Τρίτη 5 Μαΐου 2026

Ό,τι δίνεις, το συναντάς ξανά.


Σ’ ένα μικρό χωριό ζούσε ένας άνθρωπος που πίστευε πως ό,τι κάνει χάνεται με τον χρόνο.
«Ποιος θυμάται;» έλεγε. «Όλα περνούν…»
Μια μέρα, πάνω στον θυμό του, πλήγωσε έναν συνάνθρωπό του με λόγια βαριά.
Έφυγε και το ξέχασε. Νόμιζε πως τελείωσε εκεί.
Μα δεν τελείωσε.
Τα λόγια του έμειναν. Όχι μόνο στην καρδιά εκείνου που τα άκουσε, αλλά και μέσα του.
Έγιναν σκιά στη σκέψη του, βάρος στην ψυχή του, μια σιωπηλή ταραχή που δεν εξηγούνταν.
Και όσο περνούσε ο καιρός, αναρωτιόταν γιατί δεν έχει ειρήνη.
Γιατί δεν μπορεί να χαρεί απλά πράγματα.
Γιατί κάτι μέσα του αντιστέκεται στη γαλήνη.
Δεν ήξερε ή δεν ήθελε να παραδεχτεί πως το κακό που έκανε δεν χάθηκε.
Έμεινε μαζί του.
Λίγο καιρό μετά, βρέθηκε μπροστά σε έναν άνθρωπο που είχε ανάγκη.
Δίστασε. Αυτή την φορά όμως, δεν μίλησε σκληρά.
Έσκυψε, άκουσε, βοήθησε.
Και έφυγε χωρίς να δώσει σημασία.
Μα εκείνο το καλό δεν χάθηκε.
Έκανε έναν κύκλο αθόρυβο.
Πέρασε από καρδιές, από προσευχές, από ευχαριστίες που δεν άκουσε ποτέ.
Και μια μέρα, όταν ο ίδιος βρέθηκε σε δυσκολία, ήρθε πίσω σε αυτόν όχι σαν ανταμοιβή, αλλά σαν φως.
Τότε κατάλαβε.
Το κακό που κάνεις, μένει μαζί σου σε βαραίνει, σε ακολουθεί, σε περιμένει μέχρι να το θεραπεύσεις.
Το καλό που κάνεις, επιστρέφει όχι πάντα όπως το περιμένεις, αλλά πάντα την ώρα που το χρειάζεσαι.
Και από εκείνη τη μέρα, πρόσεχε.
Όχι γιατί φοβόταν την τιμωρία,
αλλά γιατί κατάλαβε πως κάθε πράξη γράφεται μέσα στην αιωνιότητα της ψυχής.
Και άρχισε να ζει αλλιώς.
Με περισσότερη προσοχή, περισσότερη αγάπη, περισσότερη αλήθεια.
Γιατί έμαθε κάτι απλό, αλλά βαρύ:
Ό,τι δίνεις, το συναντάς ξανά. «Ό,τι κάνεις, γίνεται τρόπος ύπαρξης μέσα σου.»

 

Ο Δίκαιος.

 


Μια φορά κι έναν καιρό, σ’ ένα μικρό χωριό στους πρόποδες ενός ψηλού βουνού, ζούσε ένας φτωχός μυλωνάς ονόματι Δίκαιος.
Το όνομά του ταίριαζε στην ψυχή του: πονούσε βαθιά για κάθε αδικία.
Δίπλα στο μύλο του ζούσε ένας πλούσιος έμπορος, ο Φθόνος. Ο Φθόνος είχε χωράφια, κοπάδια και χρυσάφι, μα η καρδιά του ήταν στεγνή. Ζήλευε τον Δίκαιο για την ηρεμία του. Κάποια νύχτα, άνοιξε κρυφά το φράγμα του ποταμού που κινούσε τον μύλο και άφησε το νερό να φύγει. Το πρωί, ο μύλος στάθηκε.
Ο Δίκαιος δεν είχε αποδείξεις, μα όλο το χωριό ήξερε. «Άδικο!» φώναξαν οι χωριανοί. «Πήγαινε στον κριτή!» μα ο κριτής ήταν συγγενής του εμπόρου.
Ο Δίκαιος ανέβηκε στο βουνό σε ένα παλιό μοναστήρι. Εκεί βρήκε έναν γέροντα και του είπε κλαίγοντας:
- Γέροντα, ο Θεός το βλέπει αυτό το άδικο και δεν κάνει τίποτα;
Ο γέροντας τον κοίταξε ήρεμα:
- Το άδικο δεν το θέλει ο Θεός, παιδί μου. Μα θέλει να δει εσένα: θ’ απογίνεις κι εσύ άδικος μόλις χάσεις αυτό που αγαπάς;
Ο Δίκαιος σιώπησε. Ο γέροντας συνέχισε:
- Ο Φθόνος έδεσε τον εαυτό του με αγκάθια. Κάθε νύχτα που τον τρώει η ζήλια, εκείνος αιμορραγεί, όχι εσύ. Εσύ έχεις δύο δρόμους: να γίνεις σαν κι αυτόν, ή να μάθεις πως η αγάπη σου για το δίκιο είναι το αληθινό σου μυλόπετρα που αλέθει την πίκρα σε σοφία.
Ο Δίκαιος γύρισε στο χωριό. Δεν μήνυσε κανέναν. Άρχισε να διορθώνει τζάμια και σκεύη για τους φτωχούς, χωρίς πληρωμή. Ο Φθόνος τον κορόιδευε: «Κοίτα τον άμυαλο!»
Μα με τον καιρό, ο Φθόνος αρρώστησε. Κανείς δεν πήγαινε να τον δει. Ο μόνος που χτύπησε την πόρτα του ήταν ο Δίκαιος, κρατώντας ψωμί και ζεστό γάλα.
- Γιατί; ψέλλισε ο έμπορος.
- Γιατί δεν θέλω το άδικο να γίνει συνήθειά μου, είπε ο Δίκαιος. Εσύ με έκανες φτωχότερο στα υπάρχοντα, πλουσιότερο στην καρδιά.
Ο Φθόνος έκλαψε για πρώτη φορά. Πέθανε λίγους μήνες μετά. Άφησε όλη του την περιουσία στον Δίκαιο, με μια σημείωση: «Δεν ήξερες να υπερασπιστείς τον εαυτό σου, κι αυτό σ’ έκανε δικαιότερο από όλους μας».
Η αδικία είναι φορτίο για όποιον την κάνει, όχι για όποιον την υπομένει. Ο Θεός δεν στέλνει κεραυνό στον άδικο για να νιώσεις εσύ δίκιο αλλά σου δίνει την ευκαιρία να επιλέξεις εσύ αν θα μείνεις άνθρωπος ή θα γίνεις καθρέφτης της ασχήμιας που σε πλήγωσε. Το άδικο δεν το θέλει ο Θεός… γι’ αυτό ακριβώς σε παρακαλάει να μην το αναπαράγεις.

