Δευτέρα 17 Αυγούστου 2026

Ὁμολογία τοῦ δαίμονα! (Μὲ ποιές ἁμαρτίες χαίρονται πιὸ πολὺ οἱ δαίμονες.



Καθὼς συζητοῦσαν (ὁ Ἅγιος Ἀνδρέας ὁ διὰ Χριστὸν Σαλὸς μὲ τὸν ὑποτακτικό του Ἐπιφάνιο), ἕνας δαίμονας ποὺ μόνο ὁ ὅσιος Ἀνδρέας τὸν ἔβλεπε, στεκόταν ἐκεῖ καὶ ἑτοίμαζε παγίδα γιὰ τὸν Ἐπιφάνιο.
- Φῦγε ἀπὸ δῶ, πονηρὲ καὶ ἀκάθαρτε! τοῦ λέει ὁ ὅσιος
- Πιὸ πονηρὸς καὶ πιὸ δολερὸς ἀπὸ σένα δὲν ὑπάρχει ἄλλος σ' αὐτὴ τὴν πόλη (Κων/πολη), ἀποκρίθηκε ὁ δαίμονας.
Κι ἂν θέλεις νὰ σοῦ πῶ τὴν ἀλήθεια, θὰ ἔρθει καιρὸς ποὺ θὰ χάσω τὴν τέχνη μου, γιατὶ οἱ ἄνθρωποι θὰ γίνουν πιὸ πονηροὶ ἀπὸ μᾶς τοὺς δαίμονες. Τότε τὰ μικρὰ παιδιὰ θὰ εἶναι πολὺ πιὸ πονηρὰ ἀπ' ὅσο εἶναι σήμερα οἱ μεγάλοι. Ἔτσι, θὰ πάψουμε πιὰ νὰ πολεμᾶμε τοὺς ἀνθρώπους, μιᾶς καὶ ἀπὸ μόνοι τους θὰ γνωρίζουν τὴν πονηριά.
- Καὶ ποῦ τὸ ξέρεις; ρώτησε ὁ ὅσιος.
- Ὁ πατέρας μας (ὁ Διάβολος), ποὺ κάθεται στὸν ᾅδη, ἔχει μεγάλη πείρα. Πολλὰ ξέρει καὶ πολλὰ προβλέπει. Ἔτσι διδάσκει κι ἐμᾶς. Ἡ δική μας φύση, βλέπεις, δὲν ξέρει τίποτα.
- Μὲ ποιὲς ἁμαρτίες χαίρεστε περισσότερο ἐσεῖς οἱ δαίμονες;
- Μὲ τὴν εἰδωλολατρία (ἂς βλέπουν οἱ οἰκουμενιστές...), τὴ μαγεία καὶ τὴ φαρμακεία.
Ἰδιαίτερα, βέβαια, μὲ τὸν φόνο, καθὼς καὶ μὲ τὸν πατέρα του, τὸν φθόνο, καὶ τὴ μητέρα του, τὴ μνησικακία, ποὺ ὁδηγοῦν καὶ σὲ πολλὰ ἄλλα κακά.
Ἐπίσης, μὲ τὸν σοδομισμό (ὁμοφυλοφιλία) καὶ τὴ μοιχεία.
(Γιὰ τὸν Θεό, δὲν ἔχει ἀποποινικοποιηθεῖ ποτέ!…).
- Ἂν κάποιος ἀπαρνηθεῖ τὰ πάθη σας καὶ πλησιάσει μετανοημένος τὸν Κύριο, τί νιώθετε;
- Καλά, δὲν ξέρεις ὅτι αὐτὸ μᾶς προξενεῖ ἀηδία καὶ ὀργή;
Ὡστόσο, ὅσο ζεῖ ὁ ἄνθρωπος, ἐλπίζουμε ὅτι θὰ ἐπιστρέψει σ' ἐμᾶς, γιατὶ πολλοὶ εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ μᾶς πρόδωσαν πρόσκαιρα, ἀλλὰ ἀργὰ ἢ γρήγορα ἦρθαν πάλι κοντά μας.
Ὅταν τ' ἄκουσε αὐτὰ ὁ ἅγιος, τὸν φύσηξε, κι ἀμέσως ἔγινε ἄφαντος.
Ἀπὸ τὸ βιβλίο: Ἅγιος Ἀνδρέας ὁ διὰ Χριστὸν σαλὸς σελ. 230 Εκδ. Ἱερὰ Μονὴ Παρακλήτου 2005.

