Σάββατο 20 Ιουνίου 2026

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΩΝ ( ῞Αγιος Νικόδημος ὁ ῾Αγιορείτης)


Νεομάρτυρες κατά τήν Μεγάλην ῾Ελληνικήν ᾿Εγκυκλοπαίδειαν (τόμος ΙΗ', σελ. 192, ὑπό Κ. Π. Δ) θεωροῦνται οἱ μή ὑποταγέντες εἰς τόν βίαιον ἐξισλαμισμόν καί ὑπέρ πίστεως θανόντες. 

Οἱ Τοῦρκοι, ἄν καί ἠνέχθησαν, μετά τήν ἅλωσιν τῆς Κων/λεως, τήν χριστιανικήν θρησκείαν, ἐν τούτοις πολλάκις καί πολλαχοῦ ἐπίεζον τούς ὑποταγέντας χριστιανούς πρός ἐξισλαμισμόν, οὕτω δέ ἐνεφανίσθη κατά τήν ἐποχήν ταύτην νέον πλῆθος μαρτύρων, οἱ ὁποῖοι ἐν ἀντιθέσει πρός τούς παλαιούς μάρτυρας ἐκλήθησαν νεομάρτυρες. ᾿Επειδή  τότε δέν ὑπῆρχε νόμος πού νά προβλέπη καί νά ἐπιβάλλη τόν ἐξισλαμισμόν, ἡ καταδίκη ἐγίνετο ἄνευ εἰδικῆς διαδικασίας, τά δέ βασανιστήρια εἰς τά ὁποῖα ὑπεβάλλοντο οἱ ἀρνούμενοι τόν ἐξισλαμισμόν ὀρθόδοξοι Χριστιανοί ἦσαν διάφορα καί πολλάκις μεγάλα.

῾Η ᾿Ορθόδοξος ἡμῶν ᾿Εκκλησία ἠνείχετο συνήθως τήν τιμήν τῶν λειψάνων τῶν νεομαρτύρων, ὑπό τῶν χριστιανῶν καί τήν κατάταξιν αὐτῶν μεταξύ τῶν ἁγίων καί τόν ἑορτασμόν τῆς μνήμης αὐτῶν ἄνευ εἰδικῆς ἐπισήμου πράξεως περί τῆς ἀνακηρύξεως αὐτῶν. Οὕτω συνέβαινε ὥστε καί κατά καί μετά τήν ἅλωσιν ἐποχήν αἱ ἑορταί τῶν νεομαρτύρων νά γίνωνται κατ᾿ ἀρχάς τοπικαί, ἔπειτα δέ νά διαδίδωνται καί εἰς πολλούς ἄλλους τόπους. Κατόπιν ἐγένοντο καί ἴδιαι ἀκολουθίαι εἰς πολλούς ἐκ τῶν νεομαρτύρων ἀπό νεωτέρους ὑμνογράφους, ὁ δέ ἐκ Χίου ῾Ιερομόναχος Χριστόφορος συνέθεσε κατά τόν ΙΗ' αἰῶνα καί κοινήν ἀκολουθίαν ὅλων γενικῶς τῶν Νεομαρτύρων.
Τούς βίους τῶν ἁγίων νεομαρτύρων συνεκέντρωσε καί συνέθεσε εἰς βιβλίον ὁ ῞Αγιος Νικόδημος ὁ ῾Αγιορείτης, ὁ ὁποῖος ἐν προλόγῳ συνέγραψε καί θαυμάσιον λόγον "᾿Εγκωμιαστικόν εἰς τούς ῾Αγίους Νεομάρτυρας τούς μετά τήν ἅλωσιν τῆς Κων/λεως μαρτυρήσαντας", ὅπου μεταξύ ἄλλων γράφει καί τοῦτα τά ἐγκωμιαστικά λόγια:

"Πῶς δέν εἶναι δίκαιον, νά δοξολογῆ τινάς τόν Κύριον, βλέποντας διά τοῦ παρόντος βιβλιαρίου, ὅτι καί τώρα εἰς τούς ἐδικούς μας καιρούς, ἀνατέλλουσιν ἀπό διάφορα μέρη τοῦ κόσμου, εἰς τό νοητόν τῆς ᾿Εκκλησίας στερέωμα, ὡσάν ἄλλοι Νεοφανεῖς ἀστέρες καί κομῆται, Νέοι ἀθληταί τοῦ Χριστοῦ καί στρατιῶται ἀήττητοι; Καί καταλάμπουσιν ὅλων τῶν ὀρθοδόξων τό πλήρωμα μέ τάς γλυκυτάτας ἀκτίνας τοῦ μαρτυρίου καί τῶν θαυμάτων τους;" 

Καί συνεχίζει: "Πῶς δέν εἶναι πρέπον νά εὐχαριστῆ τινάς τόν Θεόν βλέποντας ὑποκάτω εἰς τόν σκληρόν ζυγόν καί τήν αἰχμαλωσίαν τῶν νῦν κρατούντων, τόσους ἀθλητάς, οἱ ὁποῖοι διά νά φυλάξουν τήν ἐλευθερίαν καί τήν εὐγένειαν τῆς Χριστιανικῆς ἡμῶν πίστεως, κατεφρόνησαν πλοῦτον, δόξαν, ἡδονάς, καί κάθε ἄλλην σημαντικήν ἀπόλαυσιν καί παρέδωκαν προθύμως τόν ἑαυτόν τους εἰς θάνατον;"
Καί ἀκόμη τονίζει:"Κατά ἀλήθειαν τοῦτο εἶναι ἕνα θαῦμα παρόμοιον, ὡσάν νά βλέπη τινάς μέσα εἰς τήν καρδιάν τοῦ χειμῶνος, ἐαρινά ἄνθη καί τριαντάφυλλα, μέσα εἰς τήν βαθυτάτην νύκτα, ἡμέραν καί ἥλιον, μέσα εἰς τό ψηλαφητόν σκότος, φῶτα λαμπρότατα, ἐν τῷ καιρῶ τῆς αἰχμαλωσίας, νά βλέπη ἐλευθερίαν, καί ἐν τῶ καιρῶ τῆς τωρινῆς ἀσθενείας ὑπερφυσικήν δύναμιν".... 

Καί τελειώνει αὐτόν τόν ἐγκωμιαστικόν λόγον λέγοντας μεταξύ ἄλλων:

ΚΥΡΙΑΚΗ Γ ' ΜΑΤΘΑΙΟΥ: ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΩΝ – Εὐαγγέλιον - (Ὁμιλία Ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου εἰς τό, «Οὐδείς δύναται δυσί κυρίοις δουλεύειν”)




Εὐαγγέλιοn Κυριακής: Ματθ. στ’ 22-33


Εἶπεν ὁ Κύριος· 22 Ὁ λύχνος τοῦ σώματός ἐστιν ὁ ὀφθαλμός· ἐὰν οὖν ὁ ὀφθαλμός σου ἁπλοῦς ᾖ, ὅλον τὸ σῶμά σου φωτεινόν ἔσται·
23 ἐὰν δὲ ὁ ὀφθαλμός σου πονηρὸς ᾖ, ὅλον τὸ σῶμά σου σκοτεινὸν ἔσται. εἰ οὖν τὸ φῶς τὸ ἐν σοὶ σκότος ἐστί, τὸ σκότος πόσον;
24 Οὐδεὶς δύναται δυσὶ κυρίοις δουλεύειν· ἢ γὰρ τὸν ἕνα μισήσει καὶ τὸν ἕτερον ἀγαπήσει, ἢ ἑνὸς ἀνθέξεται καὶ τοῦ ἑτέρου καταφρονήσει. οὐ δύνασθε Θεῷ δουλεύειν καὶ μαμωνᾷ.
25 Διὰ τοῦτο λέγω ὑμῖν, μὴ μεριμνᾶτε τῇ ψυχῇ ὑμῶν τί φάγητε καὶ τί πίητε, μηδὲ τῷ σώματι ὑμῶν τί ἐνδύσησθε· οὐχὶ ἡ ψυχὴ πλεῖόνἐστι τῆς τροφῆς καὶ τὸ σῶμα τοῦ ἐνδύματος;
26 ἐμβλέψατε εἰς τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ, ὅτι οὐ σπείρουσιν οὐδὲ θερίζουσιν οὐδὲ συνάγουσιν εἰς ἀποθήκας καὶ ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁοὐράνιος τρέφει αὐτά· οὐχ ὑμεῖς μᾶλλον διαφέρετε αὐτῶν;
27 τίς δὲ ἐξ ὑμῶν μεριμνῶν δύναται προσθεῖναι ἐπὶ τὴν ἡλικίαν αὐτοῦ πῆχυν ἕνα;
28 καὶ περὶ ἐνδύματος τί μεριμνᾶτε; καταμάθετε τὰ κρῖνα τοῦ ἀγροῦ πῶς αὐξάνει· οὐ κοπιᾷ οὐδὲ νήθει·
29 λέγω δὲ ὑμῖν ὅτι οὐδὲ Σολομὼν ἐν πάσῃ τῇ δόξῃ αὐτοῦ περιεβάλετο ὡς ἓν τούτων.
30 Εἰ δὲ τὸν χόρτον τοῦ ἀγροῦ, σήμερον ὄντα καὶ αὔριον εἰς κλίβανον βαλλόμενον, ὁ Θεὸς οὕτως ἀμφιέννυσιν, οὐ πολλῷ μᾶλλον ὑμᾶς, ὀλιγόπιστοι;
31 μὴ οὖν μεριμνήσητε λέγοντες, τί φάγωμεν ἢ τί πίωμεν ἢ τί περιβαλώμεθα;
32 πάντα γὰρ ταῦτα τὰ ἔθνη ἐπιζητεῖ· οἶδε γὰρ ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁοὐράνιος ὅτι χρῃζετε τούτων ἁπάντων.