Η ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΜΕΣΟΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΣ ΚΑΙ Ο ΕΟΡΤΑΣΜΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΚΩΝ/ΠΟΛΗΣ



Σε λίγους πιστούς είναι γνωστή η εορτή, αυτή. 

Εκτός από τους ιερείς και μερικούς άλλους χριστιανούς, 

που έχουν ένα στενότερο σύνδεσμο με την Εκκλησία μας, 

οι περισσότεροι δεν γνωρίζουν καν την ύπαρξή της. 

Λίγοι είναι εκείνοι που εκκλησιάζονται κατ’ αύτη 

και οι περισσότεροι δεν υποπτεύονται καν, 

ότι την Τετάρτη μετά την Κυριακή του Παραλύτου 

πανηγυρίζει η Εκκλησία μία μεγάλη δεσποτική εορτή, 

την εορτή της Μεσοπεντηκοστής. 

Και όμως κάποτε αυτή η εορτή ήταν η μεγάλη εορτή της Μεγάλης Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως 

και συνέτρεχαν κατ’ αυτή στον μεγάλο ναό πλήθη λαού. 

Ποιό είναι το θέμα της ιδιορρύθμου αυτής εορτής; 

Όχι πάντως κανένα γεγονός της ευαγγελικής ιστορίας. 

Το θέμα της είναι καθαρά εορτολογικό και θεωρητικό. 

Η Τετάρτη της Μεσοπεντηκοστής είναι η 25η από του Πάσχα 

και η 25η προ της Πεντηκοστής ημέρα.


 

Σημειώνει το μέσον της περιόδου των 50 μετά το Πάσχα εορτάσιμων ημερών. Είναι δηλαδή 

ένας σταθμός, μία τομή. Χωρίς δηλαδή να έχει δικό της θέμα η ημέρα αυτή συνδυάζει τα 

θέματα, του Πάσχα αφ’ ενός και της επιφοιτήσεως του αγίου Πνεύματος αφ’ ετέρου, και 

«προφαίνει» τη δόξα της αναλήψεως του Κυρίου, που θα εορταστεί μετά από 15 ημέρες. Ακριβώς

 δε αυτό το μέσον των δύο μεγάλων εορτών έφερνε στο νου και ένα εβραϊκό επίθετο του Κυρίου, 

το «Μεσ­σίας». Μεσσίας στα ελληνικά μεταφράζεται Χριστός. Αλλά ηχητικά θυμίζει το μέσον.

 Έτσι και στα τροπάρια και στο συναξάριο της ημέρας η παρετυμολογία αυτή γίνεται 

αφορμή να παρουσιασθεί ο Χριστός σαν Μεσσίας -μεσίτης Θεού και ανθρώπων, «μεσίτης και 

διαλλάκτης ημών και του αιωνίου αυτού Πατρός». «Διά ταύτην την αιτίαν την παρούσα

 εορτή εορτάζοντες και Μεσοπεντηκοστήν ονομάζοντες τον Μεσσίαν ανυμνούμεν Χριστόν».

 σημειώνει ο Νικηφόρος Ξανθόπουλος στο συναξάριο. Σ’ αυτό βοήθησε και η ευαγγελική

 περικοπή, που επελέγη για την ημέρα αυτή. Μεσούσης της εορτής του ιουδαϊκού Πάσχα ο 

Χριστός ανεβαίνει στο ιερό και διδάσκει. Η διδασκαλία Του προκαλεί τον θαυμασμό, αλλά και 

ζωηρή αντιδικία μεταξύ αυτού και του λαού και των διδασκάλων. Είναι Μεσσίας ο Ιησούς

 ή δεν είναι; Είναι η διδασκαλία Του εκ Θεού ή δεν είναι; Νέο λοιπόν θέμα προστίθεται: ο 

Χριστός είναι ο διδάσκαλος. Αυτός που ενώ δεν έμαθε γράμματα κατέχει το πλήρωμα της 

σοφίας, γιατί είναι η Σοφία του Θεού που κατασκεύασε τον κόσμο. Ακριβώς από αυτόν τον 

διάλογο εμπνέεται μεγάλο μέρος της υμνογραφίας της εορτής. Εκείνος που διδάσκει 

στο ναό, στο μέσον των διδασκάλων του ιουδαϊκού λαού, στο μέσον της εορτής, είναι ο Μεσσίας,

 ο Χριστός, ο Λόγος του Θεού. Αυτός που αποδοκιμάζεται από τους δήθεν σοφούς του λαού Του 

είναι η του Θεού Σοφία.

Πώς εορταζόταν στα βυζαντινά χρόνια:

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ Ο ΤΡΟΠΑΙΟΦΟΡΟΣ (23 Ἀπριλίου)



Ο Άγιος Μεγαλομάρτυς Γεώργιος  ο Τροπαιοφόρος ανήκει στη χορεία των μεγαλομαρτύρων και είναι από τους λαοφιλεστέρους Αγίους της Εκκλησίας μας. Έζησε κατά τα τέλη του 3ου αιώνος μ.Χ. και τας αρχάς του 4ου επί της βασιλείας του Διοκλητιανού.

 Η εποχή του υπήρξε εποχή σκληρών διωγμών και εξοντωτικών κατά της Χριστιανικής Πίστεως. Ο Γεώργιος είχε μεγάλο αξίωμα. Ήτο κόμης και διακρινόταν σ' όλες τις στρατιωτικές επιχειρήσεις για την γενναιότητά του και την ανδρεία του.

Παρ' όλη τη δόξα όμως και τις τιμές δεν αρνήθηκε να θυσιάση τα πάντα και να ομολογήση με παρρησία ενώπιον του αυτοκράτορος και πολλών αρχόντων την χριστιανική του πίστιν. Υπέμεινε βασανιστήρια πολλά και φρικτά που στο τέλος τον ανέδειξαν Μεγαλομάρτυρα.
Πολλά είναι τα θαύματα του Αγίου Γεωργίου. Πολλοί ναοί τιμώνται επ' ονόματι του Αγίου Γεωργίου, δείγμα κι' αυτό της αγάπης του λαού προς τον Άγιον, και πολλοί φέρουν το όνομά του. Δείγμα τιμής από μέρους μας προς τον Άγιον, αγαπητέ αναγνώστα, είναι βέβαια και ο εορτασμός της μνήμης του και αι πανηγύρεις, αλλά πιο μεγάλο δείγμα τιμής είναι η μίμησις της αγίας ζωής του, γιατί «τιμή μάρτυρος» είναι η «μίμησις μάρτυρος». Μίμησις της ομολογίας, της μαρτυρικής, της αγίας ζωής του.

