στο μέσον κρεμόταν Ένας Άνθρωπος που δεν καταριόταν. Δεν απειλούσε. Δεν οργιζόταν.
Υπήρχε έλεος εκεί όπου θα ανέμενε κανείς δηλητήριο. Σιωπή εκεί όπου θα ανέμενε κραυγές. Εξουσία χωρίς βία. Αθωότητα χωρίς αυτοάμυνα.
Ο εκατόνταρχος τα είδε όλα.
Στάθηκε αρκετά κοντά ώστε να αισθανθεί το βάρος της στιγμής. Αρκετά κοντά ώστε να καταλάβει πως αυτό δεν ήταν ένας ακόμη καταδικασμένος που πάλευε για μια τελευταία ανάσα. Κάτι άγιο συνέβαινε, και αυτό τον φόβισε.
Όταν ο Ιησούς παρέδωσε το πνεύμα, η γη εσείσθη και φόβος κατέλαβε όσους στέκονταν εκεί. Και από τα χείλη ενός ανθρώπου που εκπροσωπούσε την ισχύ της Ρώμης ακούστηκε μία ομολογία απροσδόκητη.
Αληθώς Θεού Υιός ην ούτος.
Δεν ειπώθηκε από άμβωνα. Δεν διδάχθηκε σε συναγωγή. Εξεστομίσθη μέσα σε δέος και φόβο, μέσα σε εσωτερική αφύπνιση.
Δεν γεννήθηκε από χρόνια διδασκαλίας. Γεννήθηκε από τη θέα της Αλήθειας την ώρα της δοκιμασίας.
Δεν αναζητούσε την αλήθεια εκείνη την ημέρα. Ήταν εκεί για το καθήκον του. Κι όμως, κάτω από τον Σταυρό, η Αλήθεια τον βρήκε.
Οι περισσότεροι μαθητές είχαν απομακρυνθεί. Ο φόβος τους είχε διασκορπίσει. Τα πλήθη που κάποτε ζητωκραύγαζαν είχαν σιωπήσει. Και εκείνη τη στιγμή, δεν ήταν κάποιος ακόλουθος που ομολόγησε. Ήταν ένας Ρωμαίος αξιωματικός, υπηρέτης της εξουσίας που διέταξε την εκτέλεση.
Η Χάρις ενεργεί έτσι.
Φθάνει εκεί όπου δεν το περιμένουμε. Διακόπτει εκείνους που δεν αναζητούσαν. Διαπερνά καρδιές οπλισμένες με καθήκον, αμαρτία και σκληρότητα.
Ο στρατιώτης δεν γνώριζε τα πάντα. Δεν είχε ακούσει ακόμη για τον Κενό Τάφο και την Ανάσταση. Όμως κάτι ανεπανόρθωτο συνέβη μέσα του. Ο τρόπος που έβλεπε τον Ιησού άλλαξε για πάντα.
Ήρθε στον Σταυρό επιβλέποντας θάνατο. Έφυγε από τον Σταυρό ομολογώντας αλήθεια.
Και γι’ αυτό η στιγμή αυτή είναι τόσο σπουδαία.
Διότι πολλοί δεν συναντήσαμε τον Χριστό μέσα σε καθαρό ναό και ήρεμη προσευχή. Τον συναντήσαμε στο χάος. Στην ενοχή. Στη σύγχυση. Στη στιγμή που δεν γνωρίζαμε πώς να διορθώσουμε όσα είχαν σπάσει.
Κάποιοι Τον πλησιάσαμε εξαντλημένοι. Κάποιοι οργισμένοι.

Όταν η κτίση στενάζει για την αχαριστία του ανθρώπου



«Καὶ εἶδεν ὁ Θεός ὅτι καλόν». Με αυτά τα λόγια η Αγία Γραφή σφραγίζει το έργο της δημιουργίας, όχι ως τυχαίο γεγονός, αλλά ως θεϊκή δωρεά, ως έκφραση αγάπης και σοφίας. Ο κόσμος δεν πλάστηκε για να λεηλατηθεί, αλλά για να κοινωνηθεί. Η γη, τα ύδατα, τα δέντρα και κάθε ζωντανό ον αποτελούν ευλογία και ευθύνη μαζί.
Η εικόνα των δέντρων που παύουν να προσφέρουν σκιά και οξυγόνο δεν είναι απλώς ποιητικός λόγος. Είναι προφητική υπενθύμιση. Όταν ο άνθρωπος αποκόπτεται από τον Δημιουργό, διαταράσσει και τη σχέση του με τη δημιουργία. Η αχαριστία γίνεται πνευματική τύφλωση και η γη αντανακλά το εσωτερικό του σκοτάδι. Οι μεγάλες τρύπες που μένουν πίσω δεν είναι μόνο στο έδαφος, αλλά και στην καρδιά.
Ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός έλεγε «Όπου υπάρχουν δέντρα, εκεί υπάρχει ευλογία Θεού». Προέτρεπε τους ανθρώπους να φυτεύουν, να καλλιεργούν, να αγαπούν τη γη ως δώρο του Κυρίου. Δεν έβλεπε τα δέντρα ως απλά υλικά στοιχεία, αλλά ως σημεία πρόνοιας και ζωής. Η Εκκλησία πάντοτε δίδαξε ότι ο άνθρωπος είναι οικονόμος της κτίσεως, όχι τύραννος. Στις ευχές των Θεοφανείων αγιάζονται τα ύδατα. Στις λιτανείες αγιάζεται η γη. Στην υμνολογία υμνείται ο ήλιος, η σελήνη, τα όρη και τα φυτά ως δοξολογούντα τον Θεό.

Η Πιστότητα στα Ελάχιστα ως Οδός Σωτηρίας



«Ὁ πιστὸς ἐν ἐλαχίστῳ καὶ ἐν πολλῷ πιστός ἐστιν.» Λουκάς 16,10.
Η πιστότητα στα μικρά δεν φαίνεται εντυπωσιακή. Δεν προκαλεί θαυμασμό ούτε συγκινεί τα πλήθη. Φαίνεται απλή, καθημερινή, σχεδόν ασήμαντη. Είναι η απάντηση σε ένα μήνυμα με ευθύτητα. Είναι η τήρηση του λόγου χωρίς υπεκφυγές. Είναι η συνέπεια στην ώρα, η ακρίβεια στο καθήκον, η προσευχή όταν κανείς δεν σε βλέπει. Είναι η επιλογή της εντιμότητας εκεί όπου η ευκολία της παρακάμψεως θα μπορούσε να σε εξυπηρετήσει.
Δεν υπάρχουν προβολείς. Δεν υπάρχει χειροκρότημα. Δεν υπάρχει δημόσια επιβεβαίωση. Υπάρχει μόνο η αθόρυβη συνέπεια. Και όμως, ενώπιον του Θεού τίποτε από αυτά δεν είναι μικρό. Διότι ο Κύριος δεν μετρά με τα μέτρα του κόσμου. Εκείνος βλέπει την καρδιά, βλέπει την πρόθεση, βλέπει την κρυφή εργασία της ψυχής.
Οι μεγάλες στιγμές δεν οικοδομούν τον χαρακτήρα. Τον αποκαλύπτουν. Η δοκιμασία δεν δημιουργεί πίστη εκ του μηδενός, αλλά φανερώνει αν αυτή έχει καλλιεργηθεί στα χρόνια της αφάνειας. Αν ο άνθρωπος δεν έμαθε να είναι πιστός στο ιδιωτικό του ταμείο, η δημόσια θέση θα τον εκθέσει. Αν δεν έμαθε να διαχειρίζεται το σήμερα με φόβο Θεού και διάκριση, το αύριο θα τον συνθλίψει.
Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος διδάσκει ότι τίποτε δεν είναι μικρό όταν γίνεται για τον Θεό. Ακόμη και ένα ποτήρι νερό που προσφέρεται με αγάπη αποκτά αιώνια βαρύτητα. Αυτό σημαίνει ότι η επανάληψη της καθημερινής αρετής δεν είναι μηχανική πράξη, αλλά μυστική άσκηση.

