Κυριακή 1 Μαρτίου 2026

Ἅγιος Θεόδωρος ὁ Τήρων (17 Φεβρουαρίου)




 
Ἅγιος Θεόδωρος ὁ Τήρων

Ο Αγιος Θεόδωρος ο Τήρων καταγόταν από το χωριό Αμάσεια στη Μαύρη Θάλασσα, που ονομαζόταν Χουμιαλά, και έζησε κατά τους χρόνους των αυτοκρατόρων Μαξιμιανού (286 - 305 μ.Χ.), Γαλερίου (305 - 311 μ.Χ.) και Μαξιμίνου (305 - 312 μ.Χ.). Ονομάζεται Τήρων, διότι κατετάγη στο στράτευμα των Τηρώνων, δηλαδή των νεοσυλλέκτων, διοικούμενο υπό του πραιπόσιτου Βρίγκα.


                                                                                                                                                                                                                            

Διαβλήθηκε στον πραιπόσιτο ως Χριστιανός και εκλήθηκε σε εξέταση. Εκεί  ομολόγησε την πίστη του στον Χριστό χωρίς δισταγμό. Ο διοικητής Βρίγκας δεν θέλησε να προχωρήσει στην σύλληψη και τιμωρία του Αγίου Θεοδώρου, αλλά τον άφησε να σκεφτεί και να του απαντήσει λίγο αργότερα. Πίστευε ότι ο Θεόδωρος θα άλλαζε και θα θυσίαζε στα είδωλα. Ο Μεγαλομάρτυς όχι μόνο παρέμεινε αδιάσειστος στην πίστη του, αλλά έκαψε και το ναό της μητέρας των θεών Ρέας μετά του ειδώλου αυτής. Αμέσως τότε συνελήφθη και ρίχτηκε από τους ειδωλολάτρες σε πυρακτωμένη κάμινο, όπου και ετελειώθηκε μαρτυρικά.


Η Σύναξη του Αγίου Μεγαλομάρτυρα Θεοδώρου του Τήρωνος ετελείτο στο αγιότατο Μαρτύριό του, το οποίο βρισκόταν στην περιοχή του Φωρακίου ή Σφωρακίου, το Σάββατο της Α' εβδομάδος των Νηστειών, δηλαδή την ημέρα που ο Άγιος έκανε το 
Θαῦμα των κολλύβων σώζοντας τον ορθόδοξο λαό από τα μιασμένα ειδωλόθυτα, τα οποία επρόκειτο από άγνοια να φάει.

Στην Αγιογραφία, ο Άγιος Θεόδωρος ο Τήρων εμφανίζεται σε τεσσάρων ειδών μορφές. Είτε μόνος με στρατιωτική στολή, είτε αντιμετωπίζοντας ένα φίδι-δράκο και μαζί με τον Άγιο Θεόδωρο τον Στρατηλάτη όρθιοι ή πάνω σε άλογα. Πάντα φέρει στρατιωτική στολή.



Ἀπολυτίκιον  

Ἦχος β’.
Μεγάλα τά τῆς πίστεως κατορθώματα! ἐν τῇ πηγῇ τῆς φλογός, ὡς ἐπί ὕδατος ἀναπαύσεως, ὁ ἅγιος Μάρτυς Θεόδωρος ἠγάλλετο· πυρί γάρ ὁλοκαυτωθείς, ὡς ἄρτος ἡδύς, τῇ Τριάδι προσήνεκται. Ταῖς αὐτοῦ ἱκεσίαις, Χριστέ ὁ Θεός, σῶσον τάς ψυχάς ἡμῶν.

 

Σάββατο 28 Φεβρουαρίου 2026

Η τιμή των Αγίων Εικόνων και το φως της Κυριακής της Ορθοδοξίας



«Ἡ τιμὴ τῆς εἰκόνος ἐπὶ τὸ πρωτότυπον διαβαίνει», διδάσκει ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, θεμελιώνοντας θεολογικά αυτό που η Εκκλησία έζησε με αίμα, δάκρυα και ομολογία. Η Κυριακή της Ορθοδοξίας δεν είναι απλώς ιστορική ανάμνηση της αναστήλωσης των Αγίων και σεπτών Εικόνων το 843 μ.Χ., αλλά πανηγυρική ομολογία ότι ο Θεός έγινε αληθινά άνθρωπος και ότι η ύλη αγιάζεται, όταν ενώνεται με Εκείνον.
Σε ένα μικρό μοναστήρι στους πρόποδες ενός βουνού υπήρχε μια παλαιά εικόνα της Παναγίας. Δεν ήταν περίτεχνη ούτε στολισμένη με χρυσάφι. Το ξύλο είχε σκουρύνει από τα χρόνια και τα χρώματα είχαν ξεθωριάσει. Εκεί, μπροστά σε εκείνη τη φθαρμένη επιφάνεια, γενιές μοναχών άναβαν το καντήλι και άφηναν τον στεναγμό της καρδιάς τους να γίνει προσευχή.
Κάποτε ήρθε στο μοναστήρι ένας μορφωμένος άνθρωπος της πόλης. Βλέποντας την εικόνα χαμογέλασε ειρωνικά. Πώς είναι δυνατόν να στέκεστε μπροστά σε ξύλο και μπογιές και να προσεύχεστε; Δεν είναι απλώς ένα αντικείμενο;
Ένας γέροντας μοναχός τον πλησίασε ήρεμα. Δεν αντέκρουσε με οξείες λέξεις ούτε με ρητορικές αποδείξεις. Τον οδήγησε στο κελί του και του έδειξε μια μικρή παλιά φωτογραφία. Ποια είναι αυτή; ρώτησε. Ο επισκέπτης συγκινήθηκε. Η μητέρα μου, απάντησε, έχει φύγει χρόνια τώρα. Δώσε μου τη φωτογραφία να τη σκίσω, είπε ο γέροντας. Ο άνθρωπος ταράχτηκε. Μα τι λέτε; Είναι ιερή για μένα. Ο μοναχός τον κοίταξε βαθιά. Δεν είναι χαρτί και μελάνι; Γιατί αντιδράς;
Ο επισκέπτης σώπασε. Εκείνη τη στιγμή άνοιξε μέσα του ένας άλλος ορίζοντας. Ο γέροντας του εξήγησε με απλότητα ότι δεν τιμούμε το ξύλο, αλλά Εκείνον που εικονίζεται. Η εικόνα είναι παράθυρο. Δεν σταματά η καρδιά στο υλικό, αλλά περνά στο Πρωτότυπο. Όπως η φωτογραφία δεν είναι η μητέρα, αλλά μας συνδέει μυστικά με εκείνην, έτσι και η ιερά εικόνα δεν είναι ο Θεός ή ο Άγιος, αλλά μας εισάγει στη ζώσα σχέση μαζί Του.
Αυτή είναι η καρδιά της Κυριακής της Ορθοδοξίας. Η Εκκλησία δεν υπερασπίστηκε ένα καλλιτεχνικό έθιμο. Υπερασπίστηκε την αλήθεια της Ενανθρωπήσεως. Αν ο Χριστός δεν έγινε αληθινός άνθρωπος, δεν θα μπορούσε να εικονισθεί. Αν όμως έγινε, τότε η απεικόνισή Του ομολογεί ότι η σωτηρία δεν είναι ιδέα, αλλά γεγονός. Ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης τονίζει ότι όποιος απορρίπτει την εικόνα, αποδυναμώνει την ομολογία της σαρκώσεως. Και η Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδος διακήρυξε ότι η προσκύνηση της εικόνας είναι τιμητική και όχι λατρευτική, διότι η λατρεία ανήκει μόνο στον Τριαδικό Θεό.
Όταν ο επισκέπτης στάθηκε ξανά μπροστά στην παλαιά εικόνα της Παναγίας, δεν είδε φθαρμένο ξύλο. Είδε μια πρόσκληση. Να υψώσει τον νου από το ορατό στο αόρατο. Να αφήσει την καρδιά να περάσει από την ύλη στη χάρη. Να μάθει ότι η εικόνα δεν ζητά να τη λατρέψεις, αλλά να σε οδηγήσει στη σχέση με το Πρόσωπο που εικονίζεται.
Στον κόσμο που συχνά λατρεύει την ύλη ως αυτοσκοπό, η Ορθοδοξία υπενθυμίζει ότι η ύλη γίνεται φορέας θείας ενέργειας όταν εντάσσεται στο μυστήριο του Χριστού. Το ξύλο του Σταυρού έγινε όργανο σωτηρίας. Το νερό του Βαπτίσματος έγινε λουτρό παλιγγενεσίας. Το λάδι του Ευχελαίου γίνεται ίαση ψυχής και σώματος. Έτσι και το ξύλο της εικόνας γίνεται τόπος συνάντησης, όχι επειδή έχει μαγική δύναμη, αλλά επειδή η Εκκλησία το αγιάζει και το εντάσσει στη ζωή της χάριτος.
Η Κυριακή της Ορθοδοξίας είναι κάλεσμα να ελέγξουμε αν μέσα μας υπάρχουν αόρατες εικονομαχίες. Αν αρνούμαστε να δούμε τον Χριστό στο πρόσωπο του αδελφού. Αν υποτιμούμε τα ιερά ως απλές μορφές. Αν η καρδιά μένει κλειστή στο μυστήριο της θείας παρουσίας. Η αληθινή προσκύνηση δεν εξαντλείται σε μια κίνηση του σώματος, αλλά γίνεται κλίση του είναι προς τον Θεό.
Η παλαιά εικόνα στο μοναστήρι, φθαρμένη και ταπεινή, έγινε για έναν άνθρωπο της πόλης πύλη μετανοίας και φωτισμού. Και έτσι η Εκκλησία συνεχίζει αιώνες τώρα να υψώνει τις ιερές εικόνες όχι ως αντικείμενα αισθητικής, αλλά ως ομολογία πίστεως. Διότι όποιος στέκεται με ταπείνωση μπροστά στην εικόνα, διδάσκεται σιωπηλά να μεταμορφώσει και ο ίδιος την ύπαρξή του σε ζώσα εικόνα του Θεού.
Η ιερά εικόνα είναι πρόσκληση. Από το φθαρτό στο άφθαρτο. Από το ορατό στο αόρατο. Από την απλή θέαση στη ζώσα κοινωνία με Εκείνον που σώζει.
Μπροστά στην παλαιά εικόνα της Παναγίας, η καρδιά μαθαίνει να βλέπει πέρα από το ξύλο και τα χρώματα, και να αναγνωρίζει το άνοιγμα του ουρανού μέσα στον χρόνο.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ: Εὐαγγέλιο - Ἀπόστολος - Ἡ Ὀρθοδοξία Πολεμουμένη Νικᾶ