33 ζητεῖτε δὲ πρῶτον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ, καὶ ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν.
πόδοση
Ὁμιλία ΙΗ – 18η, τοῦ Ὁσίου πατρός ἡμῶν Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, εἰς τό «Οὐδείς δύναται δυσί κυρίοις δουλεύειν

Παρασκευή 19 Ιουνίου 2026

Τι είναι η αγάπη;



«Ἐντολὴν καινὴν δίδωμι ὑμῖν, ἵνα ἀγαπᾶτε ἀλλήλους.» (Ιω. ιγ΄ 34)
Η αγάπη δεν μετριέται με λόγια, ούτε αποδεικνύεται από μεγάλα συναισθήματα. Φανερώνεται στις μικρές και κρυφές πράξεις της καθημερινότητας. Είναι να μοιράζεσαι το ψωμί σου χωρίς να υπολογίζεις τι θα σου μείνει. Είναι να γίνεσαι παρηγοριά στον θλιμμένο χωρίς πολλά λόγια, προσφέροντας την παρουσία σου και μια καρδιά που ακούει.
Η αγάπη είναι να μεταδίδεις τη χαρά σου σε εκείνους που σηκώνουν βαρύ σταυρό, όπως το κερί σκορπίζει το φως του χωρίς να χάνει τη φλόγα του. Είναι να συγχωρείς την αδικία και να μην αφήνεις τον πόνο να ριζώσει μέσα σου. Είναι ακόμη να μην προσπερνάς τον άνθρωπο που έμεινε μόνος, αλλά να επιβραδύνεις το βήμα σου για να βαδίσετε μαζί.
Στο τέλος της ημέρας, όταν ο άνθρωπος σταθεί ενώπιον του Θεού, δεν θα ερωτηθεί πρώτα για τα κατορθώματά του, αλλά για την αγάπη που έδειξε. Για τον πεινασμένο που χόρτασε, για τον πονεμένο που παρηγορήθηκε, για τον αδελφό που δεν εγκαταλείφθηκε.
«Ὁ μὴ ἀγαπῶν οὐκ ἔγνω τὸν Θεόν, ὅτι ὁ Θεὸς ἀγάπη ἐστίν.» (Α΄ Ιω. δ΄ 😎
Η καρδιά που χωρά τον πόνο και την ανάγκη του άλλου αρχίζει να μοιάζει με την καρδιά του Χριστού. Και εκεί, μέσα στη σιωπή της ταπεινής προσφοράς, ο άνθρωπος μαθαίνει το μεγάλο μυστήριο της ζωής.
Αυτό είναι η αγάπη.