ΑΓΙΑ ΦΙΛΟΘΕΗ Η ΑΘΗΝΑΙΑ (19 Φεβρουαρίου)



Ὅρπηξ Ἀθηνῶν ἐστιν ἡ Φιλοθέη,

Ἐχθρὸν βαλοῦσα σταυροῦ τῇ πανοπλίᾳ. 


Η Αγία Φιλοθέη γεννήθηκε το έτος 1522 μ.Χ. στην τουρκοκρατούμενη τότε Αθήνα. Οι ευσεβείς γονείς της ονομάζονταν Άγγελος και Συρίγα Μπενιζέλου. Η μητέρα της ήταν στείρα και απέκτησε την Αγία μετά από θερμή και συνεχή προσευχή.

Ο Κύριος που ικανοποιεί το θέλημα εκείνων που Τον σέβονται και Τον αγαπούν, άκουσε την δέησή της. Και πράγματι, μια ημέρα η Συρίγα μπήκε κατά την συνήθειά της στο ναό της Θεοτόκου για να προσευχηθεί και από τον κόπο της έντονης και επίμονης προσευχής την πήρε για λίγο ο ύπνος. Τότε ακριβώς είδε ένα θαυμαστό όραμα. Ένα φως ισχυρό και λαμπρό βγήκε από την εικόνα της Θεομήτορος και εισήλθε στην κοιλιά της. Έτσι ξύπνησε αμέσως και έκρινε ότι το όραμα αυτό σήμαινε στην ικανοποίηση του αιτήματός της. Έτσι κι έγινε. Ύστερα από λίγο καιρό η Συρίγα έμεινε έγκυος και έφερε στον κόσμο τη μονάκριβη θυγατέρα της.

Μαζί με την Χριστιανική ανατροφή, έδωσαν στην μοναχοκόρη τους και κάθε δυνατή, για την εποχή εκείνη, μόρφωση. Έτσι η Ρηγούλα (ή Ρεβούλα, δηλαδή Παρασκευούλα), αυτό ήταν το όνομά της προτού γίνει μοναχή, όσο αύξανε κατά την σωματική ηλικία, τόσο προέκοπτε και κατά την ψυχή, όπως λέει το συναξάρι της.

Σε ηλικία 14 χρονών, οι γονείς της την πάντρεψαν, παρά την θέλησή της, με έναν από τους άρχοντες της Αθήνας. Αργότερα, αφού πέθαναν οι γονείς και ο σύζυγός της, ήρθε η ώρα να πραγματοποιήσει ένα μεγάλο πόθο της. Αφιερώνεται εξ ολοκλήρου στον Χριστό, γίνεται μοναχή και παίρνει το όνομα Φιλοθέη.

Κατ' αρχήν, ύστερα από εντολή του Αγίου Ανδρέα του Πρωτόκλητου, τον οποίο είδε σε όραμα, οικοδόμησε ένα γυναικείο μοναστήρι με αρκετά κελιά, στο οποίο και έδωσε το όνομα του Αγίου για να τον τιμήσει. Στο μοναστήρι πρόσθεσε και άλλα αναγκαία οικοδομήματα και εκτάσεις και το προικοδότησε με μετόχια και υποστατικά, που υπερεπαρκούσαν για τη διατροφή και συντήρηση των μοναζουσών.

Δευτέρα 2 Μαρτίου 2026

Η ευθύνη του Ποιμένος ενώπιον του Βήματος



«Ουδέν γαρ οὕτω ψυχρὸν ὡς χριστιανὸς μὴ μεριμνῶν περὶ τῆς ἑαυτοῦ σωτηρίας», διδάσκει ο Ιερός Χρυσόστομος, και ο λόγος του στέκει μέχρι σήμερα ως καθρέφτης συνειδήσεως. Δεν υπήρξε ρήτορας για να χαϊδεύει αυτιά, αλλά ποιμένας που πονούσε για τις ψυχές. Όταν κάποιοι τον απειλούσαν ότι θα αποχωρήσουν εξαιτίας της αυστηρότητας του κηρύγματός του, δεν υποχώρησε. Δεν διαπραγματεύθηκε την αλήθεια. Δεν θυσίασε το Ευαγγέλιο για να διατηρήσει αριθμούς.
Ο ποιμένας γνωρίζει ότι θα σταθεί μόνος ενώπιον του Βήματος του Χριστού. Εκεί δεν θα υπάρξουν επευφημίες ούτε παράπονα. Δεν θα σταθούν γύρω του εκείνοι που ζητούσαν επιείκεια εις βάρος των εντολών. Θα σταθεί μόνος με το βάρος της ευθύνης του. Διότι η χάρη που ζητούν οι άνθρωποι, να σιωπήσει μπροστά στην αμαρτία, δεν θα τον απαλλάξει από την κρίση του Θεού. Και όπως σημειώνει αλλού, «ὁ σιωπῶν ἐν κινδύνοις, προδότης ἐστίν». Η σιωπή μπροστά στην πλάνη δεν είναι καλοσύνη, είναι συνενοχή.

Η στενή και τεθλιμμένη οδός της σωτηρίας



«Εἴ τις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθείτω μοι», διδάσκει ο Κύριος στο ιερό Ευαγγέλιο. Και αλλού βεβαιώνει ότι «στενὴ ἡ πύλη καὶ τεθλιμμένη ἡ ὁδός ἡ ἀπάγουσα εἰς τὴν ζωήν». Ο λόγος αυτός δεν είναι απειλή, αλλά πρόσκληση σε ελευθερία. Η πορεία προς τον Θεό δεν είναι δρόμος εύκολος ούτε πλατύς. Είναι αγώνας, είναι άσκηση, είναι καθημερινή υπέρβαση του εγωισμού και των φόβων.
Στην πνευματική ζωή, δεν είναι όλοι έτοιμοι να βαδίσουν μαζί μας. Υπάρχουν ψυχές που συμπορεύονται και στηρίζουν, και άλλες που αδυνατούν να κατανοήσουν τον αγώνα. Εκείνος όμως που δεν μπορεί να σηκώσει τον δικό του σταυρό, ας μη βαραίνει τον σταυρό του άλλου. Αν δεν έχει δύναμη να ενισχύσει, ας μην αποδυναμώνει. Αν δεν μπορεί να υψωθεί προς τον ουρανό, ας μη σύρει τον αδελφό προς τη γη. Διότι κάθε ψυχή έχει προορισμό αιώνιο, και ο προορισμός αυτός δεν είναι να προσγειωθεί στην απελπισία, αλλά να αναστηθεί στην ελπίδα.
Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος διδάσκει ότι τίποτε δεν πληγώνει τόσο την ψυχή όσο η αποθάρρυνση στον αγώνα της αρετής. Όταν κάποιος αγωνίζεται να κρατήσει την πίστη, την καθαρότητα, την ελπίδα και την αγάπη, χρειάζεται ενίσχυση, όχι ειρωνεία. Χρειάζεται προσευχή, όχι υπονόμευση. Αν δεν μπορούμε να γίνουμε φως, ας μη γινόμαστε σκιά.