 







Τῇ ἐπαύριον ἠθέλησεν ὁ  Ἰησοῦς ἐξελθεῖν εἰς τὴν Γαλιλαίαν· καὶ εὑρίσκει Φίλιππον καὶ λέγει αὐτῷ· ἀκολούθει μοι. Ἦν δὲ ὁ Φίλιππος ἀπὸ Βηθσαϊδά, ἐκ τῆς πόλεως  Ἀνδρέου καὶ Πέτρου. Εὑρίσκει Φίλιππος τὸν Ναθαναὴλ καὶ λέγει αὐτῷ· ὃν ἔγραψε Μωϋσῆς ἐν τῷ νόμῳ καὶ οἱ προφῆται, εὑρήκαμεν,  Ἰησοῦν τὸν υἱὸν τοῦ  Ἰωσὴφ τὸν ἀπὸ Ναζαρέτ. Καὶ εἶπεν αὐτῷ Ναθαναήλ· ἐκ Ναζαρὲτ δύναταί τι ἀγαθὸν εἶναι; λέγει αὐτῷ Φίλιππος· ἔρχου καὶ ἴδε. Εἶδεν ὁ  Ἰησοῦς τὸν Ναθαναὴλ ἐρχόμενον πρὸς αὐτὸν καὶ λέγει περὶ αὐτοῦ· ἴδε ἀληθῶς  Ἰσραηλίτης ἐν ᾧ δόλος οὐκ ἔστι. Λέγει αὐτῷ Ναθαναήλ· πόθεν με γινώσκεις; ἀπεκρίθη  Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῷ· πρὸ τοῦ σε Φίλιππον φωνῆσαι, ὄντα ὑπὸ τὴν συκῆν εἶδόν σε. ἀπεκρίθη Ναθαναὴλ καὶ λέγει αὐτῷ· ραββί, σὺ εἶ ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ, σὺ εἶ ὁ βασιλεὺς τοῦ  Ἰσραήλ. Ἀπεκρίθη  Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῷ· ὅτι εἶπόν σοι, εἶδόν σε ὑποκάτω τῆς συκῆς, πιστεύεις; μείζω τούτων ὄψει. Καὶ λέγει αὐτῷ· ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἀπ’ ἄρτι ὄψεσθε τὸν οὐρανὸν ἀνεῳγότα, καὶ τοὺς ἀγγέλους τοῦ Θεοῦ ἀναβαίνοντας καὶ καταβαίνοντας ἐπὶ τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου.







Aδελφοί, πίστει Μωϋσῆς μέγας γενόμενος ἠρνήσατο λέγεσθαι υἱὸς θυγατρὸς Φαραώ, μᾶλλον ἑλόμενος συγκακουχεῖσθαι τῷ λαῷ τοῦ Θεοῦ ἢ πρόσ­­καιρον ἔχειν ἁμαρτίας ἀπόλαυσιν, μείζονα πλοῦτον ἡγησάμενος τῶν Αἰ­­γύπτου θησαυρῶν τὸν ὀνειδισμὸν τοῦ Χριστοῦ· ἀπέβλεπε γὰρ εἰς τὴν μισθαποδοσίαν. Καὶ τί ἔτι λέγω; ἐπιλείψει γάρ με διηγούμενον ὁ χρόνος περὶ Γεδεών, Βαράκ τε καὶ Σαμψὼν καὶ ᾿Ιεφθάε, Δαυΐδ τε καὶ Σαμουὴλ καὶ τῶν προ­­φητῶν, οἳ διὰ πίστεως κατηγωνίσαντο βασιλείας, εἰργάσαντο δικαιοσύνην, ἐπέτυχον ἐπαγγελιῶν, ἔφραξαν στόματα λεόντων, ἔσβεσαν δύναμιν πυρός, ἔφυγον στόματα μαχαίρας, ἐνεδυναμώθησαν ἀπὸ ἀσθενείας, ἐγενήθησαν ἰσχυροὶ ἐν πολέμῳ, παρεμβολὰς ἔκλιναν ἀλλοτρίων· ἔλαβον γυναῖκες ἐξ ἀναστάσεως τοὺς νεκροὺς αὐτῶν· ἄλλοι δὲ ἐτυμπανίσθησαν, οὐ προσδεξάμενοι τὴν ἀπολύτρωσιν, ἵνα κρείττονος ἀναστάσεως τύχωσιν· ἕτεροι δὲ ἐμπαιγμῶν καὶ μαστίγων πεῖραν ἔλαβον, ἔτι δὲ δεσμῶν καὶ φυλακῆς· ἐλιθάσθησαν, ἐπρί­σθησαν, ἐπειράσθησαν, ἐν φόνῳ μαχαίρας ἀπέθανον, περιῆλθον ἐν μηλωταῖς, ἐν αἰγείοις δέρμασιν, ὑ­­­στερούμενοι, θλιβόμενοι, κακουχούμενοι, ὧν οὐκ ἦν ἄξιος ὁ κόσμος, ἐν ἐρη­μίαις πλανώμενοι καὶ ὄρεσι καὶ σπηλαίοις καὶ ταῖς ὀπαῖς τῆς γῆς. Καὶ οὗτοι πάντες μαρτυρηθέντες διὰ τῆς πίστεως οὐκ ἐκομίσαντο τὴν ἐπαγγελίαν, τοῦ Θεοῦ περὶ ἡμῶν κρεῖττόν τι προβλεψαμένου, ἵνα μὴ χωρὶς ἡμῶν τελειωθῶσι.








