τοῦ Φώτη Κόντογλου
Ἐκεῖνος πού ἔχει θρόνο τόν οὐρανό καί ὑποπόδιο τή γῆ, ὁ γυϊός τοῦ Θεοῦ καί ὁ Λόγος του ὁ συναΐδιος, σήμερα ταπεινώθηκε καί ἦρθε στή Βηθανία ἀπάνω σ' ἕνα πουλάρι. Καί τά παιδιά τῶν Ἑβραίων τόν ὑποδεχθήκανε φωνάζοντας: «Ὡσαννά ἐν τοῖς ὑψίστοις, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος, ὁ βασιλιᾶς τοῦ Ἰσραήλ»
Οἱ πολέμαρχοι τοῦ κόσμου, σάν τελειώνανε τόν πόλεμο καί βάζανε κάτω τούς ὀχτρούς τους, γυρίζανε δοξασμένοι καί καθίζανε ἀπάνω σε χρυσά ἁμάξια γιά νά μποῦνε στήν πολιτεία τους. Μπροστά πηγαίνανε οἱ σάλπιγγες κι οἱ σημαῖες κ' οἱ ἀντρειωμένοι στρατηγοί καί πλῆθος στρατιῶτες σκεπασμένοι μέ σίδερα ἄγρια καί βαστῶντας φονικά ἅρματα γύρω σ' ἕνα ἁμάξι φορτωμένο μέ λογῆς λογῆς ἁρματωσιές καί σπαθιά καί κοντάρια παρμένα ἀπό τό νικημένο ἔθνος.
Ὅλοι οἱ πολεμιστές ἤτανε σάν ἄγρια θηρία σιδεροντυμένα, τά κεφάλια τους ἤτανε κλειδωμένα μέσα σέ φοβερές περικεφαλαῖες, τά χοντρά καί μαλλιαρά χέρια τους ἤτανε ματωμένα ἀπό τόν πόλεμο, τά γερά ποδάρια τους περπατούσανε περήφανα καί τεντωμένα, σάν τοῦ λιονταριοῦ πού ξέσκισε μέ τά νύχια του τό ζαρκάδι καί τανύζεται μέ μουγκρητά καί φοβερίζει τόν κόσμο. Ὕστερα ἐρχότανε τό χρυσό τ' ἁμάξι τοῦ πολεμάρχου, πού καθότανε σ' ἕνα θρονί πλουμισμένο μ' ἀκριβά πετράδια, περήφανος, ἀκατάδεχτος, φοβερός, πού δέν μποροῦσε νά τόν ἀντικρύσει μάτι δίχως νά χαμηλώσει καί βαστοῦσε τό τρομερό σκῆπτρο του, πού κάθε σάλεμά του ἤτανε προσταγή, δίχως ν' ἀνοίξει τά στόμα του αὐτός πού τό κρατοῦσε.