Άγιος Λέων Πάπας Ρώμης 18 Φεβρουαρίου


Ο Άγιος Λέων γεννήθηκε στη Ρώμη περί τα τέλη του 4ου αιώνος μ.Χ. και έζησε στα χρόνια των βασιλέων Μαρκιανού και Πουλχερίας (450 – 457 μ.Χ.). Διετέλεσε διάκονος των Επισκόπων Ρώμης Καλλίστου και Σίξτου (432 – 440 μ.Χ.) και εξαιτίας της πολλής αρετής, της συνέσεως και της καθαρότητας του βίου του χειροτονήθηκε Επίσκοπος Ρώμης στις 29 Σεπτεμβρίου του έτους 440 μ.Χ.
Κατά την Δ’ Οικουμενική Σύνοδο, που συνήλθε στη Χαλκηδόνα, το έτος 451 μ.Χ., προσέφερε μεγάλη υπηρεσία στην ορθόδοξη αλήθεια διά της ενεργού και φωτισμένης συμβολής του. Απέστειλε σε αυτήν τέσσερις αντιπροσώπους του, η δε επιστολή την οποία απηύθυνε προς τη Σύνοδο καθόριζε με όλη την ακρίβεια και το φωτισμό του Αγίου Πνεύματος τη διδασκαλία της Εκκλησίας περί του προσώπου του Ιησού Χριστού και τις δύο φύσεις του Κυρίου, τη θεία και την ανθρώπινη.
Ο Άγιος Λέων κοιμήθηκε σε βαθύ γήρας στις 10 Νοεμβρίου 460 μ.Χ. με ειρήνη και η Σύναξή του ετελείτο στη Μεγάλη Εκκλησία.
Απολυτίκιον (Κατέβασμα)
Ήχος γ'. Θείας πίστεως.
Θείας πίστεως, ορθοδοξία, υπεστήριξας, την Εκκλησίαν, ως πολύφωνον του πνεύματος όργανον εκ γαρ Δυσμών αναλάμψας ως ήλιος, αιρετικών την απάτην εμείωσας, Λέων Όσιε, Χριστόν τον Θεόν ικέτευε, δωρήσασθαι ημίν το μέγα έλεος.

Κυριακή 1 Μαρτίου 2026

Ἅγιος Θεόδωρος ὁ Τήρων (17 Φεβρουαρίου)




 
Ἅγιος Θεόδωρος ὁ Τήρων

Ο Αγιος Θεόδωρος ο Τήρων καταγόταν από το χωριό Αμάσεια στη Μαύρη Θάλασσα, που ονομαζόταν Χουμιαλά, και έζησε κατά τους χρόνους των αυτοκρατόρων Μαξιμιανού (286 - 305 μ.Χ.), Γαλερίου (305 - 311 μ.Χ.) και Μαξιμίνου (305 - 312 μ.Χ.). Ονομάζεται Τήρων, διότι κατετάγη στο στράτευμα των Τηρώνων, δηλαδή των νεοσυλλέκτων, διοικούμενο υπό του πραιπόσιτου Βρίγκα.


                                                                                                                                                                                                                            

Διαβλήθηκε στον πραιπόσιτο ως Χριστιανός και εκλήθηκε σε εξέταση. Εκεί  ομολόγησε την πίστη του στον Χριστό χωρίς δισταγμό. Ο διοικητής Βρίγκας δεν θέλησε να προχωρήσει στην σύλληψη και τιμωρία του Αγίου Θεοδώρου, αλλά τον άφησε να σκεφτεί και να του απαντήσει λίγο αργότερα. Πίστευε ότι ο Θεόδωρος θα άλλαζε και θα θυσίαζε στα είδωλα. Ο Μεγαλομάρτυς όχι μόνο παρέμεινε αδιάσειστος στην πίστη του, αλλά έκαψε και το ναό της μητέρας των θεών Ρέας μετά του ειδώλου αυτής. Αμέσως τότε συνελήφθη και ρίχτηκε από τους ειδωλολάτρες σε πυρακτωμένη κάμινο, όπου και ετελειώθηκε μαρτυρικά.


Η Σύναξη του Αγίου Μεγαλομάρτυρα Θεοδώρου του Τήρωνος ετελείτο στο αγιότατο Μαρτύριό του, το οποίο βρισκόταν στην περιοχή του Φωρακίου ή Σφωρακίου, το Σάββατο της Α' εβδομάδος των Νηστειών, δηλαδή την ημέρα που ο Άγιος έκανε το 
Θαῦμα των κολλύβων σώζοντας τον ορθόδοξο λαό από τα μιασμένα ειδωλόθυτα, τα οποία επρόκειτο από άγνοια να φάει.

Στην Αγιογραφία, ο Άγιος Θεόδωρος ο Τήρων εμφανίζεται σε τεσσάρων ειδών μορφές. Είτε μόνος με στρατιωτική στολή, είτε αντιμετωπίζοντας ένα φίδι-δράκο και μαζί με τον Άγιο Θεόδωρο τον Στρατηλάτη όρθιοι ή πάνω σε άλογα. Πάντα φέρει στρατιωτική στολή.



Ἀπολυτίκιον  

Ἦχος β’.
Μεγάλα τά τῆς πίστεως κατορθώματα! ἐν τῇ πηγῇ τῆς φλογός, ὡς ἐπί ὕδατος ἀναπαύσεως, ὁ ἅγιος Μάρτυς Θεόδωρος ἠγάλλετο· πυρί γάρ ὁλοκαυτωθείς, ὡς ἄρτος ἡδύς, τῇ Τριάδι προσήνεκται. Ταῖς αὐτοῦ ἱκεσίαις, Χριστέ ὁ Θεός, σῶσον τάς ψυχάς ἡμῶν.

 