 

Η μελλοντική δυστοπία η οποία δεν είναι καθόλου φανταστική.


 

Αγία Νόννα, εορτάζει στις 5 Αυγούστου


Η Αγία Νόννα, ήταν ευσεβής, αγνή, με θερμή πίστη, με διαμαντένιο χαρακτήρα. Ο σύζυγός της, Γρηγόριος (1 Ιανουαρίου), είχε πέσει στην αίρεση των Υψισταρίων, ο οποίος δεχόταν τον Ύψιστο μονοπρόσωπο και δεν πίστευε στην Τριαδικότητά του. Η Αγία Νόννα με τις προσευχές της και την υπομονή της, επανέφερε τον σύζυγό της στο δρόμο του Θεού, ο οποίος εξελίχθηκε σε έναν από τούς πιο λαμπρούς επισκόπους της Χριστιανικής Πίστης.
Τα παιδιά της, αναδείχθηκαν σε κοσμήματα της Εκκλησίας, είχε δύο γιους τον Γρηγόριο το Θεολόγο (25 Ιανουαρίου) και τον Καισάριο (9 Μαρτίου) και μία κόρη την Γοργονία. Έτσι η Νόννα, αποτελεί παράδειγμα για μίμηση στις κοινωνίες, που θέλουν να αντλούν από την οικογένεια, χριστιανική τόνωση.
Η Αγία Νόννα απεβίωσε ειρηνικά (πιθανώς το 374 μ.Χ.).

Κυριακή 16 Αυγούστου 2026

Η μνήμη των Αγίων επτά παίδων εν Εφέσω...4 Αυγούστου




Οι άγιοι επτά Παίδες, Μαξιμιλιανός, Εξακουστωδιανός, Ιάμβλιχος, Μαρτινιανός, Διονύσιος, Ιωάννης και Κωνσταντίνος, έζησαν κατά την εποχή του αυτοκράτορα Δεκίου (249-251 μ.Χ.). Οι νέοι αυτοί, μόλις βρήκαν την κατάλληλη ευκαιρία και ύστερα από συνετή σκέψη και εκτίμηση, μοίρασαν τα υπάρχοντά τους στους φτωχούς και μπήκαν και κρύφτηκαν μέσα σε ένα σπήλαιο. Εκεί, αφού προσευχήθηκαν να λυθούν από τα δεσμά του σώματος και να μην παραδοθούν στον αυτοκράτορα Δέκιο, παρέδωσαν τις ψυχές τους στο Θεό. Ο Αυτοκράτορας δε, όταν επέστρεψε στην Έφεσο, τους αναζήτησε, για να τους αναγκάσει να προσφέρουν θυσίες στα είδωλα. Μόλις όμως έμαθε ότι εκείνοι είχαν πεθάνει στο σπήλαιο, πρόσταξε και έφραξαν με μανδρότοιχο το στόμιο του σπηλαίου αυτού.