«Ἡ Ἐκκλησία πολεμουμένη νικᾶ», εἶναι ἡ περίφημη φράση τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου. Πράγματι, πόση ἀλήθεια περικλείεται μέσα σ’ αὐτό τὸ τόσο σύντομο ρητό! Ἤδη ἀπὸ τὴν πρὸ Χριστοῦ ἐποχὴ ἡ Ἐκκλησία τῶν Δικαίων τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἐπολεμήθη. Δὲν εἶναι καθόλου τυχαῖο τὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα τῆς σημερινῆς ἡμέρας. Λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος γιὰ τοὺς Δικαίους: «Ἐπιλείψει γὰρ μὲ διηγούμενον ὁ χρόνος, περὶ Γεδεῶν, Βαράκ τε, καὶ Σαμψῶν, καὶ Ἰεφθάε, Δαυΐδ τε καὶ Σαμουήλ, καὶ τῶν Προφητῶν, Οἳ [οἱ ὁποῖοι] διὰ πίστεως κατηγωνίσαντο βασιλείας, εἰργάσαντο δικαιοσύνην, ἐπέτυχον ἐπαγγελιῶν, ἔφραξαν στόματα λεόντων, ἔσβεσαν δύναμιν πυρός, ἔφυγον στόματα μαχαίρας, ἐνεδυναμώθησαν ἀπὸ ἀσθενείας, ἐγενήθησαν ἰσχυροὶ ἐν πολέμῳ, παρεμβολὰς ἔκλιναν ἀλλοτρίων, Ἔλαβον γυναῖκες ἐξ ἀναστάσεως τοὺς νεκροὺς αὐτῶν, ἄλλοι δὲ ἐτυμπανίσθησαν, οὐ προσδεξάμενοι τὴν ἀπολύτρωσιν, ἵνα κρείττονος ἀναστάσεως τύχωσιν, ἕτεροι δὲ ἐμπαιγμῶν καὶ μαστίγων πείραν ἔλαβον, ἔτι δὲ δεσμῶν καὶ φυλακῆς, ἐλιθάσθησαν, ἐπρίσθησαν [δηλαδὴ πριονίσθηκαν, ὅπως ὁ Προφήτης Ἡσαΐας], ἐπειράσθησαν, ἐν φόνῳ μαχαίρας ἀπέθανον, περιῆλθον ἐν μηλωταῖς, ἐν αἰγείοις δέρμασιν [δηλαδή, περιπλανήθηκαν φορῶντας προβιές καί δέρματα ζώων, ὅπως οἰ Προφῆτες Ἠλίας καὶ Ἐλισαῖος], ὑστερούμενοι, θλιβόμενοι, κακουχούμενοι, (ὧν οὐκ ἣν ἄξιος ὁ κόσμος) [τῶν ὁποίων δὲν ῆταν ἄξιος ὁ κόσμος] ἐν ἐρημίαις πλανώμενοι, καὶ ὄρεσι, καὶ σπηλαίοις, καὶ ταῖς ὀπαῖς τῆς γῆς» (Ἑβρ. ΙΑ’ 32-38). Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος μᾶς διηγεῖται τόν πόλεμο καὶ τοὺς διωγμοὺς πού δέχθηκαν οἱ ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ, αὐτοὶ ποὺ ἔλεγαν τὴν ἀλήθεια.

ΣΥΝΟΔΙΚΟΝ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ (ὀλόκληρο τό κείμενο) ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ ΣΤΟΥΣ ΦΙΛΟΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΕΣ ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΣΤΟΥΣ ΑΝΤΙΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΕΣ ΠΟΥ ΑΝΗΚΟΥΝ ΑΚΟΜΗ ΔΥΣΤΥΧΩΣ ΠΑΡΟΛΟ ΤΟΝ ΑΓΩΝΑ ΤΟΥΣ ΣΤΟ Π.Σ.Ε [ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ Η ΤΟΥ ΣΑΤΑΝΑ ΚΑΛΥΤΕΡΑ]

 





ΣΥΝΟΔΙΚΟΝ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

Προοίμιον  


    §1         Ἐποφειλομένη πρὸς Θεὸν ἐτήσιος εὐχαριστία καθ’ ἣν ἡμέραν ἀπε­λά­βο­μεν τὴν τοῦ Θεοῦ ἐκκλησίαν σὺν ἀποδείξει τῶν τῆς εὐσεβείας δογ­μάτων καὶ καταστροφῇ τῶν τῆς κακίας δυσσεβημάτων.
(Κυρίως Συνοδικόν)
    §2        Προφητικαῖς ἑπόμενοι ῥήσεσιν ἀποστολικαῖς τε παραινέσεσιν εἴκοντες καὶ εὐαγγελικαῖς ἱστορίαις στοιχούμενοι, τῶν ἐγκαινίων τὴν ἡμέ­ραν ἑορ­τάζομεν.  ᾿Ησαΐας μὲν γάρ φησιν ἐγκαινίζεσθαι νήσους πρὸς τὸν Θεόν, τὰς ἐξ ἐθνῶν ὑπαινιττόμενος ἐκκλησίας· εἶεν δ’ ἂν ἐκκλησίαι, οὐχ αἱ τῶν ναῶν ἁπλῶς οἰκοδομαὶ καὶ φαιδρότητες, ἀλλὰ τῶν ἐν αὐταῖς εὐ­σε­βούντων τὸ πλήρωμα, καὶ οἷς ἐκεῖνοι τὸ θεῖον ὕμνοις καὶ δοξολογίαις θε­ραπεύουσιν.  ὁ δὲ ἀπόστολος, αὐτὸ τοῦτο παραινῶν, «ἐν καινότητι ζωῆς περιπατῆσαι» δια­κελεύεται καὶ «εἴ τις ἐν Χριστῷ καινὴ κτί­σις» ἀνα­και­νίζεσθαι.  τὰ δέ γε κυριακὰ λό­για τὴν προφητικὴν δεικνύντα κα­τά­στα­σιν, «ἐγένετο, φησίν, τὰ ἐγκαίνια ἐν ᾿Ιεροσολύμοις καὶ χειμὼν ἦν», εἴτε νοητὸς καθ’ ὃν τὸ τῶν Ἰου­δαίων ἔθνος κατὰ τοῦ κοινοῦ σωτῆρος τὰς τῆς μιαι­φο­νί­ας ἐκίνει καται­γίδας καὶ τὸν τάραχον, εἴτε καὶ ὁ τὰς σωμα­τικὰς αἰσθήσεις τῇ τοῦ ἀέρος ἐπὶ τὸ κρυ­μῶ­δες παραλυπῶν μεταβολῇ.  γέγονε γὰρ δή, γέ­γονε καὶ καθ’ ἡμᾶς χει­μὼν οὐχ ὁ τυχών, ἀλλ’ ὁ τῷ ὄντι τῆς μεγάλης κακίας ἐκχέων τὴν ὠμότητα, ἀλλ’ ἤνθησεν ἡμῖν τῶν χαρίτων τοῦ Θεοῦ τὸ πρω­το­καίριον ἔαρ, ἐν ᾧ καὶ τὴν εὐχαριστήριον τῶν ἐπ’ ἀγαθοῖς θερισμῶν(1) τῷ Θεῷ συνελη­λύ­θα­μεν ποι­ή­σασθαι, ὡς ἂν φαίημεν ψαλ­μι­κώτερον· «θέρος καὶ ἔαρ σὺ ἔπλα­σας αὐτά, μνήσθητι ταύτης».  καὶ γὰρ τοὺς ὀνειδίσαντας Κύ­ριον ἐχθροὺς καὶ τὴν τούτου ἁγίαν προσ­κύνησιν ἐν ἁγίαις εἰκόσιν ἐξατι­μώ­σαντας ἐπαρθέντας τε καὶ ὑψωθέντας τοῖς δυσ­σε­βήμασι, κατέρραξεν αὐ­τοὺς ὁ τῶν θαυμασίων Θεὸς καὶ τὸ τῆς ἀπο­στα­σίας φρύαγμα κατηδάφισεν, οὐδὲ παρεῖδε τὴν φωνὴν τῶν βοών­των πρὸς αὐτόν· «μνήσθητι, Κύριε, τοῦ ὀνειδισμοῦ τῶν δούλων σου, οὗ ὑπέ­σχον ἐν τῷ κόλπῳ μου πολλῶν ἐθνῶν· οὗ ὠνείδισαν οἱ ἐχθροί σου, Κύριε, οὗ ὠνεί­δισαν τὸ ἀντάλλαγμα τοῦ χρι­στοῦ σου»(2).  ἀντάλλαγμα δ’ ἂν εἶεν τοῦ Χριστοῦ οἱ τῷ θα­νάτῳ αὐτοῦ ἐξα­γορασθέντες καὶ πεπιστευκότες αὐτῷ διά τε λόγων ἀνα­κη­ρύξεως καὶ εἰκονικῆς ἀνατυπώσεως, δι’ ὧν τὸ μέγα τῆς οἰ­κονομίας ἔργον τοῖς λε­λυ­τρωμένοις ἐπιγινώσκεται, διὰ σταυροῦ τε καὶ τῶν πρὸ τοῦ σταυ­ροῦ καὶ μετὰ τὸν σταυρὸν παθῶν τε καὶ θαυ­μά­των αὐτοῦ· ἐξ ὧν καὶ ἡ τῶν αὐτοῦ παθημάτων μίμησις εἰς ἀποστόλους, ἐκεῖθέν τε εἰς μάρτυρας δια­βαίνει, καὶ δι’ αὐτῶν μέχρις ὁμολογητῶν καὶ ἀσκητῶν κά­τεισι.
    §3        Τούτου τοίνυν τοῦ ὀνειδισμοῦ, «οὗ ὠνείδισαν οἱ ἐχθροὶ Κυ­ρί­ου, οὗ ὠνείδισαν τὸ ἀντάλλαγμα τοῦ χριστοῦ αὐτοῦ», ἐπιμνησθεὶς ὁ Θεὸς ἡμῶν ὁ τοῖς ἰδίοις σπλάγχνοις παρακαλούμενος καὶ ταῖς μητρικαῖς αὐτοῦ δεήσεσιν ἐπικαμπτόμενος, ἔτι δὲ καὶ ἀποστολικαῖς καὶ πάντων τῶν ἁγίων, οἳ συνε­ξυ­βρίσθησαν αὐτῷ καὶ συνεξουθενώθησαν ἐν ταῖς εἰκόσιν, ἵνα, ὥς περ συνέπαθον σαρκί, οὕτως ἄρα, ὡς ἔοικε, καὶ ταῖς κατὰ τῶν σεπτῶν εἰκόνων αὐτῷ συγκοινωνήσωσιν ὕβρεσιν, ἐνήργησεν ὕστερον ὅ τι βεβού­λη­ται σήμερον, καὶ πέπραχε δεύτερον ὅ περ ἐτέλεσε πρότερον.  πρότερον μὲν γάρ, μετὰ πολυ­ετῆ τινα χρόνον τῆς τῶν ἁγίων εἰκόνων ἐκφαυλίσεως καὶ ἀτιμίας, ἐπανέ­στρεψε τὴν εὐσέβειαν εἰς ἑαυτήν· νυνὶ δέ, ὅ περ ἐστὶ δεύτερον, μικροῦ μετὰ τριάκοντα ἔτη  κακώσεως, κατηρτίσατο τοῖς ἀνα­ξί­οις ἡμῖν τὴν τῶν δυσχερῶν ἀπαλλαγὴν καὶ τῶν λυπούντων τὴν ἀπο­λύ­τρω­σιν καὶ τῆς εὐσεβείας τὴν ἀνακήρυξιν καὶ τῆς εἰκονικῆς προσκυνήσεως τὴν ἀσφάλειαν καὶ τὴν πάντα φέρουσαν ἡμῖν τὰ σωτήρια ἑορτήν.  ἐν γὰρ ταῖς εἰκόσιν ὁρῶμεν τὰ ὑπὲρ ἡμῶν τοῦ δεσπότου πάθη, τὸν σταυ­ρόν, τὸν τάφον, τὸν ᾅδην νεκρούμενον καὶ σκυλευόμενον, τῶν μαρ­τύρων τοὺς ἄθλους, τοὺς στεφάνους, αὐτὴν τὴν σωτηρίαν, ἣν ὁ πρῶτος ἡμῶν ἀθλο­θέτης καὶ ἀ­θλοδότης καὶ στεφανίτης «ἐν μέσῳ τῆς γῆς κα­τειρ­γάσατο».  ταύ­την σήμε­ρον τὴν πανήγυριν ἑορτάζομεν, ἐν ταύτῃ εὐχαῖς καὶ λιτανείαις συνευ­φραι­νόμενοί τε καὶ συναγαλλόμενοι, ψαλμοῖς ἐκβοῶμεν καὶ ᾄσμασιν.
[Ἔξω, τρίς]

Άγιος Φλαβιανός Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως 16 Φεβρουαρίου

 


O Άγιος Φλαβιανός, ήταν πρεσβύτερος της Αρχιεπισκοπής Κωνσταντινουπόλεως και σκευοφύλακας του ναού της Αγίας Σοφίας. Γνωστός για τις αρετές και τα πνευματικά του χαρίσματα, διαδέχθηκε τον Άγιο Πρόκλο (βλέπε 20 Νοεμβρίου) στον αρχιεπισκοπικό θρόνο της Κωνσταντινούπολης το έτος 447 μ.Χ.
Το 448 μ.Χ. καταδίκασε με τοπική Σύνοδο, την πλάνη του αρχιμανδρίτου Ευτυχούς, ο οποίος ισχυριζόταν ότι ο Χριστός διέθετε μόνο τη θεία φύση, η οποία απορρόφησε την ανθρώπινη. Τελικά, μετά την εμμονή του Ευτυχούς στην πλάνη, η σύνοδος τον καθαίρεσε και τον αφόρισε. Εκείνος όμως έχοντας πολιτική στήριξη ως και τον κακόδοξο Πατριάρχη Αλεξανδρείας Διόσκορον επέτυχε τη σύγκλιση Συνόδου τον Αύγουστο του 449 μ.Χ. στη Έφεσο. Στη Σύνοδο αυτή, την λεγόμενη ληστρική, όλα ήταν προσχεδιασμένα κατά του Φλαβιανού, επιστρατεύθηκε μάλιστα και όχλος με επικεφαλείς μοναχούς, και υπό την αρχηγία ενός ρασοφόρου τέρατος, του αρχιμανδρίτη Βαρσουμά, οι οποίοι εισέβαλλαν στη Σύνοδο και κακοποίησαν βάναυσα τον Άγιο, ο οποίος τρεις ημέρες αργότερα, υπέκυψε στο τραύματα που του προκάλεσαν οι φονιάδες του.
Δύο έτη αργότερα το 451 μ.Χ. στη Δ' Οικουμενική Σύνοδο, η αίρεση καταδικάσθηκε, ο Ευτυχής αναθεματίστηκε και ο Διόσκουρος καθαιρέθηκε. Το δε λείψανο του Αγίου, με μεγάλες τιμές ανακομίσθηκε στην Κωνσταντινούπολη από την Πουλχερία, αδελφή του Θεοδοσίου του Μικρού και τοποθετήθηκε στο ναό των Αγίων Αποστόλων.
Σημείωση: Μέχρι τον 12ο αιώνα μ.Χ. ο Άγιος Φλαβιανός εορταζόταν στις 18 Φεβρουαρίου.

Άγιος Πάμφιλος και οι συν αυτώ Μάρτυρες 16 Φεβρουαρίου

 



Οι Άγιοι Μάρτυρες Πάμφιλος, Δανιήλ, Hλίας, Ησαΐας, Θεόδουλος, Ιερεμίας, Ιουλιανός, Ουάλης, Παύλος, Πορφύριος, Σαμουήλ και Σέλευκος, μαρτύρησαν επί αυτοκράτορα Διοκλητιανού (284 - 305 μ.Χ.). Κατάγονταν από διάφορους τόπους, τους ένωνε όμως η αγάπη και η πίστη του Χριστού.
Εργαζόμενοι στην Καισάρεια της Παλαιστίνης ομολόγησαν τον Χριστό ενώπιον του έπαρχου Φιρμιλιανού. Ο άρχοντας κατέβαλε κάθε προσπάθεια να πείσει τους Αγίους να αρνηθούν την πίστη τους στον Χριστό. Εκείνοι όμως παρέμειναν σταθερά προσηλωμένοι στην πατρώα ευσέβεια. Τότε ο Φιρμιλιανός έδωσε εντολή να τους θανατώσουν, αφού πρώτα τους βασανίσουν.
Οι Άγιοι Μάρτυρες Ηλίας, Πάμφιλος, Ουάλης, Παύλος, Σέλευκος, Ιερεμίας, Ησαΐας, Σαμουήλ και Δανιήλ αποκεφαλίσθηκαν διά ξίφους. Ο Πορφύριος, υπηρέτης του Παμφίλου, συνελήφθη την ώρα που αναζητούσε το λείψανο του κυρίου του και κάηκε ζωντανός μαζί εμ τον Μάρτυρα Ιουλιανό. Τον Άγιο Θεόδουλο τον σταύρωσαν επί ξύλου. Έτσι μαρτύρησαν οι Άγιοι και προσετέθησαν στη χορεία των αθλητών του Χριστού.
Η Σύναξη των Αγίων Μαρτύρων ετελείτο στη Μεγάλη Εκκλησία.
Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.
Οἱ Μάρτυρες σου Κύριε, ἐν τῇ ἀθλήσει αὐτῶν, τὸ στέφος ἐκομίσαντο τῆς ἀφθαρσίας, ἐκ σοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν· σχόντες γὰρ τὴν ἰσχύν σου, τοὺς τυράννους καθεῖλον· ἔθραυσαν καὶ δαιμόνων τὰ ἀνίσχυρα θράση. Αὐτῶν ταῖς ἱκεσίαις Χριστέ ὁ Θεός, σῶσον τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Παρασκευή 27 Φεβρουαρίου 2026

Τό διά κολλύβων Θαῦμα τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Τήρωνος

σχολιο ιστολογιου μας:βαση αυτου του θαυματος στο οποιο ο ιδιος ο Θεος δεν επετρεψε να μολυνθουν οι Χριστιανοι τρωγοντας απο τα ειδωλοθυτα βασιζεται και ο αγωνας μας εναντια στα σφραγισμενα (με μπαρ κοουντ) τροφιμα τα οποια μολυνουν υποχρεωτικα πια οι περισσοτερες εταιρειες τροφιμων.




Όταν έγινε βασιλιάς ο Ιουλιανός ο Παραβάτης (361-363) έκανε πολλά και διάφορα εναντίον των Χριστιανών και προσπάθησε να αναστήσει την παλαιά ειδωλολατρική θρησκεία των Ελλήνων. Στην εποχή του είχαν ουσιαστικά ξαναρχίσει οι διωγμοί των Χριστιανών και τα βασανιστήρια...

Ο Ιουλιανός, γνώριζε πολύ καλά τα ήθη των Χριστιανών και ότι την πρώτη εβδομάδα της Μεγάλης Τεσσαρακοστής τηρούν αυστηρή νηστεία και εξαγνίζονται μ' αυτή και τη θερμή προσευχή. Θέλησε, λοιπόν, να τους μιάνει με τις ειδωλολατρικές θυσίες. Γι' αυτό και κάλεσε τον έπαρχο της πόλεως και του ανέθεσε να επιβλέψει στην εκτέλεση της εξής εντολής του: Να σηκωθούν από την αγορά όλα τα τρόφιμα και να μην υπάρχουν σ' αυτήν παρά μόνον εκείνα πού θα ήταν ραντισμένα με το αίμα των θυσιών πού έγιναν στα είδωλα. Με τον τρόπο αυτό αναγκαστικά, ή θα αγόραζαν όλοι να φάνε και έτσι να γευθούν από τη θυσία προς τους θεούς, ή αν δεν υπακούσουν, να πεθάνουν από την πείνα.

Ο έπαρχος έθεσε αμέσως σε εφαρμογή τη διαταγή του Ιουλιανού και αποσύρθηκαν από την αγορά τα τρόφιμα. Αντικαταστάθηκαν βέβαια από τα μιασμένα από τις θυσίες τρόφιμα. Φάνηκε έτσι προς στιγμήν ότι κέρδιζε ο διάβολος, ο υποκινητής και εμπνευστής και Πατέρας του Ιουλιανού. Ο Θεός όμως είναι και Παντοδύναμος και Πάνσοφος. Δεν άφησε ούτε εγκατέλειψε το λαό Του. Για τη σωτηρία του από τις μεθοδείες του διαβόλου έστειλε το Μεγαλομάρτυρά Του Θεόδωρο, πραγματικά ως δώρο Θεού για να Τον δοξάσει με ένα θαύμα.

Και παρουσιάζεται ο Άγιος στον Πατριάρχη Ευδόξιο (360-369) και του φανερώνει 
το σχέδιο του Ιουλιανού με τα έξης λόγια:

Άγιος Ονήσιμος ο Απόστολος 15 Φεβρουαρίου




Ο Άγιος Ονήσιμος, ένας από τους εβδομήκοντα Αποστόλους, ήταν δούλος στο σπίτι του Ρωμαίου άρχοντα Φιλήμονος, ο οποίος καταγόταν από την Φρυγία και έγινε Χριστιανός από τον Απόστολο Παύλο. Ο Ονήσιμος έφυγε κρυφά από τον κύριό του και μετέβη στη Ρώμη σε επίσκεψη του Αποστόλου Παύλου. Έτσι αφιερώθηκε στη Διακονία της Εκκλησίας και των Χριστιανών. Ο Παύλος τον απέστειλε πίσω στον Φιλήμονα με επιστολή του, στην οποία ανέφερε για τον Άγιο Ονήσιμο τα ακόλουθα: «Τέτοιος που είμαι, εγώ ο Παύλος ο ηλικιωμένος, και τώρα φυλακισμένος του Ιησού Χριστού, σε παρακαλώ για το παιδί μου, τον Ονήσιμο, ο οποίος άλλοτε σου ήταν άχρηστος, τώρα όμως είναι χρήσιμος και σε εσένα και σε εμένα. Σου τον αποστέλλω πάλι και συ δέξου αυτόν που είναι η καρδιά μου. Θα ήθελα να τον κρατήσω κοντά μου, για να με υπηρετεί, αντί σου, στην φυλακή που είμαι χάριν του Ευαγγελίου, αλλά δεν ήθελα να κάνω τίποτε χωρίς την δική σου συγκατάθεση, για να μην γίνει η αγαθή σου πράξη αναγκαστικά αλλά με την θέλησή σου. Ίσως γι' αυτό αποχωρίσθηκε προσωρινά από εσένα, για να τον έχεις παντοτινά, όχι πλέον σαν δούλο, αλλά περισσότερο από δούλο, σαν αδελφό αγαπητό, ιδιαίτερα για μένα, πόσο μάλλον για σένα και σαν άνθρωπο και σαν Χριστιανό. Εάν λοιπόν, με θεωρείς φίλο, δέξου τον σαν να ήμουν εγώ».
Ο Απόστολος Ονήσιμος επανέκαμψε στη Ρώμη προς τον Απόστολο Παύλο και τον διακονούσε. Μετά το μαρτύριο του Αποστόλου Παύλου συνελήφθη υπό του επάρχου Ρώμης Τερτύλου και εξορίσθηκε στους Ποτιόλους της Ιταλίας. Όμως ο Ονήσιμος συνέχισε με ζήλο να κηρύττει τον Λόγο του Θεού. Όταν ο έπαρχος Τέρτυλος επισκέφθηκε τον τόπο εξορίας του και πληροφορήθηκε τη χριστιανική του δράση, διέταξε να συλληφθεί ο Άγιος και να βασανισθεί. Τον κτύπησαν αλύπητα και με ραβδισμούς του έσπασαν τα σκέλη. Στο τέλος, μετά από φρικώδεις βασάνους, ο Άγιος Ονήσιμος μαρτύρησε και έλαβε το στεφάνι του μαρτυρίου. Το τίμιο λείψανό του παρέλαβε και ενταφίασε μια πλούσια αλλά ευσεβής Ρωμαία Χριστιανή.
Ναός προς τιμήν του Αγίου Αποστόλου Ονησίμου είχε ανεγερθεί κατά τον 10ο αιώνα μ.Χ. στην Κωνσταντινούπολη.
.
Ἀπολυτίκιον (Κατέβασμα)
Ἦχος α’. Τῆς Ἐρήμου πολίτης.
Ταὶς ἀκτίσι τοῦ Παύλου φωτισθεῖς τὴν διάνοιαν, ὤφθης ὑπηρέτης τοῦ Λόγου καὶ Ἀπόστολος ἔνθεος καὶ ὄνησιν ἐβράβευσας ζωῆς, Ὀνήσιμε θεράπων τοῦ Χριστοῦ, διὰ λόγων καὶ θαυμάτων θεοπρεπῶν, τοὶς πίστει ἐκβοώσι σοι, δόξα τῷ σὲ δοξάσαντι φαιδρῶς, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργούντι διὰ σοῦ, πάσιν ἰάματα.

 

Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου 2026

Η ΥΠΕΡΟΧΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΑΚΑΘΙΣΤΟΥ ΥΜΝΟΥ


«Κάθε Παρασκευή των πέντε πρώτων εβδομάδων της Μ. Τεσσαρακοστής, χαρμόσυνα χτυπούν οι καμπάνες των Εκκλησιών, καλώντας τους Χριστιανούς να τιμήσουν την Πάναγνη Μητέρα του Χριστού ψάλλοντας, τμηματικά, τον Ακάθιστο Ύμνο».
Τί είναι ο Ακάθιστος Ύμνος, γνωστός στους περισσότερους ως «οι Χαιρετισμοί της Παναγίας»;
Είναι ένας ύμνος, ένα «τραγούδι», ξεχείλισμα ευγνωμοσύνης και αγάπης του Ορθόδοξου λαού, αφιερωμένο στην Μητέρα Παναγία, που προστρέχει σε κάθε ανάγκη του.
Ονομάστηκε «Ακάθιστος», επειδή, όταν ψαλλόταν για πρώτη φορά στην Κωνσταντινούπολη, ο λαός ήταν όρθιος και προσευχόταν όλη τη νύχτα με βαθιά κατάνυξη.
Τι γεγονότα όμως προηγήθηκαν ώστε να ψάλλουν όλοι εκείνο το βράδυ, με ιδιαίτερη ευλάβεια, αυτόν τον υπέροχο ύμνο στην Παναγία μας; Ποια είναι η πραγματική ιστορία του Ακάθιστου Ύμνου;
Βρισκόμαστε στην όμορφη Κωνσταντινούπολη το 626 μ.Χ. Αυτοκράτορας είναι ο ευσεβής Ηράκλειος, που λείπει μακριά στην Περσία, όπου πολεμά για να πάρει πίσω τον Τίμιο Σταυρό, που οι Πέρσες άρπαξαν από την Ιερουσαλήμ.
Ενώ τα μάτια όλων είναι στραμμένα στα μακρινά σύνορα του Κράτους, εκεί που μάχεται ο Αυτοκράτορας με όλο το στρατό, θλιβερές ειδήσεις κάνουν τους κατοίκους της Πόλης να αγωνιούν για την τύχη τους.
Η Πόλη, γυμνή από στρατό, εκτός από μια μικρή φρουρά με αρχηγό τον Φρούραρχο Βώνο, με ανυπεράσπιστα τα γυναικόπαιδα, τους γέρους και τους άρρωστους, πολιορκείται από έναν ύπουλο εχθρό, τους Αβάρους. Ο βασιλιάς τους, Χαγάνος, συνθηκολογεί με τους Πέρσες και έρχεται τη στιγμή που η πόλη είναι ανοχύρωτη από ανθρώπινο δυναμικό, με σκοπό να την καταλάβει, καταπατώντας τη συνθήκη που είχε κάνει με τον Ηράκλειο.
Δεν φτάνει αυτό αλλά στρέφει την περιφρόνησή του όχι μόνο στο λαό αλλά και στον αληθινό Θεό. Στις ικεσίες της αντιπροσωπείας που ζητά κατανόηση, η απάντηση είναι σαρκαστική:

Πόσο αγαπάει η Παναγία μας τους Χαιρετισμούς;

 




Αποτέλεσμα εικόνας για παναγια

Το έτος 620 οι Πέρσες από την Ανατολή και οι Άβαροι από την Δύση ήρθαν με πολυάριθμο στρατό και επολιόρκησαν την Κωνσταντινούπολη, ενώ απουσίαζε ο βασιλιάς Ηράκλειος. Ξαφνικά φοβερός ανεμοστρόβιλος συνέτριψε τα πλοία, τα δε πτώματα εξέβρασε μπροστά στο Ναό των Βλαχερνών, που τιμάται επ’ ονόματι της Θεοτόκου. Έτσι ο λαός πήρε θάρρος και νίκησαν τους βαρβάρους.
Το βράδυ συγκεντρώθηκαν όλοι στο Ναό της Θεοτόκου των Βλαχερνών και κανένας τους δεν εκάθισε και όλη την νύχτα απέδωσαν εις την Θεοτόκον, τον ευχαριστήριο ύμνο, που ονομάστηκε Ακάθιστος. Τους δε οίκους της Θεοτόκου ή Χαιρετισμούς, άλλοι λένε ότι τους εποίησε ο Πατριάρχης Σέργιος της Κωνσταντινουπόλεως τότε και άλλοι ο Γεώργιος ο Πισίδης, χαρτοφύλαξ της Μεγάλης Εκκλησίας.
Οι Χαιρετισμοί είναι ο υψηλότερος, ο οσιότερος και θεοπρεπέστερος Ύμνος προς την Υπεραγία Θεοτόκο και πολύ ευχαριστείται με την ανάγνωση τούτων και παρέχει τη Χάρη και την Βοήθεια της σε εκείνους, που τους αναγιγνώσκουν, καθώς και η ίδια το είπε σε πολλούς αγίους:
«όστις Με χαιρετίζει μίαν φοράν την ημέραν με τους Χαιρετισμούς, τους οποίους πολύ αγαπώ, θα τον προστατεύω, θα τον διαφυλάττω από παν κακόν, θα τον επιβλέπω καθ’ όλην την ζωή του και εν εκείνη την ημέρα της Δευτέρας Παρουσίας, θα τον υπερασπισθώ ενώπιον του Υιού μου».
Μετά από αυτά, θα πρέπει όλοι μας από σήμερα να αναγιγνώσκουμε τους Χαιρετισμούς της Παναγίας μας όσες περισσότερες φορές μπορούμε την ημέρα και σε κάθε περίσταση θλίψεως και ανάγκης καθότι «πολλά ισχύει δέησις Μητρός πρός ευμενείαν Δεσπότου».

ΟΙ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ




Ἦχος πλ. δ' Αὐτόμελον. 
Τὸ προσταχθὲν μυστικῶς λαβὼν ἐν γνώσει, ἐν τῇ σκηνη τοῦ Ἰωσήφ σπουδῇ ἐπέστη ὁ Ἀσώματος, λέγων τη Ἀπειρογάμω: ὁ κλινας τη καταβάσει τοὺς οὐρανούς χωρεῖται ἀναλλοιώτως ὅλος ἐν σοί. Ὃν καὶ βλέπων ἐν μήτρᾳ σου λαβόντα δούλου μορφήν, ἐξίσταμαι κραυγάζειν σοι, Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε!
Ἦχος πλ. δ' Αὐτόμελον. 
Τη ὑπερμάχω στρατηγῶ τὰ νικητήρια, ὡς λυτρωθεῖσα τῶν δεινῶν, εὐχαριστήρια, ἀναγράφω σοὶ ἡ Πόλις σου, Θεοτόκε, ἀλλ' ὦς ἔχουσα τὸ κράτος ἀπροσμάχητον, ἐκ παντοίων μὲ κινδύνων ἐλευθέρωσον ἵνα κράζω σοί, Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Ὁ Ἱερεὺς ἱστάμενος εἰς τὸν σωλέα πρὸ τῆς εἰκόνος τῆς Θεοτόκου, ἀπαγγέλλει ἐμμελῶς τὴν στάσιν τῶν Χαιρετισμῶν.


ΣΤΑΣΙΣ Α'.

Ἄγγελος πρωτοστάτης οὐρανόθεν ἐπέμφθη, εἰπεῖν τῇ Θεοτόκῳ τὸ χαῖρε (γ΄)
Υπεραγία Θεοτόκε σωσον ημας· καὶ σὺν τῇ ἀσωμάτῳ φωνῇ, σωματούμενόν σε θεωρῶν, Κύριε͵ ἐξίστατο καὶ ἵστατο κραυγάζων πρὸς αὐτὴν τοιαῦτα: Χαῖρε͵ δι΄ ἧς ἡ χαρὰ ἐκλάμψει·  χαῖρε͵ δι΄ ἧς ἡ ἀρὰ ἐκλείψει·  χαῖρε͵ τοῦ πεσόντος Ἀδὰμ ἡ ἀνάκλησις· χαῖρε͵ τῶν δακρύων τῆς Εὔας ἡ λύτρωσις·  χαῖρε͵ ὕψος δυσανάβατον ἀνθρωπίνοις λογισμοῖς·  χαῖρε͵ βάθος δυσθεώρητον καὶ ἀγγέλων ὀφθαλμοῖς·  χαῖρε͵ ὅτι ὑπάρχεις βασιλέως καθέδρα·  χαῖρε͵ ὅτι βαστάζεις τὸν βαστάζοντα πάντα·  χαῖρε͵ ἀστὴρ ἐμφαίνων τὸν ἥλιον·  χαῖρε͵ γαστὴρ ἐνθέου σαρκώσεως·  χαῖρε͵ δι΄ ἧς νεουργεῖται ἡ κτίσις· χαῖρε͵ δι΄ ἧς βρεφουργειται ο Κτίστης· Χαῖρε͵ νύμφη ἀνύμφευτε.
Βλέπουσα ἡ ἁγία ἑαυτὴν ἐν ἁγνείᾳ φησὶ τῷ Γαβριὴλ θαρσαλέως· Τὸ παράδοξόν σου τῆς φωνῆς δυσπαράδεκτόν μου τῇ ψυχῆ φαίνεται· ἀσπόρου γὰρ συλλήψεως τὴν κύησιν πως λέγεις; κράζων· Ἀλληλούϊα.

Γνῶσιν ἄγνωστον γνῶναι ἡ Παρθένος ζητοῦσα ἐβόησε πρὸς τὸν λειτουργοῦντα· Ἐκ λαγόνων ἁγνῶν υἱὸν πῶς ἐστὶ τεχθῆναι δυνατόν; λέξον μοι. πρὸς ἣν ἐκεῖνος ἔφησεν ἐν φόβῳ πρὶν κραυγάζων οὕτω· Χαῖρε͵ βουλῆς ἀπορρήτου μύστις͵ χαῖρε͵ σιγῇ δεομένων πίστις·  χαῖρε͵ τῶν θαυμάτων Χριστοῦ τὸ προοίμιον͵ χαῖρε͵ τῶν δογμάτων αὐτοῦ τὸ κεφάλαιον· χαῖρε͵ κλῖμαξ ἐπουράνιε͵ δι΄ ἧς κατέβη ὁ Θεός·  χαῖρε͵ γέφυρα μετάγουσα τοὺς ἐκ γῆς πρὸς οὐρανόν· χαῖρε͵ τὸ τῶν ἀγγέλων πολυθρύλητον θαῦμα·  χαῖρε͵ τὸ τῶν δαιμόνων πολυθρήνητον τραῦμα·  χαῖρε͵ τὸ φῶς ἀρρήτως γεννήσασα·  χαῖρε͵ τὸ πῶς μηδένα διδάξασα·  χαῖρε͵ σοφῶν ὑπερβαίνουσα γνῶσιν·  χαῖρε͵ πιστῶν καταυγάζουσα φρένας· Χαῖρε͵ νύμφη ἀνύμφευτε.

Η Πνευματική Χειριστικότητα ως Πάθος της Εξουσίας...



«Ος αν θέλη εν υμίν μέγας γενέσθαι, έσται υμών διάκονος». Ο λόγος του Κυρίου θέτει το κριτήριο της αληθινής πνευματικής ζωής. Όπου υπάρχει επιθυμία ελέγχου, επιβολής και κατεύθυνσης των άλλων χωρίς διακονικό φρόνημα, εκεί δεν ενεργεί το Πνεύμα της ταπεινώσεως αλλά το πάθος της φιλαρχίας.
Η χειριστική συμπεριφορά δεν έχει φύλο. Μπορεί να εκφραστεί από άνδρα ή από γυναίκα, από λαϊκό ή από πρόσωπο που εμφανίζεται ως ιδιαίτερα ευσεβές. Όταν κάποιος χρησιμοποιεί τον λόγο του Θεού για να πιέσει συνειδήσεις, όταν παρεμβαίνει σε σχέσεις, όταν κατευθύνει αποφάσεις τρίτων, όταν δημιουργεί κύκλους επιρροής και μεταφέρει λόγια ώστε να ελέγχει καταστάσεις, τότε πρόκειται για πνευματική αυθαιρεσία.
Ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος επισημαίνει ότι η υπερηφάνεια γεννά πλάνη. Ο άνθρωπος που δεν έχει καθαρίσει την καρδιά του, αλλά επιθυμεί να καθοδηγεί τους άλλους, κινδυνεύει να μετατρέψει την πίστη σε εργαλείο προσωπικής ισχύος. Μπορεί να φαίνεται ζηλωτής, να ομιλεί περί ορθοδοξίας, να επισημαίνει λάθη των άλλων, αλλά αν δεν έχει διάκριση και ταπείνωση, ο ζήλος του γίνεται σκληρότητα.
Η χειριστικότητα συχνά κρύβεται πίσω από φράσεις όπως «το λέω για το καλό σου» ή «πρέπει να κάνεις υπακοή». Όμως η αληθινή υπακοή έχει συγκεκριμένη εκκλησιαστική τάξη. Ο πνευματικός πατέρας έχει ευθύνη καθοδήγησης. Κανείς άλλος δεν μπορεί να αναλαμβάνει άτυπο ρόλο ελέγχου. Όταν κάποιος πιέζει, διαμορφώνει παρασκηνιακά αποφάσεις ή δημιουργεί εξαρτήσεις, τότε η συμπεριφορά του δεν είναι πνευματική αλλά εξουσιαστική.
Ο απόστολος Παύλος γράφει ότι «ζήλον Θεού έχουσιν, αλλ’ ου κατ’ επίγνωσιν». Ο ζήλος χωρίς επίγνωση γεννά φανατισμό. Η χειριστική συμπεριφορά τρέφεται από την ανάγκη να αισθάνεται ο άνθρωπος απαραίτητος και κεντρικός. Θέλει να γνωρίζει τα πάντα, να έχει λόγο για όλους, να επηρεάζει ακόμη και πνευματικούς. Όμως η Εκκλησία δεν είναι πεδίο προσωπικής κυριαρχίας. Είναι σώμα Χριστού.
Η αληθινή πνευματικότητα δεν ασκεί πίεση. Δεν προκαλεί φόβο. Δεν δημιουργεί ενοχές για να επιβάλει επιλογές. Ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος διδάσκει ότι η ταπείνωση είναι το ένδυμα της θεότητος. Όπου υπάρχει ταπείνωση, υπάρχει ελευθερία. Όπου υπάρχει χειρισμός, υπάρχει σκοτισμός.
Η θεραπεία απέναντι σε τέτοιες συμπεριφορές δεν είναι η οργή αλλά η διάκριση. Ο πιστός οφείλει να θέτει καθαρά όρια. Να μη δέχεται καθοδήγηση από πρόσωπα που δεν έχουν ευλογία. Να μη συμμετέχει σε κύκλους παρασκηνίου. Να παραμένει σταθερός στην εκκλησιαστική τάξη.
Η χειριστικότητα, είτε προέρχεται από άνδρα είτε από γυναίκα, είναι πάθος της καρδιάς. Η ταπείνωση είναι αρετή του Αγίου Πνεύματος. Και μόνο όπου βασιλεύει η ταπείνωση, υπάρχει αληθινή ειρήνη.
Η πνευματική ζωή δεν είναι έλεγχος των άλλων. Είναι αγώνας μετανοίας για τον εαυτό.

Η γλυκύτητα της προθέσεως



«Ἡ ἀγάπη μακροθυμεῖ, χρηστεύεται… οὐ ζητεῖ τὰ ἑαυτῆς» γράφει ο Απόστολος Παύλος στην Α΄ προς Κορινθίους επιστολή του. Και ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος διδάσκει πως τίποτε δεν ενώνει τόσο βαθιά τους ανθρώπους όσο η υπομονή που γεννιέται από την αγάπη. Μέσα σε αυτή τη βεβαιότητα ριζώνει και η μικρή, ταπεινή ιστορία που φωτίζει μια μεγάλη αλήθεια.
Σε μια σκήτη του Αγίου Όρους, ένας υποτακτικός, απλός και άπειρος, θέλησε να αναπαύσει τον Γέροντά του. Πήγε στο βουνό, μάζεψε χόρτα με κόπο και προθυμία, άναψε φωτιά, τα έβρασε και τα πρόσφερε με παιδική χαρά. Δεν γνώριζε όμως ότι τα χόρτα ήταν πικρά, σχεδόν αφόρητα στη γεύση. Ο Γέροντας έφαγε σιωπηλά όλο το πιάτο του, χωρίς να παραπονεθεί, χωρίς να δείξει δυσαρέσκεια. Όταν ο υποτακτικός δοκίμασε και ένιωσε την πικράδα, ταράχθηκε. Γιατί δεν του είπε τίποτε; Γιατί δεν τον διόρθωσε;
Η απάντηση του Γέροντος δεν ήταν απλώς λόγος καλοσύνης, αλλά θεολογία βιωμένη. Του είπε ότι τον έθρεψε η γλυκύτητα της προθέσεως, όχι η γεύση των χόρτων. Εκεί όπου ο κόσμος σταματά στην ύλη, ο άνθρωπος του Θεού βλέπει την καρδιά. Εκεί όπου ο εγωισμός αναζητεί την ευκολία, η αγάπη αναζητεί τον άλλον.
Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής γράφει