Σάββατο 28 Φεβρουαρίου 2026

Η τιμή των Αγίων Εικόνων και το φως της Κυριακής της Ορθοδοξίας



«Ἡ τιμὴ τῆς εἰκόνος ἐπὶ τὸ πρωτότυπον διαβαίνει», διδάσκει ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, θεμελιώνοντας θεολογικά αυτό που η Εκκλησία έζησε με αίμα, δάκρυα και ομολογία. Η Κυριακή της Ορθοδοξίας δεν είναι απλώς ιστορική ανάμνηση της αναστήλωσης των Αγίων και σεπτών Εικόνων το 843 μ.Χ., αλλά πανηγυρική ομολογία ότι ο Θεός έγινε αληθινά άνθρωπος και ότι η ύλη αγιάζεται, όταν ενώνεται με Εκείνον.
Σε ένα μικρό μοναστήρι στους πρόποδες ενός βουνού υπήρχε μια παλαιά εικόνα της Παναγίας. Δεν ήταν περίτεχνη ούτε στολισμένη με χρυσάφι. Το ξύλο είχε σκουρύνει από τα χρόνια και τα χρώματα είχαν ξεθωριάσει. Εκεί, μπροστά σε εκείνη τη φθαρμένη επιφάνεια, γενιές μοναχών άναβαν το καντήλι και άφηναν τον στεναγμό της καρδιάς τους να γίνει προσευχή.
Κάποτε ήρθε στο μοναστήρι ένας μορφωμένος άνθρωπος της πόλης. Βλέποντας την εικόνα χαμογέλασε ειρωνικά. Πώς είναι δυνατόν να στέκεστε μπροστά σε ξύλο και μπογιές και να προσεύχεστε; Δεν είναι απλώς ένα αντικείμενο;
Ένας γέροντας μοναχός τον πλησίασε ήρεμα. Δεν αντέκρουσε με οξείες λέξεις ούτε με ρητορικές αποδείξεις. Τον οδήγησε στο κελί του και του έδειξε μια μικρή παλιά φωτογραφία. Ποια είναι αυτή; ρώτησε. Ο επισκέπτης συγκινήθηκε. Η μητέρα μου, απάντησε, έχει φύγει χρόνια τώρα. Δώσε μου τη φωτογραφία να τη σκίσω, είπε ο γέροντας. Ο άνθρωπος ταράχτηκε. Μα τι λέτε; Είναι ιερή για μένα. Ο μοναχός τον κοίταξε βαθιά. Δεν είναι χαρτί και μελάνι; Γιατί αντιδράς;
Ο επισκέπτης σώπασε. Εκείνη τη στιγμή άνοιξε μέσα του ένας άλλος ορίζοντας. Ο γέροντας του εξήγησε με απλότητα ότι δεν τιμούμε το ξύλο, αλλά Εκείνον που εικονίζεται. Η εικόνα είναι παράθυρο. Δεν σταματά η καρδιά στο υλικό, αλλά περνά στο Πρωτότυπο. Όπως η φωτογραφία δεν είναι η μητέρα, αλλά μας συνδέει μυστικά με εκείνην, έτσι και η ιερά εικόνα δεν είναι ο Θεός ή ο Άγιος, αλλά μας εισάγει στη ζώσα σχέση μαζί Του.
Αυτή είναι η καρδιά της Κυριακής της Ορθοδοξίας. Η Εκκλησία δεν υπερασπίστηκε ένα καλλιτεχνικό έθιμο. Υπερασπίστηκε την αλήθεια της Ενανθρωπήσεως. Αν ο Χριστός δεν έγινε αληθινός άνθρωπος, δεν θα μπορούσε να εικονισθεί. Αν όμως έγινε, τότε η απεικόνισή Του ομολογεί ότι η σωτηρία δεν είναι ιδέα, αλλά γεγονός. Ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης τονίζει ότι όποιος απορρίπτει την εικόνα, αποδυναμώνει την ομολογία της σαρκώσεως. Και η Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδος διακήρυξε ότι η προσκύνηση της εικόνας είναι τιμητική και όχι λατρευτική, διότι η λατρεία ανήκει μόνο στον Τριαδικό Θεό.
Όταν ο επισκέπτης στάθηκε ξανά μπροστά στην παλαιά εικόνα της Παναγίας, δεν είδε φθαρμένο ξύλο. Είδε μια πρόσκληση. Να υψώσει τον νου από το ορατό στο αόρατο. Να αφήσει την καρδιά να περάσει από την ύλη στη χάρη. Να μάθει ότι η εικόνα δεν ζητά να τη λατρέψεις, αλλά να σε οδηγήσει στη σχέση με το Πρόσωπο που εικονίζεται.
Στον κόσμο που συχνά λατρεύει την ύλη ως αυτοσκοπό, η Ορθοδοξία υπενθυμίζει ότι η ύλη γίνεται φορέας θείας ενέργειας όταν εντάσσεται στο μυστήριο του Χριστού. Το ξύλο του Σταυρού έγινε όργανο σωτηρίας. Το νερό του Βαπτίσματος έγινε λουτρό παλιγγενεσίας. Το λάδι του Ευχελαίου γίνεται ίαση ψυχής και σώματος. Έτσι και το ξύλο της εικόνας γίνεται τόπος συνάντησης, όχι επειδή έχει μαγική δύναμη, αλλά επειδή η Εκκλησία το αγιάζει και το εντάσσει στη ζωή της χάριτος.
Η Κυριακή της Ορθοδοξίας είναι κάλεσμα να ελέγξουμε αν μέσα μας υπάρχουν αόρατες εικονομαχίες. Αν αρνούμαστε να δούμε τον Χριστό στο πρόσωπο του αδελφού. Αν υποτιμούμε τα ιερά ως απλές μορφές. Αν η καρδιά μένει κλειστή στο μυστήριο της θείας παρουσίας. Η αληθινή προσκύνηση δεν εξαντλείται σε μια κίνηση του σώματος, αλλά γίνεται κλίση του είναι προς τον Θεό.
Η παλαιά εικόνα στο μοναστήρι, φθαρμένη και ταπεινή, έγινε για έναν άνθρωπο της πόλης πύλη μετανοίας και φωτισμού. Και έτσι η Εκκλησία συνεχίζει αιώνες τώρα να υψώνει τις ιερές εικόνες όχι ως αντικείμενα αισθητικής, αλλά ως ομολογία πίστεως. Διότι όποιος στέκεται με ταπείνωση μπροστά στην εικόνα, διδάσκεται σιωπηλά να μεταμορφώσει και ο ίδιος την ύπαρξή του σε ζώσα εικόνα του Θεού.
Η ιερά εικόνα είναι πρόσκληση. Από το φθαρτό στο άφθαρτο. Από το ορατό στο αόρατο. Από την απλή θέαση στη ζώσα κοινωνία με Εκείνον που σώζει.
Μπροστά στην παλαιά εικόνα της Παναγίας, η καρδιά μαθαίνει να βλέπει πέρα από το ξύλο και τα χρώματα, και να αναγνωρίζει το άνοιγμα του ουρανού μέσα στον χρόνο.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ: Εὐαγγέλιο - Ἀπόστολος - Ἡ Ὀρθοδοξία Πολεμουμένη Νικᾶ

 







Τῇ ἐπαύριον ἠθέλησεν ὁ  Ἰησοῦς ἐξελθεῖν εἰς τὴν Γαλιλαίαν· καὶ εὑρίσκει Φίλιππον καὶ λέγει αὐτῷ· ἀκολούθει μοι. Ἦν δὲ ὁ Φίλιππος ἀπὸ Βηθσαϊδά, ἐκ τῆς πόλεως  Ἀνδρέου καὶ Πέτρου. Εὑρίσκει Φίλιππος τὸν Ναθαναὴλ καὶ λέγει αὐτῷ· ὃν ἔγραψε Μωϋσῆς ἐν τῷ νόμῳ καὶ οἱ προφῆται, εὑρήκαμεν,  Ἰησοῦν τὸν υἱὸν τοῦ  Ἰωσὴφ τὸν ἀπὸ Ναζαρέτ. Καὶ εἶπεν αὐτῷ Ναθαναήλ· ἐκ Ναζαρὲτ δύναταί τι ἀγαθὸν εἶναι; λέγει αὐτῷ Φίλιππος· ἔρχου καὶ ἴδε. Εἶδεν ὁ  Ἰησοῦς τὸν Ναθαναὴλ ἐρχόμενον πρὸς αὐτὸν καὶ λέγει περὶ αὐτοῦ· ἴδε ἀληθῶς  Ἰσραηλίτης ἐν ᾧ δόλος οὐκ ἔστι. Λέγει αὐτῷ Ναθαναήλ· πόθεν με γινώσκεις; ἀπεκρίθη  Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῷ· πρὸ τοῦ σε Φίλιππον φωνῆσαι, ὄντα ὑπὸ τὴν συκῆν εἶδόν σε. ἀπεκρίθη Ναθαναὴλ καὶ λέγει αὐτῷ· ραββί, σὺ εἶ ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ, σὺ εἶ ὁ βασιλεὺς τοῦ  Ἰσραήλ. Ἀπεκρίθη  Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῷ· ὅτι εἶπόν σοι, εἶδόν σε ὑποκάτω τῆς συκῆς, πιστεύεις; μείζω τούτων ὄψει. Καὶ λέγει αὐτῷ· ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἀπ’ ἄρτι ὄψεσθε τὸν οὐρανὸν ἀνεῳγότα, καὶ τοὺς ἀγγέλους τοῦ Θεοῦ ἀναβαίνοντας καὶ καταβαίνοντας ἐπὶ τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου.