«Κατάκρινον σεαυτόν, και ουκ αλλότριον, και δικαιωθήση.» Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος


Πώς γίνεται ο αυτοέλεγχος;
«Ὁ Θεὸς φῶς ἐστι καὶ σκοτία ἐν αὐτῷ οὐκ ἔστιν οὐδεμία.» (Α΄ Ιω. α΄ 5)
Ο αληθινός αυτοέλεγχος δεν είναι μια απλή αναζήτηση των λαθών μας ούτε μια ψυχολογική ενδοσκόπηση. Είναι η στιγμή κατά την οποία ο άνθρωπος στέκεται ενώπιον του Θεού με ταπείνωση και αλήθεια και ανοίγει το βιβλίο της συνειδήσεώς του χωρίς δικαιολογίες και χωρίς αυτοδικαίωση.
Ας εξετάσουμε με ειλικρίνεια τους λογισμούς, τις επιθυμίες, τις προθέσεις, τα λόγια και τα έργα μας. Ας θυμηθούμε ότι τίποτε δεν μένει κρυφό ενώπιον του Κυρίου. Εκείνος γνωρίζει όχι μόνο όσα πράξαμε, αλλά και όσα κρύψαμε στα βάθη της καρδιάς μας. Όπως διδάσκει η Αγία Γραφή, ο Θεός «φωτίσει τα κρυπτά του σκότους και φανερώσει τας βουλάς των καρδιών» (Α΄ Κορ. δ΄ 5).
Όταν ο άνθρωπος αντικρίζει τον εαυτό του στο φως του Χριστού, παύει να κατηγορεί τους άλλους και αρχίζει να θρηνεί για τις δικές του αμαρτίες. Τότε γεννιέται η μετάνοια. Τότε η καρδιά συντρίβεται και αναζητεί το έλεος του Θεού.
Ας μη χρονοτριβούμε λοιπόν. Ας καταδικάσουμε πρώτοι εμείς τις αμαρτίες μας, ας ομολογήσουμε την πτώση μας και ας πάψουμε να αγαπούμε ό,τι μας απομακρύνει από τον Χριστό. Διότι η ειλικρινής μετάνοια δεν είναι απελπισία αλλά η αρχή της επιστροφής στον Ουράνιο Πατέρα.

Άνοιξε τη συνείδησή σου πριν ανοίξει το βιβλίο της Κρίσεως.

Η Βασιλεία του Θεού και το Καθ’ Ομοίωσιν.



«Ζητεῖτε πρῶτον τὴν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν δικαιοσύνην Αὐτοῦ καὶ ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν.» (Ματθ. στ΄ 33)
Ο άνθρωπος από τη φύση του επιθυμεί να δει δικαιοσύνη στον κόσμο. Βλέπει την αδικία, τη φτώχεια, τη σύγχυση και συχνά αναφωνεί μέσα του: «Κύριε, δεν βλέπεις τι γίνεται στη γη; Έλα να βάλεις τάξη και να αποκαταστήσεις τη δικαιοσύνη». Όμως ο Χριστός στρέφει τον νου μας πολύ πιο ψηλά από τις γήινες διεκδικήσεις. Η δικαιοσύνη για την οποία ομιλεί το Ευαγγέλιο δεν περιορίζεται στην ανθρώπινη έννοια της ισότητας ή της δίκαιης κατανομής των αγαθών. Είναι κάτι ασύγκριτα βαθύτερο. Είναι η καθολική αρετή, η αγιότητα του Θεού.
Ο Θεός είναι το απόλυτο πρότυπο της αγιότητας και της τελειότητας. Γι’ αυτό και ο Κύριος μας καλεί λέγοντας: «Ἔσεσθε οὖν ὑμεῖς τέλειοι, ὥσπερ ὁ Πατήρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος τέλειός ἐστιν» (Ματθ. ε΄ 48). Δεν μας προσκαλεί απλώς να γίνουμε καλύτεροι άνθρωποι σύμφωνα με ανθρώπινα μέτρα, αλλά να πορευθούμε προς τη θεία ομοίωση, προς την κοινωνία με τον ίδιο τον Θεό.
Πλαστήκαμε όλοι κατ’ εικόνα Θεού. Αυτό το έχουμε ως δωρεά από τη στιγμή της δημιουργίας μας. Το καθ’ ομοίωσιν όμως δεν επιβάλλεται ούτε χαρίζεται χωρίς τη συγκατάθεση του ανθρώπου. Είναι η μεγάλη κλήση της ελευθερίας μας. Είναι η απάντηση της ψυχής στην πρόσκληση του Θεού. Είναι ο δρόμος της μετανοίας, της υπακοής, της προσευχής, της αγάπης και του αγιασμού.
Η αγιότητα δεν είναι ανθρώπινο κατόρθωμα ούτε προϊόν ηθικής αυτοβελτιώσεως. Είναι δωρεά της θείας χάριτος. Έρχεται από τον Θεό προς τον άνθρωπο και πάλι γίνεται η οδός που επιστρέφει τον άνθρωπο στον Θεό. Η αγιότητα είναι η γέφυρα μεταξύ γης και ουρανού.
Γι’ αυτό η Αγία Γραφή μας παρουσιάζει την κλίμακα του Ιακώβ. Στην κορυφή βρίσκεται ο Θεός και κάτω στέκεται ο άνθρωπος. Ο άνθρωπος από μόνος του δεν μπορεί να ανέβει στον ουρανό. Πρέπει πρώτα να στηθεί η κλίμακα από τον ουρανό προς τη γη. Πρέπει να κατέλθει η χάρις του Θεού. Και τότε ο άνθρωπος, αν το θελήσει, αν αγωνιστεί, αν μετανοήσει, αρχίζει βήμα προς βήμα την ανάβασή του προς τον Θεό.
Γι’ αυτό και ο Απόστολος Παύλος προτρέπει με τόση σοβαρότητα: «Διώκετε τὸν ἁγιασμόν, οὗ χωρὶς οὐδεὶς ὄψεται τὸν Κύριον» (Εβρ. ιβ΄ 14). Χωρίς αγιασμό κανείς δεν θα δει τον Θεό. Δεν θα Τον γνωρίσει ως Πατέρα, δεν θα γευθεί την παρουσία Του, δεν θα εισέλθει στη Βασιλεία Του. Ο προορισμός του ανθρώπου δεν είναι απλώς να επιβιώσει μέσα στον κόσμο, αλλά να γίνει κατά χάριν μέτοχος της θείας ζωής.
Και τότε τα επίγεια αποκτούν τη σωστή τους θέση. Ο Χριστός δεν απορρίπτει τις ανάγκες του σώματος ούτε περιφρονεί τα υλικά αγαθά. Γνωρίζει ότι ο άνθρωπος χρειάζεται τροφή, στέγη και όσα είναι απαραίτητα για τη ζωή του. Όμως αποκαθιστά την αληθινή τάξη των αξιών. Πρώτα είναι τα ουράνια και μετά τα επίγεια.
«Καὶ ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν». Δεν είπε ότι τα γήινα είναι ο σκοπός της υπάρξεώς μας ούτε ότι αποτελούν το κυρίως ζητούμενο της ζωής. Είπε ότι θα προστεθούν. Θα έρθουν ως προσθήκη, ως δωρεά της θείας προνοίας σε εκείνον που έθεσε ως πρώτο σκοπό τη Βασιλεία του Θεού και την αγιότητά Του.
Με την Ενανθρώπησή Του και τη διδασκαλία Του ο Χριστός μας έβγαλε από το σκοτάδι και τη σύγχυση των αξιών. Μας δίδαξε τι είναι πραγματικά μεγάλο και τι μικρό, τι είναι πρώτο και τι δεύτερο, τι είναι αιώνιο και τι πρόσκαιρο. Μας παρέδωσε δύο αλάνθαστα κριτήρια για να κρίνουμε τα πάντα: τη Βασιλεία του Θεού και την αγιότητά Του.
Με αυτά τα δύο μέτρα πρέπει να εξετάζουμε κάθε λογισμό, κάθε επιθυμία, κάθε έργο, κάθε απόφαση και κάθε μέριμνα της ζωής μας. Διότι όταν ο άνθρωπος ανατρέπει αυτή τη θεία τάξη και βάζει τα γήινα πάνω από τα ουράνια, κινδυνεύει να χάσει τον προορισμό του και να αστοχήσει βαριά και αμετάκλητα από τον σκοπό για τον οποίο δημιουργήθηκε.
Γι’ αυτό ας χαράξουμε βαθιά μέσα στην καρδιά μας τα αθάνατα λόγια του Κυρίου:
«Ζητεῖτε πρῶτον τὴν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν δικαιοσύνην Αὐτοῦ καὶ ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν».
Όποιος βρει τη Βασιλεία του Θεού, βρήκε το παν. Και όποιος αποκτήσει την αγιότητα, βρήκε τον ίδιο τον Θεό.
Πρώτα η Βασιλεία Του. Τότε όλα βρίσκουν τη θέση τους.