Ο μοναχός που κάθε βράδυ καθάριζε κρυφά παπούτσια



«Ὁ θέλων εἶναι πρῶτος, ἔσται πάντων διάκονος». Ο λόγος αυτός του Κυρίου δεν είναι σχήμα ρητορικό, αλλά τρόπος ζωής. Δεν μετριέται σε ύψη αξιωμάτων, αλλά σε βάθη ταπεινώσεως. Στην αφάνεια γεννιέται η αληθινή δόξα, εκεί όπου ο άνθρωπος παύει να ζητά να φαίνεται και επιθυμεί μόνο να αγαπά.
Σε ένα μεγάλο κοινόβιο μοναστήρι, μέσα στη σιωπή της νύχτας και στο άγρυπνο βλέμμα των καντηλιών, συνέβαινε κάτι που κανείς δεν μπορούσε να εξηγήσει. Τα παλιά και λασπωμένα παπούτσια των αδελφών, που έμεναν έξω από τα κελλιά ύστερα από τον κόπο της ημέρας, κάθε πρωί βρίσκονταν καθαρισμένα, γυαλισμένα, τακτοποιημένα με προσοχή. Κανείς δεν γνώριζε το χέρι που υπηρετούσε τόσο διακριτικά.
Ένας νεαρός μοναχός, με ζήλο αλλά και απορία, αποφάσισε να μείνει άγρυπνος. Κρύφτηκε σε μια γωνιά του διαδρόμου και περίμενε. Όταν η νύχτα βάρυνε και όλα ησύχασαν, είδε έναν από τους πιο ηλικιωμένους Γέροντες της Μονής να εξέρχεται αθόρυβα από το κελλί του. Το πρόσωπό του ήταν φωτισμένο από εσωτερική ειρήνη. Πήγαινε από πόρτα σε πόρτα, έπαιρνε τα λερωμένα υποδήματα, τα καθάριζε με επιμέλεια, άλειφε το δέρμα για να μαλακώσει, και τα τοποθετούσε πάλι στη θέση τους με ευλάβεια, σαν να αγγίζει ιερά σκεύη.
Ο νεαρός συγκλονίστηκε. Την επόμενη ημέρα, με δέος αλλά και αγάπη, πλησίασε τον Γέροντα και τον ρώτησε γιατί ένας τόσο πνευματικός άνθρωπος καταγίνεται σε τόσο ταπεινή εργασία, και μάλιστα κρυφά. Ο Γέροντας ύψωσε απαλά το δάχτυλο στα χείλη και ψιθύρισε, με βλέμμα γεμάτο πραότητα, να μη χαλάσει τη χαρά του. Όσο καθαρίζει τη λάσπη από τα παπούτσια των αδελφών, παρακαλεί τον Θεό να καθαρίσει τη λάσπη από τη δική του ψυχή. Και αφού δεν αξιώθηκε να πλύνει τα πόδια τους όπως ο Χριστός στον Μυστικό Δείπνο, πλένει τουλάχιστον τα παπούτσια τους.
Η πράξη αυτή δεν ήταν απλώς μια εργασία. Ήταν προσευχή εν κινήσει. Ήταν άσκηση αθέατη, μαρτύριο γλυκύ, διακονία χωρίς μάρτυρες. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος διδάσκει ότι η ταπείνωση είναι ρίζα όλων των αγαθών. Εκείνος που σκύβει μπροστά στον αδελφό, υψώνεται ενώπιον του Θεού. Η κρυφή διακονία καθαρίζει την καρδιά περισσότερο από κάθε λόγο περί αρετής.
Η ταπείνωση δεν διακηρύσσεται. Ζει. Δεν ζητά αναγνώριση. Τρέφεται από τη σιωπή. Εκεί, στα υγρά λιθόστρωτα της Μονής, ανάμεσα σε βούρτσες και παλιά υποδήματα, γεννιόταν μια θεολογία πράξεως. Η λάσπη των δρόμων γινόταν καθρέφτης της λάσπης της ψυχής, και το γονάτισμα του σώματος γινόταν ανόρθωση της καρδιάς.
Όποιος επιθυμεί να βρει τον Χριστό, δεν Τον συναντά μόνο στα υψηλά νοήματα, αλλά και στα χαμηλά γόνατα της διακονίας. Η καθαρή ψυχή αρχίζει από καθαρές πράξεις. Και ο δρόμος της σωτηρίας περνά από την πόρτα του αδελφού.
Να μαθαίνουμε να σκύβουμε, για να μάθουμε να αγαπάμε.
Στην αθέατη διακονία κρύβεται η μεγαλύτερη χαρά της ψυχής.

Όσιος Αυξέντιος ο εν τω Όρει 14 Φεβρουαρίου


Ο Όσιος Αυξέντιος καταγόταν από την Συρία. Έζησε στην Κωνσταντινούπολη επί αυτοκράτορα Θεοδοσίου Β' του Μικρού (408 - 450 μ.Χ.) και κατείχε το αξίωμα του σχολαρίου του στρατηλάτου.
Η φιλήσυχη και φιλομόναχη διάθεσή του και η αγάπη του για τον ασκητικό βίο, τον οδήγησε στο να γίνει μοναχός. Εγκατέλειψε λοιπόν τις τιμές και τα αξιώματά του και αποσύρθηκε σε όρος πετρώδες της Χαλκηδόνος, την Οξεία Πέτρα, όπου και ασκήτευε, ενώ παράλληλα ασχολήθηκε με την μελέτη και σπουδή της Αγίας Γραφής. Τόση δε ήταν η φήμη του για τις σπάνιες αρετές και την βαθιά θεολογική μόρφωσή του, ώστε προσκλήθηκε στην Δ' Οικουμενική Σύνοδο, που συνεκλήθη το έτος 451 μ.Χ. στην Χαλκηδόνα για να καταδικάσει τις κακοδοξίες του Ευτυχούς.
Στο ασκητήριό του καθημερινά προσέρχονταν πολλοί, για να λάβουν την ευλογία του, μεταξύ των οποίων και πολλοί πλούσιοι που του έφερναν τροφές και δώρα.
Αλλά εκείνος χρησιμοποιούσε για τον εαυτό του λίγο ψωμί για τη συντήρησή του και κερί για το παρεκκλήσι του. Τα υπόλοιπα τα διαμοίραζε στους πτωχούς. Ο σεβασμός προς τον Όσιο έγινε αιτία να ιδρυθεί στους πρόποδες του βουνού γυναικεία μονή.
Ο Άγιος Θεός αξίωσε τον Άγιο Αυξέντιο του χαρίσματος της θαυματουργίας και έτσι επιτέλεσε πολλά θαύματα. Ο Όσιος κοιμήθηκε με ειρήνη μεταξύ των ετών 470 - 472 μ.Χ. Στο Συναξάριο της Κωνσταντινούπολης αναφέρεται ότι το τίμιο λείψανο του Αγίου κατατέθηκε στον ευκτήριο οίκο της γυναικείας μονής που ίδρυσε και η οποία ονομαζόταν Τριχιναρία. Η Σύναξη αυτού ετελείτο στη μονή του Καλλιστράτου εντός της Κωνσταντινουπόλεως.
Απολυτίκιον (Κατέβασμα)
Ήχος πλ. α’. Τον συνάναρχον Λόγον.
Ώσπερ φοίνιξ ηυξήνθης Πάτερ υψίκομος, δικαιοσύνης εκφέρων τους ψυχοτρόφους καρπούς, συ γαρ βίον ιερόν πολιτευσάμενος, της Εκκλησίας στηριγμός, και θαυμάτων αυτουργός, Αυξέντιε ανεδείχθης, διά παντός ικετεύων, ελεηθήναι τας ψυχάς ημών.