Aδελφοί, πίστει Μωϋσῆς μέγας γενόμενος ἠρνήσατο λέγεσθαι υἱὸς θυγατρὸς Φαραώ, μᾶλλον ἑλόμενος συγκακουχεῖσθαι τῷ λαῷ τοῦ Θεοῦ ἢ πρόσ­­καιρον ἔχειν ἁμαρτίας ἀπόλαυσιν, μείζονα πλοῦτον ἡγησάμενος τῶν Αἰ­­γύπτου θησαυρῶν τὸν ὀνειδισμὸν τοῦ Χριστοῦ· ἀπέβλεπε γὰρ εἰς τὴν μισθαποδοσίαν. Καὶ τί ἔτι λέγω; ἐπιλείψει γάρ με διηγούμενον ὁ χρόνος περὶ Γεδεών, Βαράκ τε καὶ Σαμψὼν καὶ ᾿Ιεφθάε, Δαυΐδ τε καὶ Σαμουὴλ καὶ τῶν προ­­φητῶν, οἳ διὰ πίστεως κατηγωνίσαντο βασιλείας, εἰργάσαντο δικαιοσύνην, ἐπέτυχον ἐπαγγελιῶν, ἔφραξαν στόματα λεόντων, ἔσβεσαν δύναμιν πυρός, ἔφυγον στόματα μαχαίρας, ἐνεδυναμώθησαν ἀπὸ ἀσθενείας, ἐγενήθησαν ἰσχυροὶ ἐν πολέμῳ, παρεμβολὰς ἔκλιναν ἀλλοτρίων· ἔλαβον γυναῖκες ἐξ ἀναστάσεως τοὺς νεκροὺς αὐτῶν· ἄλλοι δὲ ἐτυμπανίσθησαν, οὐ προσδεξάμενοι τὴν ἀπολύτρωσιν, ἵνα κρείττονος ἀναστάσεως τύχωσιν· ἕτεροι δὲ ἐμπαιγμῶν καὶ μαστίγων πεῖραν ἔλαβον, ἔτι δὲ δεσμῶν καὶ φυλακῆς· ἐλιθάσθησαν, ἐπρί­σθησαν, ἐπειράσθησαν, ἐν φόνῳ μαχαίρας ἀπέθανον, περιῆλθον ἐν μηλωταῖς, ἐν αἰγείοις δέρμασιν, ὑ­­­στερούμενοι, θλιβόμενοι, κακουχούμενοι, ὧν οὐκ ἦν ἄξιος ὁ κόσμος, ἐν ἐρη­μίαις πλανώμενοι καὶ ὄρεσι καὶ σπηλαίοις καὶ ταῖς ὀπαῖς τῆς γῆς. Καὶ οὗτοι πάντες μαρτυρηθέντες διὰ τῆς πίστεως οὐκ ἐκομίσαντο τὴν ἐπαγγελίαν, τοῦ Θεοῦ περὶ ἡμῶν κρεῖττόν τι προβλεψαμένου, ἵνα μὴ χωρὶς ἡμῶν τελειωθῶσι.








«Ἡ Ἐκκλησία πολεμουμένη νικᾶ», εἶναι ἡ περίφημη φράση τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου. Πράγματι, πόση ἀλήθεια περικλείεται μέσα σ’ αὐτό τὸ τόσο σύντομο ρητό! Ἤδη ἀπὸ τὴν πρὸ Χριστοῦ ἐποχὴ ἡ Ἐκκλησία τῶν Δικαίων τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἐπολεμήθη. Δὲν εἶναι καθόλου τυχαῖο τὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα τῆς σημερινῆς ἡμέρας. Λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος γιὰ τοὺς Δικαίους: «Ἐπιλείψει γὰρ μὲ διηγούμενον ὁ χρόνος, περὶ Γεδεῶν, Βαράκ τε, καὶ Σαμψῶν, καὶ Ἰεφθάε, Δαυΐδ τε καὶ Σαμουήλ, καὶ τῶν Προφητῶν, Οἳ [οἱ ὁποῖοι] διὰ πίστεως κατηγωνίσαντο βασιλείας, εἰργάσαντο δικαιοσύνην, ἐπέτυχον ἐπαγγελιῶν, ἔφραξαν στόματα λεόντων, ἔσβεσαν δύναμιν πυρός, ἔφυγον στόματα μαχαίρας, ἐνεδυναμώθησαν ἀπὸ ἀσθενείας, ἐγενήθησαν ἰσχυροὶ ἐν πολέμῳ, παρεμβολὰς ἔκλιναν ἀλλοτρίων, Ἔλαβον γυναῖκες ἐξ ἀναστάσεως τοὺς νεκροὺς αὐτῶν, ἄλλοι δὲ ἐτυμπανίσθησαν, οὐ προσδεξάμενοι τὴν ἀπολύτρωσιν, ἵνα κρείττονος ἀναστάσεως τύχωσιν, ἕτεροι δὲ ἐμπαιγμῶν καὶ μαστίγων πείραν ἔλαβον, ἔτι δὲ δεσμῶν καὶ φυλακῆς, ἐλιθάσθησαν, ἐπρίσθησαν [δηλαδὴ πριονίσθηκαν, ὅπως ὁ Προφήτης Ἡσαΐας], ἐπειράσθησαν, ἐν φόνῳ μαχαίρας ἀπέθανον, περιῆλθον ἐν μηλωταῖς, ἐν αἰγείοις δέρμασιν [δηλαδή, περιπλανήθηκαν φορῶντας προβιές καί δέρματα ζώων, ὅπως οἰ Προφῆτες Ἠλίας καὶ Ἐλισαῖος], ὑστερούμενοι, θλιβόμενοι, κακουχούμενοι, (ὧν οὐκ ἣν ἄξιος ὁ κόσμος) [τῶν ὁποίων δὲν ῆταν ἄξιος ὁ κόσμος] ἐν ἐρημίαις πλανώμενοι, καὶ ὄρεσι, καὶ σπηλαίοις, καὶ ταῖς ὀπαῖς τῆς γῆς» (Ἑβρ. ΙΑ’ 32-38). Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος μᾶς διηγεῖται τόν πόλεμο καὶ τοὺς διωγμοὺς πού δέχθηκαν οἱ ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ, αὐτοὶ ποὺ ἔλεγαν τὴν ἀλήθεια.