Έκτοτε λοιπόν πέρασαν εκατόν ενενήντα τέσσερα έτη και φτάνουμε μέχρι το τριακοστό όγδοο έτος της βασιλείας του Θεοδοσίου Β΄ του Μικρού (408-450 μ.Χ.), ήτοι μέχρι το έτος 446 μ.Χ. Τότε εμφανίστηκε στους κόλπους του Χριστιανισμού μια αίρεση, η οποία δε δεχόταν το δόγμα της αναστάσεως των νεκρών. Η αίρεση αυτή, στην οποία είχαν προσχωρήσει και μερικοί επίσκοποι, προκαλούσε μεγάλη αναταραχή και αναστάτωση στην Εκκλησία. Ο δε Αυτοκράτορας, βλέποντας την αναστάτωση αυτή της Εκκλησίας του Θεού, δεν ήξερε τι να κάνει. Όμως δεν απελπίστηκε, αλλά, αφού φόρεσε έναν τρίχινο σάκο και κάθισε κατά γης, θρηνούσε και παρακαλούσε το Θεό να του φανερώσει τον τρόπο διάλυσης της αίρεσης.



Ο Κύριος λοιπόν δεν παρέβλεψε τα δάκρυα του Αυτοκράτορα και ικανοποίησε το αίτημά του με τον ακόλουθο τρόπο: Ο κύριος του όρους, στο οποίο βρισκόταν το σπήλαιο των αγίων επτά Παίδων, θέλησε κατά τον καιρό εκείνο να χτίσει μαντρί για το ποίμνιό του. Έτσι λοιπόν, παίρνοντας επί δύο ημέρες πέτρες από τον μανδρότοιχο του σπηλαίου, για να οικοδομήσει το μαντρί του, ανοίχτηκε το στόμιο του σπηλαίου αυτού. Τότε ακριβώς, με προσταγή του Θεού, αναστήθηκαν οι άγιοι επτά Παίδες, που είχαν πεθάνει μέσα στο σπήλαιο αυτό, και συνομιλούσαν μεταξύ τους, σαν να είχαν κοιμηθεί την προηγούμενη ημέρα. Τα σώματά τους δε δεν είχαν αλλοιωθεί στο παραμικρό και τα ενδύματά τους δεν είχαν φθαρεί ούτε σαπίσει από την υγρασία του σπηλαίου, αν και είχαν περάσει εκατόν ενενήντα τέσσερα χρόνια.

Μετά την ανάστασή τους οι άγιοι επτά Παίδες είχαν έντονο στη μνήμη τους το γεγονός ότι ο Δέκιος ζητούσε να τους τιμωρήσει και περί αυτού ακριβώς συνομιλούσαν μεταξύ τους. Συγκεκριμένα, ο Μαξιμιλιανός έλεγε προς τους άλλους: “Και αν συλληφθούμε, αδελφοί, ας σταθούμε γενναίοι και να μην προδώσουμε την ευγένεια της πίστης μας. Εσύ δε, αδελφέ Ιάμβλιχε, πήγαινε να αγοράσεις άρτους, πλην όμως περισσότερους. Γιατί χθες το βράδυ έφερες λίγους, και κοιμηθήκαμε σχεδόν πεινασμένοι. Επιπλέον προσπάθησε να μάθεις τι σκέφτεται για εμάς ο Δέκιος”.

Σάββατο 15 Αυγούστου 2026

Αγία Σαλώμη η Μυροφόρος 3 Αυγούστου


Η Αγία Σαλώμη η Μυροφόρος ήταν πρώτη εξαδέλφη της Παναγίας, μητέρας του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Είχε σύζυγο τον Ζεβεδαίο και γιους τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη. Προικισμένη και η ίδια με ένθερμη ευσέβεια, ήταν από τις γυναίκες που ακολουθούσαν τον Χριστό, και συνεισέφεραν στο ταμείο της αποστολικής αδελφότητας.
Η Σαλώμη ήταν εκείνη, παρακινούμενη από μητρική φιλοστοργία, που παρακάλεσε τον Κύριο όταν Αυτός πήγαινε για τελευταία φορά στην Ιερουσαλήμ, να τιμηθούν οι γιοί της με πρωτεύοντα αξιώματα. Διότι είχε την ιδέα, ότι ο Ιησούς στην Ιερουσαλήμ έμελλε να αναστήσει το θρόνο του Δαβίδ. Όμως η Σαλώμη, τις στιγμές του φρικτού πάθους του Κυρίου, και ενώ μαθητές και φίλοι από φόβο είχαν διασκορπιστεί, αυτή, μαζί με μερικές άλλες πιστές γυναίκες ήταν εκεί και κτυπούσαν από λύπη τα στήθη τους. Επίσης η Σαλώμη, αξιώθηκε να είναι μια από τις μυροφόρες, στις όποιες ο άγγελος γνωστοποίησε την ανάσταση του Ιησού.
Μετά την ίδρυση της χριστιανικής Εκκλησίας στην Ιερουσαλήμ, η Σαλώμη εξακολούθησε να διακρίνεται για το ζήλο και τις ελεημοσύνες της. Ο διωγμός εναντίον της εκκλησίας στην Ιερουσαλήμ, προξένησε μεγάλη λύπη στη Σαλώμη. Η καρδιά της υπέστη μεγάλο σπαραγμό την ήμερα, που ο Ηρώδης αποκεφάλισε τον πρωτότοκο γιο της Ιάκωβο. Αλλά η ελπίδα στον Χριστό την ενίσχυσε και με την προσδοκία των αιωνίων αγαθών παρέδωσε την ψυχή της ειρηνικά.

Κυριακή ΙΑ΄ Ματθαίου: Ευαγγέλιο - Ομιλία εις την Παραβολήν του τα μύρια τάλαντα οφείλοντος και τα εκατό δηνάρια απαιτούντος (Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου)





Εὐαγγελιο Κυριακῆς Κατά Ματθαίον (ιη΄ 23-35)

23 Διὰ τοῦτο ὡμοιώθη ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν ἀνθρώπῳ βασιλεῖ, ὃς ἠθέλησε συνᾶραι λόγον μετὰ τῶν δούλων αὐτοῦ. 24 ἀρξαμένου δὲ αὐτοῦ συναίρειν προσηνέχθη αὐτῷ εἷς ὀφειλέτης μυρίων ταλάντων. 25 μὴ ἔχοντος δὲ αὐτοῦ ἀποδοῦναι ἐκέλευσεν αὐτὸν ὁ κύριος αὐτοῦ πραθῆναι καὶ τὴν γυναῖκα αὐτοῦ καὶ τὰ τέκνα καὶ πάντα ὅσα εἶχε, καὶ ἀποδοθῆναι. 26 πεσὼν οὖν ὁ δοῦλος προσεκύνει αὐτῷ λέγων· κύριε, μακροθύμησον ἐπ᾿ ἐμοὶ καὶ πάντα σοι ἀποδώσω. 27 σπλαγχνισθεὶς δὲ ὁ κύριος τοῦ δούλου ἐκείνου ἀπέλυσεν αὐτὸν καὶ τὸ δάνειον ἀφῆκεν αὐτῷ. 28 ἐξελθὼν δὲ ὁ δοῦλος ἐκεῖνος εὗρεν ἕνα τῶν συνδούλων αὐτοῦ, ὃς ὤφειλεν αὐτῷ ἑκατὸν δηνάρια, καὶ κρατήσας αὐτὸν ἔπνιγε λέγων· ἀπόδος μοι εἴ τι ὀφείλεις. 29 πεσὼν οὖν ὁ σύνδουλος αὐτοῦ εἰς τοὺς πόδας αὐτοῦ παρεκάλει αὐτὸν λέγων· μακροθύμησον ἐπ᾿ ἐμοὶ καὶ ἀποδώσω σοι. 30 ὁ δὲ οὐκ ἤθελεν, ἀλλὰ ἀπελθὼν ἔβαλεν αὐτὸν εἰς φυλακὴν ἕως οὗ ἀποδῷ τὸ ὀφειλόμενον. 31 ἰδόντες δὲ οἱ σύνδουλοι αὐτοῦ τὰ γενόμενα ἐλυπήθησαν σφόδρα, καὶ ἐλθόντες διεσάφησαν τῷ κυρίῳ ἑαυτῶν πάντα τὰ γενόμενα. 32 τότε προσκαλεσάμενος αὐτὸν ὁ κύριος αὐτοῦ λέγει αὐτῷ· δοῦλε πονηρέ, πᾶσαν τὴν ὀφειλὴν ἐκείνην ἀφῆκά σοι, ἐπεὶ παρεκάλεσάς με. 33 οὐκ ἔδει καὶ σὲ ἐλεῆσαι τὸν σύνδουλόν σου, ὡς καὶ ἐγώ σε ἠλέησα; 34 καὶ ὀργισθεὶς ὁ κύριος αὐτοῦ παρέδωκεν αὐτὸν τοῖς βασανισταῖς ἕως οὗ ἀποδῷ πᾶν τὸ ὀφειλόμενον αὐτῷ. 35 Οὕτω καὶ ὁ πατήρ μου ὁ ἐπουράνιος ποιήσει ὑμῖν, ἐὰν μὴ ἀφῆτε ἕκαστος τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ ἀπὸ τῶν καρδιῶν ὑμῶν τὰ παραπτώματα αὐτῶν.



Ομιλία εις την Παραβολήν του τα μύρια τάλαντα οφείλοντος και τα εκατό δηνάρια απαιτούντος

Του Αγίου Ιωάννου Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως του Χρυσοστόμου

Ωσάν να έχω επιστρέψει κοντά σας από μακρινό ταξίδι έτσι αισθάνομαι σήμερα· διότι γι΄ αυτούς που αγαπούν, όταν δεν μπορούν να ευρίσκονται μαζί με τους αγαπωμένους δεν έχουν κανένα όφελος, έστω και αν μένουν σε γειτονική οικία. Γι’ αυτό κι εγώ, μολονότι δεν απομακρύνθηκα από την πόλη, δεν αισθάνομαι καλλίτερα από όσον εάν απουσίαζα, επειδή τον τελευταίον καιρό δεν κατέστη δυνατόν να σας ομιλήσω. Συγχωρήστε με όμως, η σιωπή δεν ωφείλετο σε ραθυμία, αλλά σε ασθένεια. Εσείς τώρα χαίρεσθε, επειδή απαλλάχθηκα από την αρρώστια, κι εγώ επειδή απήλαυσα την αγάπη σας. Διότι και όταν ασθενούσα, οδυνηρότερον από την αρρώστια μου ήταν το ότι δεν ημπορούσα να μετέχω στην αγαπημένη αυτή σύναξη· και τώρα που έγινα καλά, πιο ποθητό μου έγινε το να απολαμβάνω άνετα την αγάπη σας. Διότι ο πυρετός του σώματος δεν κατακαίει τόσο τους ασθενείς, όσο κατακαίει τις ιδικές μας ψυχές ο αποχωρισμός από τους αγαπημένους μας· και όπως εκείνοι επιζητούν φιάλες και ποτήρια και κρύα νερά, έτσι αυτοί επιζητούν τα αγαπημένα τους πρόσωπα. Αυτά τα γνωρίζουν καλά όσοι έχουν συνηθίσει να αγαπούν...
Μη δυσανασχετήσετε όμως για το μήκος αυτών που πρόκειται να λεχθούν· διότι θέλω να σας διδάξω κάποια θαυμαστή κιθαρωδία, μεταχειριζόμενος όχι λύραν άψυχον, αλλά τείνοντας αντί χορδών τις ιστορίες των Γραφών και τις εντολές του Θεού.

Παρασκευή 14 Αυγούστου 2026

Η ΝΗΣΤΕΙΑ ΠΟΥ ΦΘΑΝΕΙ ΩΣ ΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ



Στις άγιες ημέρες της Νηστείας της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, η Εκκλησία δεν μας καλεί απλώς να αλλάξουμε την τροφή μας. Μας καλεί να αλλάξουμε τον άνθρωπο μέσα μας.
Η αποχή από ορισμένες τροφές είναι ιερός και θεόσδοτος θεσμός της Εκκλησίας. Όμως δεν είναι αυτοσκοπός. Είναι άσκηση ελευθερίας, υπακοής και εγκράτειας, ώστε το σώμα να ταπεινώνεται και η ψυχή να στρέφεται καθαρότερα προς τον Θεό.
Ο ίδιος ο Κύριος μάς προειδοποιεί:
«Τὰ δὲ ἐκπορευόμενα ἐκ τοῦ στόματος ἐκ τῆς καρδίας ἐξέρχεται, κἀκεῖνα κοινοῖ τὸν ἄνθρωπον.»
Ματθ. 15,18
Διότι μπορεί ο άνθρωπος να φυλάξει με ακρίβεια το πιάτο του και να αφήσει αφύλακτη τη γλώσσα του. Να απέχει από το λάδι και να μην απέχει από την κατάκριση. Να μετρά τις τροφές και να μη μετρά τα λόγια που πληγώνουν. Να νηστεύει με το σώμα και συγχρόνως να τρέφει μέσα του θυμό, φθόνο, μνησικακία και υπερηφάνεια.
Γι’ αυτό ο Χριστός λέγει:
«Μὴ κρίνετε, ἵνα μὴ κριθῆτε.»
Ματθ. 7,1
Και ο Απόστολος Ιάκωβος θυμίζει πόση δύναμη έχει η γλώσσα:
«Ἡ γλῶσσα μικρὸν μέλος ἐστὶ καὶ μεγαλαυχεῖ.»
Ιακ. 3,5
Ένας λόγος μπορεί να αναπαύσει έναν κουρασμένο άνθρωπο, αλλά κι ένας άλλος να ανοίξει πληγή που θα μείνει χρόνια. Το κουτσομπολιό, η συκοφαντία, η ειρωνεία και η κατάκριση δεν πληγώνουν μόνο εκείνον για τον οποίο μιλούμε. Σκοτεινιάζουν πρώτα τη δική μας καρδιά.
Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος μάς διδάσκει να μη νηστεύει μόνο το στόμα από τις τροφές, αλλά και το μάτι, το αυτί, τα χέρια, τα πόδια και κυρίως η γλώσσα από τα αμαρτωλά έργα και λόγια. Τι ωφελεί, άλλωστε, να απέχουμε από κρέας και να κατατρώγουμε τον αδελφό μας με την κατάκριση;
Αυτή είναι η βαθύτερη εργασία της νηστείας: να πολεμήσουμε το πάθος πριν πολεμήσουμε την τροφή.
«Γίνεσθε δὲ εἰς ἀλλήλους χρηστοί, εὔσπλαγχνοι, χαριζόμενοι ἑαυτοῖς.»
Εφ. 4,32
Να αντικαταστήσουμε λοιπόν την οργή με πραότητα, την κατάκριση με σιωπή, τη μνησικακία με συγχώρηση, την ιδιοτέλεια με ελεημοσύνη.
Και μαζί με τη νηστεία να αυξήσουμε την προσευχή:
«Γρηγορεῖτε καὶ προσεύχεσθε.»
Ματθ. 26,41
Να θυμόμαστε και τον λόγο του Κυρίου:
«Σοῦ δὲ ποιοῦντος ἐλεημοσύνην, μὴ γνώτω ἡ ἀριστερά σου τί ποιεῖ ἡ δεξιά σου.»
Ματθ. 6,3
Η αληθινή νηστεία δεν κάνει θόρυβο. Δεν επιδεικνύεται. Δεν κατακρίνει εκείνον που δεν μπορεί να νηστέψει όπως εμείς. Γεννά ταπείνωση, συμπόνια και επίγνωση των δικών μας αμαρτιών.
Ας παρακαλέσουμε αυτές τις ημέρες την Υπεραγία Θεοτόκο να μας μάθει τη σιωπή που γεννά προσευχή, την ταπείνωση που γεννά μετάνοια και την αγάπη που δεν ζητά να καταδικάσει κανέναν.
Γιατί η νηστεία που ευαρεστεί τον Θεό δεν φαίνεται μόνο στο τραπέζι.
Φαίνεται στον τρόπο που μιλάμε. Στον τρόπο που συγχωρούμε. Στον τρόπο που ελεούμε. Στον τρόπο που βλέπουμε τον αδελφό μας.
Και κυρίως φαίνεται σε μια καρδιά που, λίγο λίγο, παύει να ζητά το δίκιο της και αρχίζει να ζητά το έλεος του Θεού.

Ανακομιδή του λειψάνου του Πρωτομάρτυρος Στεφάνου (2 Αυγούστου)


Aφ’ ου επέρασαν χρόνοι πολλοί ύστερα από το μαρτύριον του Aγίου Πρωτομάρτυρος και Aρχιδιακόνου Στεφάνου, ήτοι χρόνοι τδ΄ [304], και αφ’ ουετελειώθησαν διά του μαρτυρίου πολλοί Xριστιανοί, τότε η ειρήνη διεδέχθη την ταραχήν, και η οικουμένη εγέμωσεν από ελευθερίαν και ησυχίαν. Kαι όλαι μεν αι φυλακαί, ευκερώθησαν από τους φυλακωμένους Xριστιανούς, όλα δε τα βασανιστήρια των τυράννων, έπαυσαν, επειδή και εβασίλευσεν ο Mέγας Kωνσταντίνος, ο χριστιανικώτατος και πρώτος βασιλεύς των Oρθοδόξων.

Όθεν τότε εφανερώθη και ο πολύτιμος θησαυρός, ήτοι το πανίερον λείψανον του Πρωτομάρτυρος και Aρχιδιακόνου Στεφάνου με τοιούτον τρόπον. Ένας άνθρωπος εκατοίκει εις το χωρίον εκείνο, όπου ήτον κεκρυμμένον το του Πρωτομάρτυρος λείψανον, γέρων κατά την ηλικίαν, Iερεύς κατά το αξίωμα, και αιδέσιμος κατά την ζωήν, Λουκιανός (ή Λουκιλλιανός) ονομαζόμενος. Eις τούτον λοιπόν εφάνη δύω και τρεις φοραίς ο Άγιος Στέφανος, και έδειξεν εις αυτόν τον τόπον, όπου ευρίσκετο κεκρυμμένον το λείψανόν του. O δε Iερεύς εφανέρωσε την οπτασίαν εις τον τότε Πατριάρχην της Iερουσαλήμ Iωάννην.

O δε Iωάννης χαράς πολλής πλησθείς, επήγεν εις τον μηνυθέντα τόπον ομού με τους κληρικούς του, και σκάψας, ευρήκε το σεντούκι, μέσα εις το οποίον ήτον το άγιον λείψανον. Έγινε δε παρευθύς σεισμός μεγάλος, και ευωδία πολλή ευγήκε, τους παρευρεθέντας ευωδιάζουσα. Άνωθεν δε από τους Oυρανούς εγίνοντο φωναί αγγελικαί, λέγουσαι· «Δόξα εν υψίστοις Θεώ, και επί γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία». Aι φωναί δε αύται ηκούοντο μακράν έως δέκα σημεία τόπου, αλλά και ιατρείαι ενεργούντο εις εκείνους, οπού έπασχον από διάφορα πάθη, κηρύττουσαι την του Πρωτομάρτυρος χάριν(1).

Aφ’ ου λοιπόν επροσκύνησεν ο Πατριάρχης με ευφροσύνην και χαράν το άγιον εκείνο σώμα, ομού με όλους τους κληρικούς και τους παρατυχόντας λαϊκούς, τότε εσήκωσαν αυτό με λαμπάδας και ψαλμωδίας και θυμιάματα, και έτζι με όλην την πρέπουσαν τιμήν το επήγαν εις την Iερουσαλήμ, και το απέθεσαν εις την αγίαν Σιών. Mετά ταύτα δε έκτισε Nαόν εις το όνομα του Aγίου Στεφάνου μέσα εις την πόλιν Iερουσαλήμ ένας άρχοντας συγκλητικός, Aλέξανδρος ονομαζόμενος, ο οποίος παρακαλέσας πολλά τον Πατριάρχην Iωάννην, έπεισεν αυτόν εις το να αποθέση το άγιον λείψανον εν τω Nαώ εκείνω.

Aφ’ ου δε επέρασαν πέντε χρόνοι, ησθένησεν ο κτίτωρ του Nαού Aλέξανδρος. Όθεν εκατασκεύασεν ένα σεντούκι από ξύλον περσέας, ήτοι ροδακινέας, παρόμοιον με το σεντούκι, οπού είχε το λείψανον του Στεφάνου, και το έβαλε κοντά εις το σεντούκι του αγίου λειψάνου. Aφ’ ου δε απέθανεν, εβάλθη και το λείψανον μέσα εις το καινούργιον σεντούκι.

Ύστερα δε από χρόνους οκτώ, όταν εβασίλευεν ο Mέγας Kωνσταντίνος, και επατριάρχευεν εις την Kωνσταντινούπολιν ο θείος Mητροφάνης, τότε η γυνή του ανωτέρω αποθανόντος Aλεξάνδρου, Iουλιανή ονόματι, επειδή ενωχλείτο μεν από πολλούς να δευτεροϋπανδρευθή, διά τον πλούτον και την ευμορφίαν της, αυτή όμως δεν ήθελε: τούτου χάριν εβουλεύθη να κάμη το πράγμα τούτο, ήγουν να πάρη μεν το σώμα του ανδρός της, να υπάγη δε εις τον πατέρα της και εις την πατρίδα της την Kωνσταντινούπολιν.

Όθεν επήγεν εις τον τότε Πατριάρχην της Iερουσαλήμ Άγιον Kύριλλον, και επαρακάλει αυτόν να την αφήση να πάρη το σεντούκι, οπού είχε το λείψανον του ανδρός της. Aλλ’ ο Άγιος Kύριλλος δεν άφινεν αυτήν να το πάρη. Διά τούτο έγραψεν εκείνη εις τον πατέρα της περί ταύτης της υποθέσεως, διά συνεργείας δε του πατρός της, έστειλεν ο βασιλεύς σάκραν, ήτοι βασιλικήν προσταγήν, ότι να έχη άδειαν να πάρη το λείψανον του ανδρός της, και να αναβή εις Kωνσταντινούπολιν. Όθεν επειδή ο Πατριάρχης δεν εδύνετο πλέον να εναντιωθή, έδωκεν άδειαν εις την γυναίκα διά να υπάγη να το πάρη.

Πλανηθείσα δε η γυνή κατά θείαν Πρόνοιαν, αντί να πάρη το σεντούκι του ανδρός της, αφήκεν εκείνο και επήρε το όμοιον εκείνου σεντούκι, το οποίον είχε το του Aγίου Στεφάνου λείψανον. Tούτο δε βαλούσα επάνω εις ένα θρόνον, και τον θρόνον φορτώσασα επάνω εις όνον, άρχισε τον προς την Kωνσταντινούπολιν δρόμον(2). Eις όλην δε την νύκτα ηκούοντο εν τω αέρι έως δέκα σημεία τόπου, ύμνοι αγγελικοί, και δοξολογία θεοπρεπής λέγουσα· «Δόξα εν υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία». Tα δε μέρη εκείνα εγέμωσαν από ευωδίαν ενός μύρου πολλού και ευωδεστάτου. Oι δε δαίμονες από μακρόθεν κλαίοντες, αλλοίμονον εις ημάς! εφώναζον, με φωνάς συχνάς, ότι ο Στέφανος περνά από το μέσον μας, και μας πληγόνοι αοράτως.