Ομολογητής ο κόμης Γεώργιος
Ο Μεγαλομάρτυς Γεώργιος γεννήθηκε στην Καππαδοκία από ευσεβείς γονείς, και έμεινε ορφανός από πατέρα σε ηλικίαν δέκα ετών. Η μητέρα του τον έφερε μαζί της στην Παλαιστίνη όπου ήταν η Πατρίδα της και είχε και τα κτήματά της. Ο Γεώργιος καίτοι νεαρός κατατάχθηκε στο στρατό, όπου μάλιστα προήχθη σε μεγάλα αξιώματα, ώστε να παίρνη μέρος και στις συνελεύσεις των ανωτάτων αξιωματούχων του Κράτους. Ο Διοκλητιανός τον εκτιμούσε πολύ.

Ἀπὸ ποῦ καταγόμεθα καὶ ποῖος ὁ σκοπὸς τῆς ζωῆς μας.



Μέσα στὴν ταραχὴ τῆς συγχρόνου ζωῆς, ὅπου ἡ ἀμφισβήτησις ἐπιχειρεῖ νὰ καταλύσῃ τὰ θεμέλια τῆς ἀληθείας, ὁ ἄνθρωπος ἐπιστρέφει ἀναποφεύκτως στὰ αἰώνια ἐρωτήματα τῆς ὑπάρξεως. Ἀπὸ ποῦ προερχόμεθα, διὰ τί ὑπάρχομεν καὶ ποῦ πορευόμεθα. Ἡ Ἁγία Ἐκκλησία, φυλάσσουσα ἀκέραιον τὸν θησαυρὸν τῆς θείας ἀποκαλύψεως, φανερώνει ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἔργον θείας βουλῆς καὶ ἀγάπης, ἡ κορωνίδα τῆς δημιουργίας, ὁ μικρὸς κόσμος τοῦ μεγάλου κόσμου, ὁ σύνδεσμος τοῦ ὁρατοῦ καὶ τοῦ ἀοράτου.
Δὲν ἐξήλθεν ὁ ἄνθρωπος ἐκ τῆς γῆς ὡς τὰ λοιπὰ ζῶα διὰ ἀπλῆς προσταγῆς, ἀλλὰ ὁ Θεὸς εἶπεν «ποιήσωμεν ἄνθρωπον» καὶ ἐπλάσθη ἐκ χοὸς καὶ ἐνεφυσήθη εἰς αὐτὸν πνοὴ ζωῆς, ὥστε νὰ γίνῃ ψυχὴ ζῶσα. Ἡ δημιουργία αὕτη ἀποτελεῖ ἰδιαιτέραν πράξιν θείας φροντίδος, διότι ὁ ἄνθρωπος ἐκλήθη νὰ φέρῃ ἐντός του τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Ἐκ τούτου ἔλαβε νοῦν, λόγον καὶ ἐλευθερίαν, ὥστε νὰ δύναται νὰ ἐπιλέγῃ τὸ ἀγαθὸ καὶ νὰ ἀναβαίνῃ πρὸς τὸν Δημιουργόν του.
Ἐπλάσθη ὁ ἄνθρωπος ἐν ἁγιότητι καὶ καθαρότητι, ἁρμονικῶς συντεθειμένος ἐκ σώματος καὶ ψυχῆς, ὥστε νὰ ζῇ ἐν κοινωνίᾳ μετὰ τοῦ Θεοῦ. Τὸ σῶμα ἐκ τῆς γῆς καὶ ἡ ψυχὴ ἐκ τῆς θείας πνοῆς συνιστῶσι τὴν ἑνότητα τοῦ ἀνθρώπου, καὶ οὔτε τὸ ἓν χωρὶς τὸ ἕτερον ἀποτελεῖ τὸν τέλειον ἄνθρωπον. Διὰ τῆς λογικῆς φύσεως ὁ ἄνθρωπος ἐπικοινωνεῖ μὲ τὰ οὐράνια, ἐνῶ διὰ τοῦ σώματος μετέχει τῶν ἐπιγείων, ὄντας βασιλεὺς τῆς κτίσεως καὶ διαχειριστὴς τῶν δωρεῶν τοῦ Θεοῦ.
Τὸ «κατ’ εἰκόνα» φανερώνει τὴν ἔμφυτον θείαν σφραγῖδα, τὸν νοῦν καὶ τὸ αὐτεξούσιον, ἐνῶ τὸ «καθ’ ὁμοίωσιν» ἀποτελεῖ τὴν πορείαν καὶ τὸν σκοπὸν, τὴν ὁμοίωσιν πρὸς τὸν Θεὸν διὰ τῆς ἀρετῆς καὶ τῆς χάριτος. Ἡ ἀρετὴ δὲν ἐπιβάλλεται, ἀλλὰ ἐπιλέγεται ἐλευθέρως, καὶ ἐν ταύτῃ ἔγκειται τὸ μεγαλείον καὶ ἡ εὐθύνη τοῦ ἀνθρώπου.
Ἡ πτώσις ἐσκότισεν τὴν χάριν καὶ ἐξασθένησεν τὴν ῥοπὴν πρὸς τὸ ἀγαθόν, ἀλλ’ οὐκ ἐξήλειψεν τὴν θείαν εἰκόνα. Ὁ ἄνθρωπος ἐγένετο αἰχμάλωτος τῆς ἁμαρτίας, ἀλλὰ ἡ θεία οἰκονομία δὲν ἐγκατέλιπεν τὸ πλάσμα. Διὰ τοῦ δευτέρου Ἀδὰμ, τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἐδόθη ἡ ἀνακαίνισις καὶ ἡ ἐλπὶς τῆς σωτηρίας, ὥστε ὁ ἄνθρωπος νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν ἀρχαίαν δόξαν καὶ νὰ ζήσῃ ἐν Χάριτι.
Ἡ Ἐκκλησία μαρτυρεῖ ὅτι ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι κτισμένος διὰ τὴν φθοράν, ἀλλὰ διὰ τὴν ἀφθαρσίαν. Ἔλαβε τὴν δύναμιν νὰ δημιουργῇ πολιτισμόν, τέχνην καὶ ἐπιστήμην, ἀλλὰ ὁ ὕψιστος προορισμὸς του δὲν εἶναι ἐν τούτοις, ἀλλὰ ἐν τῇ ἑνώσει μετὰ τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἀλήθεια αὕτη ἀποκαλύπτει καὶ τὴν πλάνην τῶν θεωριῶν ἐκείνων αἵτινες ὑποβιβάζουν τὸν ἄνθρωπον εἰς ἀπλὸν κρίκον ἀλόγου ἐξελίξεως, ἀγνοοῦσαι τὴν θείαν καταγωγὴν καὶ τὸν πνευματικὸν του χαρακτῆρα.
Ἡ ἑνότητα τοῦ ἀνθρωπίνου γένους ἐκ μιᾶς ἀρχῆς φανερώνει ὅτι ὅλοι οἱ ἄνθρωποι φέρουσι τὴν αὐτὴν φύσιν καὶ τὸν αὐτὸν προορισμόν. Ὁ ἄνθρωπος ἐκ Θεοῦ προέρχεται καὶ πρὸς τὸν Θεὸν ὁδεύει. Καὶ ἡ ζωὴ του εἶναι ἀγών, ἵνα ἀναζωπυρώσῃ τὸ «καθ’ ὁμοίωσιν» καὶ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν κοινωνίαν τῆς θείας ζωῆς.
Ὁ τελικὸς σκοπὸς τῆς ὑπάρξεως εἶναι ἡ θέωσις, ἡ ἁγιοσύνη, ἡ ἕνωσις μετὰ τοῦ Θεοῦ κατὰ χάριν. «Ἅγιοι γίνεσθε, ὅτι Ἐγὼ Ἅγιός εἰμι» καὶ «θεοὶ ἐστε». Ἐὰν ὁ ἄνθρωπος δὲν φθάσῃ εἰς τοῦτο τὸ τέλος, τότε ἀποστερεῖται τοῦ ἀληθινοῦ νοήματος τῆς ζωῆς. Ἡ ἀληθινὴ πατρίς τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ὁ Θεός, καὶ ἐν αὐτῷ εὑρίσκει τὴν ἀνάπαυσιν καὶ τὴν πληρότητα.
Μὴ λησμονεῖς τὴν οὐράνιαν καταγωγήν σου καὶ τὸν ἱερὸν προορισμόν σου, διότι ἐκεῖ ἀναπαύεται ἡ ψυχή καὶ ἐκεῖ εὑρίσκεται ἡ ἀληθινὴ ζωή.

Μεσοπεντηκοστή

Αποτέλεσμα εικόνας για Μεσοπεντηκοστή
  Με βάση το Πάσχα.
Εορτάζει 24 ημέρες μετά το Άγιο Πάσχα.
Ἑστὼς διδάσκει τῆς ἑορτῆς ἐν μέσῳ,
Χριστὸς Μεσσίας τῶν διδασκάλων μέσον.
Βιογραφία
Την Τετάρτη μετά την Κυριακή του Παραλύτου πανηγυρίζει η Εκκλησία μας μία μεγάλη δεσποτική εορτή, την εορτή της Μεσοπεντηκοστής. Τα βυζαντινά χρόνια, η εορτή της Μεσοπεντηκοστής ήταν η μεγάλη εορτή της Μεγάλης Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως και συνέτρεχαν κατ’ αυτή στον μεγάλο ναό πλήθη λαού. Δεν έχει κανείς παρά να ανοίξει την Έκθεση της Βασιλείου Τάξεως (Κεφ. 26) του Κωνσταντίνου Πορφυρογεννήτου για να δει το επίσημο τυπικό του εορτασμού, όπως ετελείτο μέχρι την Μεσοπεντηκοστή του έτους 903 μ.Χ. στον ναό του Αγίου Μωκίου στην Κωνσταντινούπολη, μέχρι δηλαδή την ημέρα που έγινε η απόπειρα κατά της ζωής του αυτοκράτορα Λέοντα ΣΤ’ του Σοφού (11 Μαΐου 903 μ.Χ.). Εκεί υπάρχει μία λεπτομερής περιγραφή του λαμπρού πανηγυρισμού, που καταλαμβάνει ολόκληρες σελίδες και καθορίζει με την γνωστή παράξενη βυζαντινή ορολογία, πως ο αυτοκράτωρ το πρωί της εορτής με τα επίσημα βασιλικά του ενδύματα και την συνοδεία του ξεκινούσε από το ιερό παλάτι για να μεταβεί στον ναό του αγίου Μωκίου, όπου θα ετελείτο η θεία λειτουργία. Σε λίγο έφθανε η λιτανεία με επί κεφαλής τον πατριάρχη, και βασιλεύς και πατριάρχης εισήρχοντο επισήμως στον ναό. Η θεία λειτουργία ετελείτο με την συνήθη στις μεγάλες εορτές βυζαντινή μεγαλοπρέπεια. Μετά από αυτήν ο αυτοκράτωρ παρέθετε πρόγευμα, στο οποίο έπαιρνε μέρος και ο πατριάρχης. Και πάλι ο βασιλεύς υπό τις επευφημίες του πλήθους «Εἰς πολλούς καί ἀγαθούς χρόνους ὁ Θεός ἀγάγει τήν βασιλείαν ὑμῶν» και με πολλούς ενδιαμέσους σταθμούς επέστρεφε στο ιερό παλάτι.
Αλλά και στα σημερινά μας λειτουργικά βιβλία, στο Πεντηκοστάριο, βλέπει κανείς τα ίχνη της παλαιάς της λαμπρότητας. Παρουσιάζεται σαν μία μεγάλη δεσποτική εορτή, με τα εκλεκτά της τροπάρια και τους διπλούς της κανόνες, έργα των μεγάλων υμνογράφων, του Θεοφάνους και του Ανδρέου Κρήτης, με τα αναγνώσματά της και την επίδραση της στις προ και μετά από αυτήν Κυριακές και με την παράταση του εορτασμού της επί οκτώ ημέρες κατά τον τύπο των μεγάλων εορτών του εκκλησιαστικού έτους.
Ποιό όμως είναι το θέμα της ιδιορρύθμου αυτής εορτής; Όχι πάντως κανένα γεγονός της ευαγγελικής ιστορίας. Το θέμα της είναι καθαρά εορτολογικό και θεωρητικό. Η Τετάρτη της Μεσοπεντηκοστής είναι η 25η από του Πάσχα και η 25η προ της Πεντηκοστής ημέρα. Σημειώνει το μέσον της περιόδου των 50 μετά το Πάσχα εορτάσιμων ημερών. Είναι δηλαδή ένας σταθμός, μία τομή. Ωραία το τοποθετεί το πρώτο τροπάριο του εσπερινού της εορτής:

Δευτέρα 4 Μαΐου 2026

Ο Χριστός, ο λυτρωτής και νικητής της φθοράς.



Μέσα στον κόσμο αυτόν, που γεννιέται και φθείρεται αδιάκοπα, όπου ο χρόνος κυλά σαν αδυσώπητος άρχοντας και σφραγίζει κάθε ύπαρξη με το σημάδι της φθοράς, στέκεται ο άνθρωπος δεμένος, ανήμπορος να αντισταθεί στο πέρασμα της αλλοίωσης και του θανάτου. Η κτίση ολόκληρη στενάζει κάτω από αυτόν τον νόμο, που δεν γνωρίζει εξαίρεση, και ο άνθρωπος, αν και πλασμένος για το αιώνιο, βιώνει καθημερινά την πτώση και την φθαρτότητα.
Μέσα σε αυτήν την πικρή πραγματικότητα ανατέλλει μία και μόνη ελπίδα, που δεν είναι ιδέα ούτε φιλοσοφία, αλλά πρόσωπο ζωντανό και αληθινό. Είναι ο Χριστός, ο Υιός και Λόγος του Θεού, Εκείνος που κατήλθε από τον ουρανό και προσέλαβε την ανθρώπινη φύση, για να καταλύσει εκ των έσω την τυραννία της φθοράς. Αυτός που πάτησε τον θάνατο και έδωσε υπόσχεση ζωής αιωνίου σε κάθε πιστεύοντα, λέγοντας ότι όποιος ενωθεί μαζί Του, δεν θα γνωρίσει τον αφανισμό αλλά την αληθινή ζωή που δεν τελειώνει.
Ο απόστολος Παύλος φανερώνει το μυστήριο αυτό με λόγο βαθύ και αποκαλυπτικό, διδάσκοντας ότι όλη η κτίση υποτάχθηκε στην ματαιότητα όχι από δική της βούληση, αλλά με την ελπίδα της μελλοντικής απελευθέρωσης. Όλα αναμένουν την λύτρωση, την στιγμή όπου θα λυθεί η σκλαβιά της φθοράς και θα φανερωθεί η ελευθερία των τέκνων του Θεού. Και ο άνθρωπος, που έχει λάβει την χάρη του Αγίου Πνεύματος, δεν παύει να αναστενάζει εσωτερικά, προσδοκώντας την πλήρη υιοθεσία, την απολύτρωση ακόμη και του σώματός του.
Η ανάσταση του Χριστού δεν είναι απλώς γεγονός του παρελθόντος, αλλά δύναμη ενεργή που ζωοποιεί τον άνθρωπο. Εκείνος που ανέστησε τον Χριστό από τους νεκρούς θα ζωοποιήσει και τα θνητά σώματα, εφόσον κατοικεί μέσα μας το Πνεύμα Του. Έτσι, η φθορά δεν αποτελεί πλέον τελικό προορισμό, αλλά πρόσκαιρη κατάσταση που θα καταργηθεί.
Η ημέρα του Κυρίου θα έλθει αιφνίδια, και τότε ο παλαιός κόσμος θα παρέλθει. Τα στοιχεία θα διαλυθούν και η κτίση θα μεταμορφωθεί. Δεν πρόκειται για αφανισμό, αλλά για μετάβαση σε μία νέα πραγματικότητα, καθαρή από κάθε ίχνος φθοράς. Στον νέο αυτό κόσμο δεν θα υπάρχει νύχτα ούτε ανάγκη φωτός υλικού, διότι ο ίδιος ο Θεός θα είναι το φως και η ζωή των ανθρώπων, και η βασιλεία Του θα είναι αιώνια.
Εκεί κατατείνει όλη η πορεία του ανθρώπου. Από την φθορά προς την αφθαρσία, από τον χρόνο προς την αιωνιότητα, από την σκλαβιά προς την ελευθερία. Και ο δρόμος αυτός ανοίχθηκε μία για πάντα από τον Χριστό, τον μόνο αληθινό λυτρωτή, που κατέλυσε τον θάνατο και χάρισε στον κόσμο την ελπίδα της αθανασίας.
Όπου υπάρχει πίστη, γεννιέται ήδη μέσα στην καρδιά ο σπόρος της αιωνίου ζωής.
Αφιερώνεται σε κάθε ψυχή που αγωνίζεται μέσα στον χρόνο, αλλά διψά για την αιωνιότητα.
Σαν φως που δεν σβήνει, ο Χριστός καλεί τον άνθρωπο από την φθορά στην ζωή.

Συγχώρα και προχώρα.



Μέσα στο ανέσπερο φως της Αναστάσεως, εκεί όπου ο θάνατος κατεπατήθη και η ζωή εχαρίσθη εκ νέου εις τον άνθρωπον, ακούεται ως λεπτή αλλά δυνατή φωνή η εντολή της αγάπης. Δεν είναι λόγος ανθρώπινος, αλλά βίωμα θεανθρώπινο. Ο Αναστημένος Κύριος, ο Νικητής του θανάτου, δεν εκήρυξε εκδίκηση, αλλά συγχώρηση. Δεν εζήτησε ανταπόδοση, αλλά προσέφερε έλεος. Και εις αυτήν την οδό καλείται να βαδίσει και ο άνθρωπος.
Πάντας βάσταζε. Μία φράση μικρή, μα περιεκτική όλου του Ευαγγελίου. Να βαστάζεις τον άλλον σημαίνει να τον χωρείς μέσα σου χωρίς να τον απορρίπτεις. Να υπομένεις τα βάρη του χαρακτήρος του, τις αδυναμίες του, τις πτώσεις του, όπως ο Χριστός εβάστασε επάνω Του όλον τον κόσμον. Δεν είναι έργο εύκολο, διότι συγκρούεται με την φιλαυτία και την υπερηφάνεια. Όμως εκεί ακριβώς γεννάται η χάρις.
Όταν δεν ανταποδίδεις την αδικία, αλλά σιωπάς με ειρήνη, τότε ο Χριστός ενεργεί μέσα σου. Όταν δεν ανταποκρίνεσαι στην πικρία με πικρία, αλλά με πραότητα, τότε ο ουρανός ανοίγει εντός της καρδίας σου. Η συγχώρηση δεν είναι αδυναμία, αλλά δύναμη πνευματική. Είναι μίμηση του Σταυρού, όπου η αγάπη υπερέβη την κακία του κόσμου.
Μη περιμένεις να λάβεις για να δώσεις. Η αγάπη του Θεού δεν μετρά, δεν υπολογίζει, δεν ζυγίζει. Δίνεται ακατάπαυστα. Έτσι και ο άνθρωπος, όταν μάθει να δίδει χωρίς ανταπόδοση, αρχίζει να μετέχει εις την θείαν ζωήν. Και ό,τι κατατίθεται με ταπείνωση και αγάπη, δεν χάνεται, αλλά φυλάσσεται εις τον ουρανό ως θησαυρός άφθαρτος.
Κοίταξε τον Αναστημένο Χριστό. Τα σημάδια των ήλων δεν έσβησαν, αλλά έγιναν δόξα. Έτσι και οι πληγές της ζωής, όταν συγχωρηθούν, μεταμορφώνονται σε πηγή φωτός. Μην μένεις εις τα στενά ανθρώπινα μέτρα. Υπέρβηθι τα με την χάρη της Αναστάσεως.
Συγχώρα και προχώρα. Εκεί κρύβεται η ελευθερία της ψυχής.
Αφιερώνεται εις κάθε καρδιά που αγωνίζεται να νικήσει τον εαυτό της και να αγαπήσει όπως Εκείνος αγάπησε.
Μέσα στο φως της Αναστάσεως, η συγχώρηση γίνεται δρόμος ζωής.

Άγιος Ναθαναήλ ο Απόστολος 22 Απριλίου



Ο Άγιος Ναθαναήλ (Σίμων ο Ζηλωτής ή Βαρθολομαίος - υιός του Θολομαίου) καταγόταν από την Κανά της Γαλιλαίας όπου ο Κύριος πραγματοποίησε το πρώτο του θαύμα. Ήταν στενός φίλος του Αποστόλου Φιλίππου, ο οποίος και του ανήγγειλε την υλοποίηση της προφητείας στο Πρόσωπο του Ιησού Χριστού. Στη συνέχεια έγινε ένας εκ των 12 Αποστόλων για τον οποίο ο Κύριος έπλεξε το εγκώμιο λέγοντας:« Ιδε αληθής Ισραηλίτης, εν ω δόλη ουκ έστιν».  
Στους Συναξαριστές ο Απόστολος Ναθαναήλ ταυτίζεται με τον Απόστολο Βαρθολομαίο (υιός του Θολομαίου), άλλοτε δε με τον ζηλωτή Σίμωνα, τον Απόστολο από την Κανά της Γαλιλαίας, όπου τελέσθηκε ο γάμος στον οποίο παρακάθισε και ο Ιησούς με την μητέρα Του.

Οι λόγοι της ταυτίσεως του Αποστόλου Βαρθολομαίου προς τον Ναθαναήλ, είναι οι εξής:

α) Στους καταλόγους των μαθητών στα Συνοπτικά Ευαγγέλια και στις Πράξεις ονομάζεται μόνο ως Βαρθολομαίος, ενώ στο κατά Ιωάννη Ευαγγέλιο μόνο ως Ναθαναήλ και

β) στους καταλόγους αυτούς συγκαταριθμείται πάντοτε με τον Απόστολο Φίλιππο.

Η αποστολική δράση του Απόστολου Ναθαναήλ επεκτείνεται μέχρι την Αφρική, τη Μαυριτανία και τη Βρετανία, όπου και σταυρώθηκε από ειδωλολάτρες.

Όσιος Θεόδωρος ο Συκεώτης επίσκοπος Αναστασιουπόλεως 22 Απριλίου



Ο Όσιος Θεόδωρος γεννήθηκε στο χωριό Συκέα ή Συκεών της Αναστασιοπόλεως, πρώτης πόλεως της επαρχίας Αγκυρανών και ήταν υιός της πόρνης Μαρίας και του Κοσμά, αποκρισάριου (ταχυδρόμος) του βασιλέως Ιουστινιανού. Η εκ πορνείας γέννηση του Οσίου δεν εμπόδισε τον Θεό να τον αναδείξει Αρχιερέα τιμιότατο και να τον πλουτίσει με παράδοξες θεοσημείες και θαυματουργίες. Στο σχολείο προέκοπτε στη μάθηση και σε ηλικία δέκα ετών έδειξε κλίση στο μοναχικό βίο. Μια νύχτα και ενώ ο Όσιος είχε γίνει δωδεκαετής, εμφανίσθηκε σε αυτόν ο Άγιος Μεγαλομάρτυρας Γεώργιος ο Τροπαιοφόρος και αφού τον ξύπνησε του είπε: «Σήκω, Θεόδωρε, έφθασε ο όρθρος, πάμε να προσευχηθούμε». Ο Όσιος είχε τόση ευλάβεια προς τον Άγιο Γεώργιο, ώστε κάθε μεσημέρι φεύγοντας από τ
ο σχολείο ανέβαινε στο γειτονικό πετρώδες όρος, όπου ήταν το προσκύνημα του Αγίου Γεωργίου. Τον οδηγούσε ο ίδιος ο Άγιος με τη μορφή ενός παλικαριού.
Ο Όσιος ακολούθησε τη μοναχική πολιτεία σε νεαρή ηλικία με την ευλογία του Επισκόπου Αναστασιοπόλεως Θεοδοσίου. Λίγο αργότερα χειροτονήθηκε διάκονος και πρεσβύτερος. Αμέσως επισκέφθηκε τους Αγίους Τόπους και έλαβε το σχήμα του μοναχού στη μονή της Υπεραγίας Θεοτόκου του Χουζιβά.
Στην συνέχεια επέστρεψε στην ιδιαίτερη πατρίδα του και παρέμεινε μόνιμα στο παρεκκλήσι του Αγίου Γεωργίου. Εκεί οικοδομούσε τον εαυτό του με νηστείες και χαμαικοιτίες, με αγρυπνίες και ψαλμωδίες, γι' αυτό και απολάμβανε από μέρος του Θεού, ποταμό από περισσότερα χαρίσματα εναντίων των ακαθάρτων πνευμάτων και των κάθε είδους ασθενειών.
Η μητέρα του, έχοντας φρόνημα σαρκικό, εγκατέλειψε τον υιό της και αφού πήρε όσο μέρος της περιουσίας της αναλογούσε, νυμφεύθηκε τον Δαβίδ, άνδρα της αυτοκρατορικής φρουράς της Άγκυρας.
Η αδελφή της μητέρας του, η Δεσποινία, η μητέρα της Ελπιδία και η αδελφή του Οσίου, η Βλάττα, δεν δέχονταν να αποχωρισθούν από αυτόν. Απεναντίας παρατηρούσαν με προσοχή την ενάρετη ζωή του και προσπαθούσαν να τον μιμηθούν όσο μπορούσαν, εξαγνίζοντας και αγιάζοντας τον εαυτό τους με σωφροσύνη και καθαρότητα βίου, με ελεημοσύνες και προσευχές.
Μετά τον θάνατο του Επισκόπου Αναστασιοπόλεως, Τιμοθέου, οι κάτοικοι της πόλεως, κληρικοί και λαϊκοί, πήγαν στην Άγκυρα και ζήτησαν από τον Μητροπολίτη Αγκύρας, Παύλο, να αναδείξει Επίσκοπο της πόλεώς τους τον Όσιο Θεόδωρο. Ο Όσιος δεν δεχόταν με κανένα τρόπο την πρόταση αυτή. Έτσι οι Χριστιανοί κατέφυγαν στη βία. Τον έβγαλαν έξω και αφού τον τοποθέτησαν επάνω σε ένα φορείο, τον απήγαγαν.
Κατά την χειροτονία του σε Επίσκοπο κάποιος είδε ένα τεράστιο αστέρι που ακτινοβολούσε, να κατέρχεται από τον ουρανό και να στέκεται επάνω στην εκκλησία, αστράφτοντας και φωτίζοντας την πόλη και την γύρω περιοχή.

Κυριακή 3 Μαΐου 2026

Άγιος Ιανουάριος ο Επίσκοπος και οι Πρόκουλος, Σώσσος και Φαύστος οι Διάκονοι, Δισιδέριος ο Αναγνώστης, Ακούτιος και Ευτύχιος 21 Απριλίου






Ο Άγιος Ιανουάριος ήταν επίσκοπος στη Νεάπολη της Ιταλίας, στα χρόνια του Διοκλητιανού (284-304) και όταν έπαρχος στην περιοχή αυτή ήταν ο Τιμόθεος. Ο Ιανουάριος μαζί με μια πολύ καλή ομάδα συνεργατών-χριστιανών, που την αποτελούσαν: οι διάκονοι Πρόκουλος (ή Πρόκλος), Σώσσος, Φαύστος, ο αναγνώστης Δησιδέριος, ο Ακούτιος και ο Ευτύχιος, αγωνίζονταν τον άγιο αγώνα της αρετής και έφερναν στο Χριστό πολλούς ειδωλολάτρες. Όταν έγινε ο μεγάλος διωγμός κατά των χριστιανών, συνελήφθησαν και υπέστησαν φοβερά βασανιστήρια. Τον Ιανουάριο έριξαν στη φωτιά για να καεί, αλλά με τη θεία χάρη έμεινε αβλαβής. Αμέσως, τότε, τον οδήγησαν σε άλλο τόπο, όπου του έκοψαν τα νεύρα και έτσι έλαβε το στεφάνι του μαρτυρίου. Στο δρόμο για το μαρτύριο, συνέβη το έξης περιστατικό: Οι πολυάριθμοι χριστιανοί της Νεάπολης, προσπάθησαν να πάρουν από τα χέρια των στρατιωτών τον Ιανουάριο. Εκείνος, όμως, αρνήθηκε και τους είπε: «Αφήστε, παιδιά μου, να τελειώσω τον καλό αγώνα του μαρτυρίου, και σας υπόσχομαι ότι θα είμαι πάντοτε προστάτης της πόλης σας». Έτσι και έγινε. Η Νεάπολη τον ανακήρυξε πολιούχο της Άγιο.
Στο Συναξάρι του Αγίου Ιανουαρίου αναφέρεται ότι μια γυναίκα, που ονομαζόταν Μαξιμίνα και ήταν χήρα, είχε την ατυχία να χάσει το μονάκριβο παιδί της. Κάποια στιγμή, ενώ θρηνούσε, συνήλθε για λίγο και κοιτάζοντας ψηλά, είδε άνω από την πύλη του ναού ένα ύφασμα κρεμασμένο, στο οποίο ήταν ζωγραφισμένη η εικόνα του Αγίου Ιανουαρίου. Τότε η γυναίκα έφερε στο νου της εκείνο που κάποτε έκανε ο προφήτης Ελισσαίος, όταν ανέστησε τον υιό της Σωμανίτιδος. Αφού κινήθηκε λοιπόν η Μαξιμίνα από θείο φωτισμό, έκανε και αυτή το ίδιο. Σχημάτισε δηλαδή κατάλληλα τον υιό της και ακολούθως σχημάτισε το ομοίωμα του Αγίου Ιανουαρίου. Στη συνέχεια δε, στα μάτια του παιδιού της προσάρμοσε τα μάτια της εικόνας του Αγίου. Το ίδιο έκανε και με τα αυτιά, το στόμα και με τα υπόλοιπα μέλη. Κάνοντας το έργο αυτό η γυναίκα προσευχόταν θερμά προς τον Άγιο Ιανουάριο λέγοντας: «Δούλε του Θεού, ελέησέ με και ανάστησε τον υιό μου, γιατί είναι το μόνο μου παιδί, δεν έχω άλλο». Και πραγματικά, ο Άγιος άκουσε την παράκληση της Μαξιμίνας και ανέστησε τον υιό αυτής.
Ἀπολυτίκιον (Κατέβασμα)
Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεῖς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Ὡς Ἱεράρχης καὶ σοφὸς θεηγόρος, τύπος ἐγένου πρὸς ἀθλήσεως πόνους, Πάτερ Ἰανουάριε τοὶς περὶ σεαυτόν. Σῶσος γὰρ καὶ Πρόκουλος, Δισιδέριος Φαῦστος, καὶ σὺν Ἀκουτίωνι, ὁ Εὐτύχιος ἅμα, σὺν σοῖ ἀθλούσι μάκαρ εὐσεβῶς, μεθ' ὧν δυσώπει, ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἠμῶν.

Σάββατο 2 Μαΐου 2026

Πίστη σημαίνει…



Πίστη σημαίνει να πεθάνει κάποιος για χάρη του Χριστού και των εντολών Του, και να πιστεύει ότι αυτός ο θάνατος προξενεί Zωή!
Να θεωρεί τη φτώχεια σαν πλούτο και την ευτέλεια και ασημότητα σαν αληθινή δόξα και κοινωνική λάμψη! Να πιστεύει ότι με το να μην έχει τίποτε κατέχει τα πάντα ή μάλλον απέκτησε τον ανεξερεύνητο πλούτο της επιγνώσεως του Χριστού, και όλα τα ορατά να τα βλέπει σαν λάσπη ή καπνό!
Πίστη στο Χριστό είναι όχι μόνο να καταφρονήσουμε όλα τα ευχάριστα του κόσμου αλλά και να έχουμε εγκαρτέρηση και υπομονή σε κάθε πειρασμό που μας έρχεται και μας προκαλεί λύπες, θλίψεις και συμφορές, ώσπου να ευδοκήσει να μας επισκεφθεί ο Θεός, όπως λέει ο ψαλμωδός: «Με κάθε υπομονή περίμενα τον Κύριο, και Αυτός με επισκέφθηκε!» (Ψαλμός 39, 2)
 
Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος

 

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ Ὁμιλία τοῦ Ἁγίου ΙΩΑΝΝΟΥ τοῦ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ



Στό χρυσωρυχεῖο οὔτε τήν πιό ἀσήμαντη φλέβα δέν θά δεχόταν νά περιφρονήση κανένας κι ἄς προξενῆ πολύν κόπο ἡ ἔρευνά της. Ἔτσι καί στίς θεῖες Γραφές δέν εἶναι χωρίς βλάβη νά προσπεράσης ἕνα γιῶτα ἤ μιά κεραία.Ὅλα πρέπει νά ἐξετάζωνται. Τό ἅγιο Πνεῦμα τά ἔχει πεῖ ὅλα καί τίποτα δέν εἶναι ἀνάξιο σ̉ αὐτές.

Πρόσεξε λοιπόν τί λέει ὁ Εὐαγγελιστής κι ἐδῶ: Αὐτό πάλι ἦταν τό δεύτερο σημεῖο πού ἔκανε ὁ Ἰησοῦς, πηγαίνοντας ἀπότήν Ἰουδαία στήν Γαλιλαία. Καί δέν πρόσθεσε βέβαια ἔτσι ἁπλᾶ τή λέξη «δεύτερο», ἀλλά τονίζει ἀκόμα περισσότερο τό θαῦμα τῶν Σαμαρειτῶν. Δείχνει ὅτι, μόλο πού ἔγινε καί δεύτερο σημεῖο, δέν εἶχαν φτάσει ἀκόμα στό ὕψος ἐκείνων πού τίποτα δέν εἶδαν (τῶν Σαμαρειτῶν) αὐτοί πού ἔχουν δεῖ πολλά καί θαυμάσει.Ὕστερ̉ ἀπ̉ αὐτά ἦταν ἑορτή τῶν Ἰουδαίων.
Ποιά ἑορτή; Ἡ ἑορτή τῆς Πεντηκοστῆς, νομίζω, καί ἀνέβηκε ὁ Ἰησοῦς στά Ἱεροσόλυμα. Συστηματικά τίς γιορτές βρίσκεται στήν πόλη. Ἀπ̉ τή μιά γιά νά φανῆ πώς ἑορτάζει μαζί τους, ἀπ̉ τήν ἄλλη γιά νά τραβήξη κοντά του τόν ἁπλό λαό. Γιατί αὐτές τίς μέρες γινόταν περισσότερη συρροή τῶν πιό ἁπλῶν.

Ὑπάρχει στά Ἱεροσόλυμα ἡ προβατική κολυμβήθρα, Βηθεσδά μέ τό Ἑβραϊκό ὄνομά της, μέ πέντε στοές. Σ̉ αὐτές ἦσαν πεσμένοι ἄρρωστοι πλῆθος - κουτσοί, τυφλοί, ξηροί, πού περίμεναν τήν ταραχήτοῦ νεροῦ. Τί σημαίνει αὐτός ὁ τρόπος τῆς θεραπείας; Τίνος μυστηρίου κάνει ὑπαινιγμό; Αὐτά δέν ἔχουν γραφῆ ἁπλᾶ καί τυχαῖα ἀλλά εἰκονίζει καί ὑποτυπώνει ὅσα ἀνάγονται στό μέλλον. Μ̉ αὐτόν τόν τρόπο, τόν ὑπερβολικά παράξενο, ὅταν συνέβαινε ὁλότελα ἀπροσδόκητα, δέ θά κατάστρεφε μέσα στίς ψυχές τῶν πολλῶν τή δύναμη τῆς πίστης.



 Ποιό εἶναι λοιπόν αὐτό πού εἰκονίζει;

Σκόπευε νά δώση τό βάπτισμα πού ἔχει πολλή δύναμη καί μεγάλη χάρη . Τό βάπτισμα πού ἀποπλύνει ὅλες τίς ἁμαρτίες καί ζωοποιεῖ τούς νεκρούς. Ὅπως λοιπόν σέ εἰκόνα, προδιαγράφονται αὐτά στήν κολυμβήθρα καί σέ πολλά ἄλλα. Καί πρῶτα ἔδωσε τό νερό πού βγάζει τά στίγματα τῶν σωμάτων καί πού δέν εἶναι μιάσματα ἀλλά φαίνονται, ὅπως τά μολύσματα ἀπό κηδεῖες, ἀπό λέπρα καί ἄλλα τέτοια. Καί πολλές ἄλλες θεραπεῖες στήν Παλαιά Διαθήκη θά μποροῦσε κανείς νά δῆ πού πραγματοποιήθησαν μέ νερό, γι̉ αὐτό τό λόγο. Ἀλλά ἄς μποῦμε στό θέμα μας.

Το Ιράν στο σταθμό μετρό της Παναγίας εκθέτει ένα έργο Σταύρωσης όπου εμφανίζει Ισραηλινό στρατιώτη με λόγχη να τρυπάει την πλευρά του Χριστού!


Το Ιράν στο σταθμό μετρό της Παναγίας εκθέτει ένα έργο Σταύρωσης όπου εμφανίζει Ισραηλινό στρατιώτη με λόγχη να τρυπάει την πλευρά του Χριστού! Το έργο είναι μια διασκευή Αναγεννησιακού πίνακα με προαναφερθείσα προσθήκη ώστε να προσδώσει επικαιροποίηση στο έργο τέχνης και να περάσει το αντίστοιχο μήνυμα. Από την άλλη σέβεται την ιστορικότητα του γεγονότος καθώς τονίζει ποιος ήταν ο ιθύνων νους που όπλισε και τότε το χέρι του Ρωμαίου στρατιώτη ή εκατόνταρχου.. Ένα έργο στρατευμένης τέχνης..

”εἷς τῶν στρατιωτῶν ἐκέντησε μὲ λόγχην τὴν πλευρὰν αὐτοῦ, καὶ εὐθὺς ἐξῆλθεν αἷμα καὶ ὕδωρ”


dimpenews.com 

 

Όσιος Θεόδωρος ο Τριχινάς 20 Απριλίου


 
Ο Όσιος Θεόδωρος καταγόταν από την Κωνσταντινούπολη και γεννήθηκε από πλούσιους και ευσεβείς γονείς. Από νεαρή ηλικία ακολούθησε το μοναχικό βίο γενόμενος μοναχός στη μονή που γι' αυτόν καλείτο μονή του Τριχινά. Αφιέρωσε όλη του τη ζωή στη διακονία των φτωχών και των άρρωστων. Ονομάστηκε Τριχινάς, διότι είχε τρίχινα φορέματα. Η ζωή του ήταν λιτή και με πολλή εγκράτεια, προκειμένου να δίνει όσο γινόταν περισσότερα αγαθά στους πάσχοντες. Τη νύχτα ο Θεόδωρος πάντα έβρισκε χρόνο για προσευχή και μελέτη. Ζούσε μέσα σε μια κοινωνία στερημένων ανθρώπων, που οι ανάγκες τους ήταν μεγάλες. Γι' αυτό παρακινούσε πολλούς πλουσίους να διαθέτουν όσα αγαθά μπορούσαν. Πολλοί άπ' αυτούς του έδιναν αρκετά χρήματα και είδη πρώτης ανάγκης, τα όποια ο Θεόδωρος διέθετε με πολλή διάκριση. Πρώτα σ' εκείνους που είχαν περισσότερη ανάγκη, όπως ορφανά, φτωχές χήρες και άρρωστους οικογενειάρχες. Ευεργετούσε μέχρι και την τελευταία ήμερα της ζωής του. Ο Όσιος Θεόδωρος κοιμήθηκε με ειρήνη και έλαβε τη Χάρη από τον Θεό, ο τάφος του να αναβλύζει μύρο που ευωδίαζε. Έτσι, όσοι προσέτρεχαν εκεί με πίστη και ευλάβεια, λάμβαναν την υγεία της ψυχής και του σώματος.
Ἀπολυτίκιον (Κατέβασμα)
Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Δῶρον ἔνθεον, τῆς ἐγκρατείας, σκεῦος ἔμψυχον, τῆς ἀπαθείας, ἀνεδείχθης θεοφόρε Θεόδωρε, τὸν γὰρ Θεὸν θεραπεύσας τοὶς ἔργοις σου, τῶν παρ' αὐτῶν δωρημάτων ἠξίωσαι. Πάτερ Ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἠμὶν τὸ μέγα ἔλεος.