ΣΥΝΟΔΙΚΟΝ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ (ὀλόκληρο τό κείμενο) ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ ΣΤΟΥΣ ΦΙΛΟΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΕΣ ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΣΤΟΥΣ ΑΝΤΙΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΕΣ ΠΟΥ ΑΝΗΚΟΥΝ ΑΚΟΜΗ ΔΥΣΤΥΧΩΣ ΠΑΡΟΛΟ ΤΟΝ ΑΓΩΝΑ ΤΟΥΣ ΣΤΟ Π.Σ.Ε [ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ Η ΤΟΥ ΣΑΤΑΝΑ ΚΑΛΥΤΕΡΑ]

 





ΣΥΝΟΔΙΚΟΝ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

Προοίμιον  


    §1         Ἐποφειλομένη πρὸς Θεὸν ἐτήσιος εὐχαριστία καθ’ ἣν ἡμέραν ἀπε­λά­βο­μεν τὴν τοῦ Θεοῦ ἐκκλησίαν σὺν ἀποδείξει τῶν τῆς εὐσεβείας δογ­μάτων καὶ καταστροφῇ τῶν τῆς κακίας δυσσεβημάτων.
(Κυρίως Συνοδικόν)
    §2        Προφητικαῖς ἑπόμενοι ῥήσεσιν ἀποστολικαῖς τε παραινέσεσιν εἴκοντες καὶ εὐαγγελικαῖς ἱστορίαις στοιχούμενοι, τῶν ἐγκαινίων τὴν ἡμέ­ραν ἑορ­τάζομεν.  ᾿Ησαΐας μὲν γάρ φησιν ἐγκαινίζεσθαι νήσους πρὸς τὸν Θεόν, τὰς ἐξ ἐθνῶν ὑπαινιττόμενος ἐκκλησίας· εἶεν δ’ ἂν ἐκκλησίαι, οὐχ αἱ τῶν ναῶν ἁπλῶς οἰκοδομαὶ καὶ φαιδρότητες, ἀλλὰ τῶν ἐν αὐταῖς εὐ­σε­βούντων τὸ πλήρωμα, καὶ οἷς ἐκεῖνοι τὸ θεῖον ὕμνοις καὶ δοξολογίαις θε­ραπεύουσιν.  ὁ δὲ ἀπόστολος, αὐτὸ τοῦτο παραινῶν, «ἐν καινότητι ζωῆς περιπατῆσαι» δια­κελεύεται καὶ «εἴ τις ἐν Χριστῷ καινὴ κτί­σις» ἀνα­και­νίζεσθαι.  τὰ δέ γε κυριακὰ λό­για τὴν προφητικὴν δεικνύντα κα­τά­στα­σιν, «ἐγένετο, φησίν, τὰ ἐγκαίνια ἐν ᾿Ιεροσολύμοις καὶ χειμὼν ἦν», εἴτε νοητὸς καθ’ ὃν τὸ τῶν Ἰου­δαίων ἔθνος κατὰ τοῦ κοινοῦ σωτῆρος τὰς τῆς μιαι­φο­νί­ας ἐκίνει καται­γίδας καὶ τὸν τάραχον, εἴτε καὶ ὁ τὰς σωμα­τικὰς αἰσθήσεις τῇ τοῦ ἀέρος ἐπὶ τὸ κρυ­μῶ­δες παραλυπῶν μεταβολῇ.  γέγονε γὰρ δή, γέ­γονε καὶ καθ’ ἡμᾶς χει­μὼν οὐχ ὁ τυχών, ἀλλ’ ὁ τῷ ὄντι τῆς μεγάλης κακίας ἐκχέων τὴν ὠμότητα, ἀλλ’ ἤνθησεν ἡμῖν τῶν χαρίτων τοῦ Θεοῦ τὸ πρω­το­καίριον ἔαρ, ἐν ᾧ καὶ τὴν εὐχαριστήριον τῶν ἐπ’ ἀγαθοῖς θερισμῶν(1) τῷ Θεῷ συνελη­λύ­θα­μεν ποι­ή­σασθαι, ὡς ἂν φαίημεν ψαλ­μι­κώτερον· «θέρος καὶ ἔαρ σὺ ἔπλα­σας αὐτά, μνήσθητι ταύτης».  καὶ γὰρ τοὺς ὀνειδίσαντας Κύ­ριον ἐχθροὺς καὶ τὴν τούτου ἁγίαν προσ­κύνησιν ἐν ἁγίαις εἰκόσιν ἐξατι­μώ­σαντας ἐπαρθέντας τε καὶ ὑψωθέντας τοῖς δυσ­σε­βήμασι, κατέρραξεν αὐ­τοὺς ὁ τῶν θαυμασίων Θεὸς καὶ τὸ τῆς ἀπο­στα­σίας φρύαγμα κατηδάφισεν, οὐδὲ παρεῖδε τὴν φωνὴν τῶν βοών­των πρὸς αὐτόν· «μνήσθητι, Κύριε, τοῦ ὀνειδισμοῦ τῶν δούλων σου, οὗ ὑπέ­σχον ἐν τῷ κόλπῳ μου πολλῶν ἐθνῶν· οὗ ὠνείδισαν οἱ ἐχθροί σου, Κύριε, οὗ ὠνεί­δισαν τὸ ἀντάλλαγμα τοῦ χρι­στοῦ σου»(2).  ἀντάλλαγμα δ’ ἂν εἶεν τοῦ Χριστοῦ οἱ τῷ θα­νάτῳ αὐτοῦ ἐξα­γορασθέντες καὶ πεπιστευκότες αὐτῷ διά τε λόγων ἀνα­κη­ρύξεως καὶ εἰκονικῆς ἀνατυπώσεως, δι’ ὧν τὸ μέγα τῆς οἰ­κονομίας ἔργον τοῖς λε­λυ­τρωμένοις ἐπιγινώσκεται, διὰ σταυροῦ τε καὶ τῶν πρὸ τοῦ σταυ­ροῦ καὶ μετὰ τὸν σταυρὸν παθῶν τε καὶ θαυ­μά­των αὐτοῦ· ἐξ ὧν καὶ ἡ τῶν αὐτοῦ παθημάτων μίμησις εἰς ἀποστόλους, ἐκεῖθέν τε εἰς μάρτυρας δια­βαίνει, καὶ δι’ αὐτῶν μέχρις ὁμολογητῶν καὶ ἀσκητῶν κά­τεισι.
    §3        Τούτου τοίνυν τοῦ ὀνειδισμοῦ, «οὗ ὠνείδισαν οἱ ἐχθροὶ Κυ­ρί­ου, οὗ ὠνείδισαν τὸ ἀντάλλαγμα τοῦ χριστοῦ αὐτοῦ», ἐπιμνησθεὶς ὁ Θεὸς ἡμῶν ὁ τοῖς ἰδίοις σπλάγχνοις παρακαλούμενος καὶ ταῖς μητρικαῖς αὐτοῦ δεήσεσιν ἐπικαμπτόμενος, ἔτι δὲ καὶ ἀποστολικαῖς καὶ πάντων τῶν ἁγίων, οἳ συνε­ξυ­βρίσθησαν αὐτῷ καὶ συνεξουθενώθησαν ἐν ταῖς εἰκόσιν, ἵνα, ὥς περ συνέπαθον σαρκί, οὕτως ἄρα, ὡς ἔοικε, καὶ ταῖς κατὰ τῶν σεπτῶν εἰκόνων αὐτῷ συγκοινωνήσωσιν ὕβρεσιν, ἐνήργησεν ὕστερον ὅ τι βεβού­λη­ται σήμερον, καὶ πέπραχε δεύτερον ὅ περ ἐτέλεσε πρότερον.  πρότερον μὲν γάρ, μετὰ πολυ­ετῆ τινα χρόνον τῆς τῶν ἁγίων εἰκόνων ἐκφαυλίσεως καὶ ἀτιμίας, ἐπανέ­στρεψε τὴν εὐσέβειαν εἰς ἑαυτήν· νυνὶ δέ, ὅ περ ἐστὶ δεύτερον, μικροῦ μετὰ τριάκοντα ἔτη  κακώσεως, κατηρτίσατο τοῖς ἀνα­ξί­οις ἡμῖν τὴν τῶν δυσχερῶν ἀπαλλαγὴν καὶ τῶν λυπούντων τὴν ἀπο­λύ­τρω­σιν καὶ τῆς εὐσεβείας τὴν ἀνακήρυξιν καὶ τῆς εἰκονικῆς προσκυνήσεως τὴν ἀσφάλειαν καὶ τὴν πάντα φέρουσαν ἡμῖν τὰ σωτήρια ἑορτήν.  ἐν γὰρ ταῖς εἰκόσιν ὁρῶμεν τὰ ὑπὲρ ἡμῶν τοῦ δεσπότου πάθη, τὸν σταυ­ρόν, τὸν τάφον, τὸν ᾅδην νεκρούμενον καὶ σκυλευόμενον, τῶν μαρ­τύρων τοὺς ἄθλους, τοὺς στεφάνους, αὐτὴν τὴν σωτηρίαν, ἣν ὁ πρῶτος ἡμῶν ἀθλο­θέτης καὶ ἀ­θλοδότης καὶ στεφανίτης «ἐν μέσῳ τῆς γῆς κα­τειρ­γάσατο».  ταύ­την σήμε­ρον τὴν πανήγυριν ἑορτάζομεν, ἐν ταύτῃ εὐχαῖς καὶ λιτανείαις συνευ­φραι­νόμενοί τε καὶ συναγαλλόμενοι, ψαλμοῖς ἐκβοῶμεν καὶ ᾄσμασιν.
[Ἔξω, τρίς]

Άγιος Φλαβιανός Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως 16 Φεβρουαρίου

 


O Άγιος Φλαβιανός, ήταν πρεσβύτερος της Αρχιεπισκοπής Κωνσταντινουπόλεως και σκευοφύλακας του ναού της Αγίας Σοφίας. Γνωστός για τις αρετές και τα πνευματικά του χαρίσματα, διαδέχθηκε τον Άγιο Πρόκλο (βλέπε 20 Νοεμβρίου) στον αρχιεπισκοπικό θρόνο της Κωνσταντινούπολης το έτος 447 μ.Χ.
Το 448 μ.Χ. καταδίκασε με τοπική Σύνοδο, την πλάνη του αρχιμανδρίτου Ευτυχούς, ο οποίος ισχυριζόταν ότι ο Χριστός διέθετε μόνο τη θεία φύση, η οποία απορρόφησε την ανθρώπινη. Τελικά, μετά την εμμονή του Ευτυχούς στην πλάνη, η σύνοδος τον καθαίρεσε και τον αφόρισε. Εκείνος όμως έχοντας πολιτική στήριξη ως και τον κακόδοξο Πατριάρχη Αλεξανδρείας Διόσκορον επέτυχε τη σύγκλιση Συνόδου τον Αύγουστο του 449 μ.Χ. στη Έφεσο. Στη Σύνοδο αυτή, την λεγόμενη ληστρική, όλα ήταν προσχεδιασμένα κατά του Φλαβιανού, επιστρατεύθηκε μάλιστα και όχλος με επικεφαλείς μοναχούς, και υπό την αρχηγία ενός ρασοφόρου τέρατος, του αρχιμανδρίτη Βαρσουμά, οι οποίοι εισέβαλλαν στη Σύνοδο και κακοποίησαν βάναυσα τον Άγιο, ο οποίος τρεις ημέρες αργότερα, υπέκυψε στο τραύματα που του προκάλεσαν οι φονιάδες του.
Δύο έτη αργότερα το 451 μ.Χ. στη Δ' Οικουμενική Σύνοδο, η αίρεση καταδικάσθηκε, ο Ευτυχής αναθεματίστηκε και ο Διόσκουρος καθαιρέθηκε. Το δε λείψανο του Αγίου, με μεγάλες τιμές ανακομίσθηκε στην Κωνσταντινούπολη από την Πουλχερία, αδελφή του Θεοδοσίου του Μικρού και τοποθετήθηκε στο ναό των Αγίων Αποστόλων.
Σημείωση: Μέχρι τον 12ο αιώνα μ.Χ. ο Άγιος Φλαβιανός εορταζόταν στις 18 Φεβρουαρίου.

Άγιος Πάμφιλος και οι συν αυτώ Μάρτυρες 16 Φεβρουαρίου

 



Οι Άγιοι Μάρτυρες Πάμφιλος, Δανιήλ, Hλίας, Ησαΐας, Θεόδουλος, Ιερεμίας, Ιουλιανός, Ουάλης, Παύλος, Πορφύριος, Σαμουήλ και Σέλευκος, μαρτύρησαν επί αυτοκράτορα Διοκλητιανού (284 - 305 μ.Χ.). Κατάγονταν από διάφορους τόπους, τους ένωνε όμως η αγάπη και η πίστη του Χριστού.
Εργαζόμενοι στην Καισάρεια της Παλαιστίνης ομολόγησαν τον Χριστό ενώπιον του έπαρχου Φιρμιλιανού. Ο άρχοντας κατέβαλε κάθε προσπάθεια να πείσει τους Αγίους να αρνηθούν την πίστη τους στον Χριστό. Εκείνοι όμως παρέμειναν σταθερά προσηλωμένοι στην πατρώα ευσέβεια. Τότε ο Φιρμιλιανός έδωσε εντολή να τους θανατώσουν, αφού πρώτα τους βασανίσουν.
Οι Άγιοι Μάρτυρες Ηλίας, Πάμφιλος, Ουάλης, Παύλος, Σέλευκος, Ιερεμίας, Ησαΐας, Σαμουήλ και Δανιήλ αποκεφαλίσθηκαν διά ξίφους. Ο Πορφύριος, υπηρέτης του Παμφίλου, συνελήφθη την ώρα που αναζητούσε το λείψανο του κυρίου του και κάηκε ζωντανός μαζί εμ τον Μάρτυρα Ιουλιανό. Τον Άγιο Θεόδουλο τον σταύρωσαν επί ξύλου. Έτσι μαρτύρησαν οι Άγιοι και προσετέθησαν στη χορεία των αθλητών του Χριστού.
Η Σύναξη των Αγίων Μαρτύρων ετελείτο στη Μεγάλη Εκκλησία.
Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.
Οἱ Μάρτυρες σου Κύριε, ἐν τῇ ἀθλήσει αὐτῶν, τὸ στέφος ἐκομίσαντο τῆς ἀφθαρσίας, ἐκ σοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν· σχόντες γὰρ τὴν ἰσχύν σου, τοὺς τυράννους καθεῖλον· ἔθραυσαν καὶ δαιμόνων τὰ ἀνίσχυρα θράση. Αὐτῶν ταῖς ἱκεσίαις Χριστέ ὁ Θεός, σῶσον τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Παρασκευή 27 Φεβρουαρίου 2026

Τό διά κολλύβων Θαῦμα τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Τήρωνος

σχολιο ιστολογιου μας:βαση αυτου του θαυματος στο οποιο ο ιδιος ο Θεος δεν επετρεψε να μολυνθουν οι Χριστιανοι τρωγοντας απο τα ειδωλοθυτα βασιζεται και ο αγωνας μας εναντια στα σφραγισμενα (με μπαρ κοουντ) τροφιμα τα οποια μολυνουν υποχρεωτικα πια οι περισσοτερες εταιρειες τροφιμων.




Όταν έγινε βασιλιάς ο Ιουλιανός ο Παραβάτης (361-363) έκανε πολλά και διάφορα εναντίον των Χριστιανών και προσπάθησε να αναστήσει την παλαιά ειδωλολατρική θρησκεία των Ελλήνων. Στην εποχή του είχαν ουσιαστικά ξαναρχίσει οι διωγμοί των Χριστιανών και τα βασανιστήρια...

Ο Ιουλιανός, γνώριζε πολύ καλά τα ήθη των Χριστιανών και ότι την πρώτη εβδομάδα της Μεγάλης Τεσσαρακοστής τηρούν αυστηρή νηστεία και εξαγνίζονται μ' αυτή και τη θερμή προσευχή. Θέλησε, λοιπόν, να τους μιάνει με τις ειδωλολατρικές θυσίες. Γι' αυτό και κάλεσε τον έπαρχο της πόλεως και του ανέθεσε να επιβλέψει στην εκτέλεση της εξής εντολής του: Να σηκωθούν από την αγορά όλα τα τρόφιμα και να μην υπάρχουν σ' αυτήν παρά μόνον εκείνα πού θα ήταν ραντισμένα με το αίμα των θυσιών πού έγιναν στα είδωλα. Με τον τρόπο αυτό αναγκαστικά, ή θα αγόραζαν όλοι να φάνε και έτσι να γευθούν από τη θυσία προς τους θεούς, ή αν δεν υπακούσουν, να πεθάνουν από την πείνα.

Ο έπαρχος έθεσε αμέσως σε εφαρμογή τη διαταγή του Ιουλιανού και αποσύρθηκαν από την αγορά τα τρόφιμα. Αντικαταστάθηκαν βέβαια από τα μιασμένα από τις θυσίες τρόφιμα. Φάνηκε έτσι προς στιγμήν ότι κέρδιζε ο διάβολος, ο υποκινητής και εμπνευστής και Πατέρας του Ιουλιανού. Ο Θεός όμως είναι και Παντοδύναμος και Πάνσοφος. Δεν άφησε ούτε εγκατέλειψε το λαό Του. Για τη σωτηρία του από τις μεθοδείες του διαβόλου έστειλε το Μεγαλομάρτυρά Του Θεόδωρο, πραγματικά ως δώρο Θεού για να Τον δοξάσει με ένα θαύμα.

Και παρουσιάζεται ο Άγιος στον Πατριάρχη Ευδόξιο (360-369) και του φανερώνει 
το σχέδιο του Ιουλιανού με τα έξης λόγια:

Άγιος Ονήσιμος ο Απόστολος 15 Φεβρουαρίου




Ο Άγιος Ονήσιμος, ένας από τους εβδομήκοντα Αποστόλους, ήταν δούλος στο σπίτι του Ρωμαίου άρχοντα Φιλήμονος, ο οποίος καταγόταν από την Φρυγία και έγινε Χριστιανός από τον Απόστολο Παύλο. Ο Ονήσιμος έφυγε κρυφά από τον κύριό του και μετέβη στη Ρώμη σε επίσκεψη του Αποστόλου Παύλου. Έτσι αφιερώθηκε στη Διακονία της Εκκλησίας και των Χριστιανών. Ο Παύλος τον απέστειλε πίσω στον Φιλήμονα με επιστολή του, στην οποία ανέφερε για τον Άγιο Ονήσιμο τα ακόλουθα: «Τέτοιος που είμαι, εγώ ο Παύλος ο ηλικιωμένος, και τώρα φυλακισμένος του Ιησού Χριστού, σε παρακαλώ για το παιδί μου, τον Ονήσιμο, ο οποίος άλλοτε σου ήταν άχρηστος, τώρα όμως είναι χρήσιμος και σε εσένα και σε εμένα. Σου τον αποστέλλω πάλι και συ δέξου αυτόν που είναι η καρδιά μου. Θα ήθελα να τον κρατήσω κοντά μου, για να με υπηρετεί, αντί σου, στην φυλακή που είμαι χάριν του Ευαγγελίου, αλλά δεν ήθελα να κάνω τίποτε χωρίς την δική σου συγκατάθεση, για να μην γίνει η αγαθή σου πράξη αναγκαστικά αλλά με την θέλησή σου. Ίσως γι' αυτό αποχωρίσθηκε προσωρινά από εσένα, για να τον έχεις παντοτινά, όχι πλέον σαν δούλο, αλλά περισσότερο από δούλο, σαν αδελφό αγαπητό, ιδιαίτερα για μένα, πόσο μάλλον για σένα και σαν άνθρωπο και σαν Χριστιανό. Εάν λοιπόν, με θεωρείς φίλο, δέξου τον σαν να ήμουν εγώ».
Ο Απόστολος Ονήσιμος επανέκαμψε στη Ρώμη προς τον Απόστολο Παύλο και τον διακονούσε. Μετά το μαρτύριο του Αποστόλου Παύλου συνελήφθη υπό του επάρχου Ρώμης Τερτύλου και εξορίσθηκε στους Ποτιόλους της Ιταλίας. Όμως ο Ονήσιμος συνέχισε με ζήλο να κηρύττει τον Λόγο του Θεού. Όταν ο έπαρχος Τέρτυλος επισκέφθηκε τον τόπο εξορίας του και πληροφορήθηκε τη χριστιανική του δράση, διέταξε να συλληφθεί ο Άγιος και να βασανισθεί. Τον κτύπησαν αλύπητα και με ραβδισμούς του έσπασαν τα σκέλη. Στο τέλος, μετά από φρικώδεις βασάνους, ο Άγιος Ονήσιμος μαρτύρησε και έλαβε το στεφάνι του μαρτυρίου. Το τίμιο λείψανό του παρέλαβε και ενταφίασε μια πλούσια αλλά ευσεβής Ρωμαία Χριστιανή.
Ναός προς τιμήν του Αγίου Αποστόλου Ονησίμου είχε ανεγερθεί κατά τον 10ο αιώνα μ.Χ. στην Κωνσταντινούπολη.
.
Ἀπολυτίκιον (Κατέβασμα)
Ἦχος α’. Τῆς Ἐρήμου πολίτης.
Ταὶς ἀκτίσι τοῦ Παύλου φωτισθεῖς τὴν διάνοιαν, ὤφθης ὑπηρέτης τοῦ Λόγου καὶ Ἀπόστολος ἔνθεος καὶ ὄνησιν ἐβράβευσας ζωῆς, Ὀνήσιμε θεράπων τοῦ Χριστοῦ, διὰ λόγων καὶ θαυμάτων θεοπρεπῶν, τοὶς πίστει ἐκβοώσι σοι, δόξα τῷ σὲ δοξάσαντι φαιδρῶς, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργούντι διὰ σοῦ, πάσιν ἰάματα.