Άγιος Θεόδοτος ο εν Άγκυρα 7 Ιουνίου




Ο Άγιος Θεόδοτος καταγόταν από την Άγκυρα της Γαλατίας και ήταν έμπορος σιτηρών και συγχρόνως εξασκούσε το επάγγελμα του αρτοποιού. Άνθρωπος ευσεβής και ελεήμων ο Θεόδοτος, μοίραζε ψωμιά στους φτωχούς και έκανε συχνά επισκέψεις στους φυλακισμένους χριστιανούς και τους τροφοδοτούσε ανάλογα. Η ειδωλολατρική μανία όμως κατά των χριστιανών εκδηλώθηκε με το φόνο μιας ομάδας χριστιανών παρθένων, στα νερά μιας λίμνης (βλέπε βιογραφία τους 18 Μαΐου). Τη νύχτα ο Θεόδοτος, άνδρας με θάρρος και θερμή πίστη στο Χριστό, έβγαλε από τη λίμνη τα τίμια λείψανα των παρθένων και τα έθαψε. Η ενέργειά του αυτή καταγγέλθηκε στον έπαρχο Θεότεκνο, που αμέσως τον συνέλαβε και τον ανέκρινε. Ο Θεόδοτος παραδέχθηκε την ενέργειά του και ο έπαρχος του είπε ότι οι χριστιανοί δε σέβονται καμιά εξουσία και ότι είναι οι πιο μικροπρεπείς και μηδαμινοί των ανθρώπων. Τότε ο Θεόδοτος, με το φωτισμό του Αγίου Πνεύματος, απάντησε: «Πράγματι, έπαρχε, οι χριστιανοί γνωρίζουν πόσο μηδαμινοί είναι, διότι μόνο αυτοί είναι ικανοί να γνωρίζουν την υπέροχη και ασύγκριτη μεγαλειότητα του Θεού και να κατανοούν την άβυσσο της ανθρώπινης ασθένειας, όταν είναι γυμνή από τη θεία χάρη. Έπειτα, γνώριζε ότι ο τελευταίος των χριστιανών, που έχει ελεηθεί από το Χριστό και φέρει τον αρραβώνα της αιώνιας βασιλείας, είναι ανώτερος και λαμπρότερος από τους ειδωλολάτρες βασιλείς, οι όποιοι αύριο θα είναι ντροπή και ατιμία μπροστά στο αδέκαστο κριτήριο της θείας δικαιοσύνης». Ο έπαρχος, εξοργισμένος από τα λόγια του Θεόδοτου, διέταξε και του έσχισαν τα πλευρά και τελικά τον αποκεφάλισαν, παίρνοντας ένδοξα το στεφάνι του μαρτυρίου. (Οι Συναξαριστές και το Απολυτίκιο του τον αναφέρουν σαν Ιερομάρτυρα. Πιθανόν να ήταν συγχρόνως με το επάγγελμα που διατηρούσε και επίσκοπος των χριστιανών της περιοχής της Άγκυρας. Ίσως όμως και να συγχέεται με κάποιον άλλο συνώνυμο του που να ήταν πράγματι επίσκοπος).
Ἀπολυτίκιον (Κατέβασμα)
Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Δόσιν ἔνθεον, καταπλουτήσας, τὴν τῆς χάριτος ἱερουργίαν, Ἱερομάρτυς τρισμάκαρ Θεόδοτε, καθάπερ δῶρα Θεῶ προσενήνοχας, τᾶς ἀριστείας τῶν θείων ἀγώνων σου. Πάτερ Ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἠμὶν τὸ μέγα ἔλεος.


Πέμπτη 18 Ιουνίου 2026

Όσιος Ιλαρίων ο νέος, ηγούμενος Μονής Δαλμάτων 6 Ιουνίου


Ο Όσιος Ιλαρίων γεννήθηκε το 775 μ.Χ. και καταγόταν από την Καππαδοκία. Οι γονείς του, Πέτρος που ήταν προμηθευτής άρτου των ανακτόρων και Θεοδοσία, ήταν ευσεβείς και ενάρετοι άνθρωποι και γαλούχησαν τον μικρό γιο τους με τα νάματα της ορθόδοξης πίστης. Όταν ενηλικιώθηκε, ποθώντας το δρόμο της αρετής και της άσκησης πήγε στο μοναστήρι της Ξηρονησίας, στην Κωνσταντινούπολη, όπου αφοσιώθηκε ψυχή τε και σώματι στην άσκηση, την αυστηρή νηστεία, τη σιωπή και την μελέτη των Θείων Γραφών. Αργότερα πήγε στη Μονή Δαλμάτων, όπου και έγινε μεγαλόσχημος. 
Εκεί παρέμεινε μία δεκαετία σαν κηπουρός και γρήγορα έγινε παράδειγμα άσκησης, ταπεινοφροσύνης και μεγαθυμίας για όλους τους αδελφούς, οι οποίοι παμψηφεί τον ανέδειξαν ηγούμενο της Μονής. Όταν ξέσπασε η θύελλα της Εικονομαχίας ο αυτοκράτορας Λέων ο Αρμένιος, με τον ασεβή πατριάρχη Θεόδοτο το Μελισσηνό, προσπάθησαν, ανεπιτυχώς, να κάμψουν το αγέρωχο φρόνημα του Οσίου. Εκείνος όρθωσε το πνευματικό του ανάστημα και στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων. Τότε άρχισε ο απηνής διωγμός του. Επί οκτώ ολόκληρα χρόνια, υπέστη αγόγγυστα και με θαυμαστή καρτερία περιορισμούς σε απομακρυσμένες Μονές, φυλακίσεις, ξυλοδαρμούς και εξορίες. Άντεξε όμως, όλες τις ταλαιπωρίες «ως καλός στρατιώτης Ιησού Χριστού», ευχαριστώντας και δοξάζοντας τον δωρεοδότη Κύριο, πού τον αξίωσε να μείνει αλύγιστος στις επάλξεις του αγώνα. Μετά το θρίαμβο της Ορθοδοξίας, επέστρεψε στη Μονή του, έζησε τρία ακόμη χρόνια και εκοιμήθη ειρηνικά σε ηλικία 70 ετών, το 845 μ.Χ.
Ἀπολυτίκιον (Κατέβασμα)
Ἦχος α’. Τοῦ λίθου σφραγισθέντος.
Τῶν λόγων τοῦ Κυρίου τὴν χάριν γεωργήσας, ἤνθησας καθάπερ ἔλαια, παμμάκαρ Ἰλαρίων, ἐλαίω τῶν θείων ἀρετῶν, καὶ τῆς ὁμολογίας σου σοφέ, ἰλαρύνων τᾶς καρδίας καὶ τᾶς ψυχᾶς, τῶν πίστει σοὶ ἐκβοώντων δόξα τῷ δεδωκότι σοὶ ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντη, δόξα τῷ ἐνεργούντι διά σου, πάσιν ἰάματα.

Άγιος Γελάσιος 6 Ιουνίου


Γελάς γέλωτα τον μακάριον μάκαρ,
Tμηθείς κεφαλήν ω Γελάσι’ ευθύφρον.

Ο Άγιος αυτός, όταν άρχισε ο διωγμός κατά των χριστιανών, μοίρασε όλα του τα υπάρχοντα στους φτωχούς, φόρεσε λευκό ρούχο και πήγαινε στους Μάρτυρες του Χριστού. Βλέποντας τα φρικτά τους βασανιστήρια, φιλούσε τις πληγές τους, ζητούσε τις ευχές τους και τους παρακινούσε να σταθούν ανδρείοι στο μαρτύριο. 
Οπότε τον συνέλαβαν οι ειδωλολάτρες και τον οδήγησαν στον άρχοντα. Εκεί ομολόγησε με θάρρος τον Χριστό και κήρυξε την πλάνη των ειδώλων. Στην αρχή ο άρχοντας τον περιφρόνησε, αλλά κατόπιν πρόσταξε και τον έδειραν και στη συνέχεια τον αποκεφάλισαν.

Τετάρτη 17 Ιουνίου 2026

Ο Καθρέφτης της Ψυχής



«Γίνεσθε οἰκτίρμονες, καθώς καὶ ὁ Πατὴρ ὑμῶν οἰκτίρμων ἐστί.» (Λουκ. στ΄ 36)
Δεν υπάρχει άνθρωπος επάνω στη γη που να μη σηκώνει τον δικό του σταυρό. Πίσω από κάθε πρόσωπο κρύβεται ένας μυστικός πόνος, μια πληγή που δεν φαίνεται στα μάτια των ανθρώπων. Άλλος αγωνίζεται με τη θλίψη, άλλος με την αρρώστια, άλλος με τη μοναξιά και άλλος με τις πτώσεις και τις αμαρτίες του. Γι' αυτό και οι Άγιοι Πατέρες μας διδάσκουν να μη βιαζόμαστε να κρίνουμε κανέναν.
Ο Κύριος είπε προς τους κατηγόρους της μοιχαλίδος: «Ὁ ἀναμάρτητος πρῶτος τὸν λίθον ἐπ' αὐτῇ βαλέτω.» (Ιωάν. η΄ 7). Και κανείς δεν τόλμησε να υψώσει το χέρι του, διότι όλοι γνώριζαν την ασθένεια της δικής τους καρδιάς. Μόνον ο Χριστός είναι αναμάρτητος. Εμείς όλοι είμαστε τραυματισμένοι οδοιπόροι της ίδιας εξορίας.
Πόσες φορές ο αδελφός μας στέκεται μπροστά μας χαμογελώντας, ενώ μέσα του αιμορραγεί. Πόσες φορές κρύβει τον πόνο του για να μη γίνει βάρος στους άλλους. Και αντί να του γίνουμε παρηγορία, προσθέτουμε νέο τραύμα με την κατάκριση και τη σκληρότητα της καρδιάς μας.
Ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος λέγει: «Μὴ μισήσῃς τὸν ἁμαρτωλόν, πάντες γὰρ ἐσμὲν ὑπεύθυνοι.» Όποιος βλέπει τον αδελφό του με συμπάθεια και πόνο καρδιάς, εκείνος άρχισε να γνωρίζει την αγάπη του Θεού. Διότι κάθε άνθρωπος, όσο πεσμένος και αν φαίνεται, φέρει μέσα του την εικόνα του Δημιουργού του. Μπορεί να έχει σκοτισθεί από τα πάθη, αλλά δεν έχει σβήσει.
Η αληθινή δύναμη δεν βρίσκεται στην κατάκριση, αλλά στη συγκατάβαση. Δεν είναι δύναμη να δείχνεις το σφάλμα του άλλου, αλλά να του απλώνεις το χέρι για να σηκωθεί. Έτσι έπραξε ο Χριστός, ο Οποίος «τὸ συντετριμμένον κάλαμον οὐ κατεάξει καὶ λῖνον τυφόμενον οὐ σβέσει.» (Ματθ. ιβ΄ 20).
Να θυμάσαι πάντοτε ότι όταν σηκώνεις τον αδελφό σου, σηκώνεις και τη δική σου ψυχή. Όταν τον σπλαχνίζεσαι, γίνεσαι μιμητής του Χριστού. Και όταν συγχωρείς, ανοίγεις δρόμο για να συγχωρηθούν και τα δικά σου παραπτώματα.
Στο τέλος της ζωής μας δεν θα ερωτηθούμε πόσα σφάλματα ανακαλύψαμε στους άλλους, αλλά πόση αγάπη δείξαμε στους πληγωμένους αδελφούς μας. Διότι «ἔλεος καυχᾶται κατὰ κρίσεως.» (Ιακ. β΄ 13).
Μη κρίνεις. Κουβαλά σταυρό.

Η Αγάπη που Δεν Τελειώνει.



«Ὁ Θεὸς ἀγάπη ἐστίν, καὶ ὁ μένων ἐν τῇ ἀγάπῃ ