Ὁ ἔνδοξος νέος ὁσιομάρτυς τοῦ Χριστοῦ Ἀγαθάγγελος, το βλάστημα τῆς πόλεως Αἴνου καί καύχημα τῆς σεβασμίας Μονῆς τοῦ Ἐσφιγμένου, μαρτύρησε στη Σμύρνη λίγο πρίν ἀπό τήν Ἑλληνική Επανάσταση…
…Ἀπό τό πρωί σέ ὅλη τήν πόλη ἁπλώθηκε ἡ φήμη ὅτι τό δίχως ἄλλο σήμερα ἐπρόκειτο νά ἀποκεφαλίσουν τὸν Ἀγαθάγγελο μπροστά στο τζαμί τοῦ κάστρου. Γι’ αὐτό καί συναθροίστηκε ἐκεῖ ἕνα τόσο πλῆθος λαοῦ ἀπό κάθε ἐθνικότητα, ὥστε πολλοί ἀποροῦσαν γιά τόν τόσο μεγάλο ἀριθμό ἀνθρώπων. Ὅλοι ἀτενίζοντας στον Μάρτυρα ἔβλεπαν τόσο ὄμορφο τό πρόσωπό του, σάν νά ἔμοιαζε μέ πρόσωπο ἀγγέλου. Τόν εἶχαν στολισμένο σάν γαμπρό, φέρνοντάς τον στόν τόπο τῆς καταδίκης σάν σε οὐράνια παστάδα.
Ὅταν ἔφτασαν στόν τόπο τῆς καταδίκης, τοῦ ἔβγαλαν τὰ ροῦχα καί τόν πρόσταξαν να γονατίσει. Τότε πῆγε πάλι ὁ σιχαμερός πρώην κύριός του, ἔσκυψε καί τοῦ ψιθύρισε στ’ αὐτί του. Ὁ Μάρτυρας δέν στράφηκε κάν νά τόν κοιτάξει.
Ἔπειτα ἦρθε κοντά του κι ἕνας νομοδιδάσκαλος τῆς πλάνης τους καί σκύβοντας μπροστά του τοῦ ἔλεγε: «Λυπᾶμαι, παιδί μου, νά τούς ἀφήσω να σε θανατώσουν. Ἔλα μαζί μου νά σέ κρύψω καί κατόπιν νά σέ ὁδηγήσω νά φύγεις· νὰ πᾶς ὅπου θέλεις καί νά ‘χεις τήν πίστη σου». Ὅμως ὁ ἅγιος Μάρτυρας κι αὐτόν καθόλου δέν τόν πρόσεξε. Εἶχε τὸν νοῦ του προσηλωμένο στόν Θεό, τά μάτια στραμμένα στή γῆ καί προσευχόταν νοερά.
Στη συνέχεια ἅπλωσε μέ προθυμία τόν λαιμό του καί μέ φωνή δυνατή εἶπε στούς δημίους του: «Χτυπᾶτε!». Τότε ὁ ἀρχηγός τους πρόσταξε να τόν χτυπήσουν. Ἕνας ἀπ’ αὐτούς ἔβγαλε τό σπαθί καί ἀπέκοψε τήν ἁγία κεφαλή του. Ἦταν 19 Απριλίου, ἡμέρα Σάββατο, πέμπτη ὥρα τῆς ἡμέρας, καί ὁ Ἅγιος βρισκόταν τότε στο δέκατο ένατο ἔτος τῆς ἡλικίας του.
Τότε ὅλα τά πλήθη τῶν Χριστιανῶν δόξασαν τόν Θεό χειροκροτώντας καί μεγαλύνοντας τόν ἔνδοξο Νεομάρτυρά του, δείχνοντας












