«Ο δε εκατόνταρχος… ιδών τον σεισμόν και τα γενόμενα, εφοβήθησαν σφόδρα λέγοντες· Αληθώς Θεού Υιός ην ούτος.» Κατά Ματθαίον 27,54
Υπάρχουν στιγμές μέσα στην Αγία Γραφή που δεν τις αισθάνεται κανείς ολοκληρωμένα, παρά μόνον όταν η ζωή τον έχει ήδη φθείρει λίγο. Στιγμές που βαθαίνουν, όταν έχεις δει τον πόνο από κοντά. Στιγμές που ηχούν διαφορετικά, όταν έχεις περάσει απογοήτευση, αποτυχία και μετάνοια.
Μία από αυτές στέκει στους πρόποδες του Σταυρού.
Ένας Ρωμαίος εκατόνταρχος βρισκόταν εκεί εκείνη την ημέρα, όχι ως αναζητητής, ούτε ως μαθητής, ούτε ως περίεργος θεατής. Ήταν εκεί για να εκτελέσει το καθήκον του. Η εκτέλεση ήταν ρουτίνα. Ο θάνατος γνώριμος. Η συμπόνια δεν απαιτείτο.
Ήταν άνθρωπος μαθημένος να μένει ακλόνητος όταν οι άλλοι πανικοβάλλονταν. Να υπακούει χωρίς δισταγμό. Να σκληραίνει εκεί όπου άλλοι λύγιζαν. Είχε δει ανθρώπους να καταριούνται τους σταυρωτές τους, να ικετεύουν για έλεος, να ξεψυχούν μέσα σε μίσος.
Όμως αυτή η Σταύρωση ήταν διαφορετική.
Σκοτάδι απλώθηκε καταμεσήμερο. Η γη εσείσθη. Η ίδια η κτίση αντέδρασε σε ό,τι ο άνθρωπος τολμούσε να πράξει.
Και στο μέσον κρεμόταν Ένας Άνθρωπος που δεν καταριόταν. Δεν απειλούσε. Δεν οργιζόταν.
Υπήρχε έλεος εκεί όπου θα ανέμενε κανείς δηλητήριο. Σιωπή εκεί όπου θα ανέμενε κραυγές. Εξουσία χωρίς βία. Αθωότητα χωρίς αυτοάμυνα.
Ο εκατόνταρχος τα είδε όλα.
Στάθηκε αρκετά κοντά ώστε να αισθανθεί το βάρος της στιγμής. Αρκετά κοντά ώστε να καταλάβει πως αυτό δεν ήταν ένας ακόμη καταδικασμένος που πάλευε για μια τελευταία ανάσα. Κάτι άγιο συνέβαινε, και αυτό τον φόβισε.
Όταν ο Ιησούς παρέδωσε το πνεύμα, η γη εσείσθη και φόβος κατέλαβε όσους στέκονταν εκεί. Και από τα χείλη ενός ανθρώπου που εκπροσωπούσε την ισχύ της Ρώμης ακούστηκε μία ομολογία απροσδόκητη.
Αληθώς Θεού Υιός ην ούτος.
Δεν ειπώθηκε από άμβωνα. Δεν διδάχθηκε σε συναγωγή. Εξεστομίσθη μέσα σε δέος και φόβο, μέσα σε εσωτερική αφύπνιση.
Δεν γεννήθηκε από χρόνια διδασκαλίας. Γεννήθηκε από τη θέα της Αλήθειας την ώρα της δοκιμασίας.
Δεν αναζητούσε την αλήθεια εκείνη την ημέρα. Ήταν εκεί για το καθήκον του. Κι όμως, κάτω από τον Σταυρό, η Αλήθεια τον βρήκε.
Οι περισσότεροι μαθητές είχαν απομακρυνθεί. Ο φόβος τους είχε διασκορπίσει. Τα πλήθη που κάποτε ζητωκραύγαζαν είχαν σιωπήσει. Και εκείνη τη στιγμή, δεν ήταν κάποιος ακόλουθος που ομολόγησε. Ήταν ένας Ρωμαίος αξιωματικός, υπηρέτης της εξουσίας που διέταξε την εκτέλεση.
Η Χάρις ενεργεί έτσι.
Φθάνει εκεί όπου δεν το περιμένουμε. Διακόπτει εκείνους που δεν αναζητούσαν. Διαπερνά καρδιές οπλισμένες με καθήκον, αμαρτία και σκληρότητα.
Ο στρατιώτης δεν γνώριζε τα πάντα. Δεν είχε ακούσει ακόμη για τον Κενό Τάφο και την Ανάσταση. Όμως κάτι ανεπανόρθωτο συνέβη μέσα του. Ο τρόπος που έβλεπε τον Ιησού άλλαξε για πάντα.
Ήρθε στον Σταυρό επιβλέποντας θάνατο. Έφυγε από τον Σταυρό ομολογώντας αλήθεια.
Και γι’ αυτό η στιγμή αυτή είναι τόσο σπουδαία.
Διότι πολλοί δεν συναντήσαμε τον Χριστό μέσα σε καθαρό ναό και ήρεμη προσευχή. Τον συναντήσαμε στο χάος. Στην ενοχή. Στη σύγχυση. Στη στιγμή που δεν γνωρίζαμε πώς να διορθώσουμε όσα είχαν σπάσει.
Κάποιοι Τον πλησιάσαμε εξαντλημένοι. Κάποιοι οργισμένοι.











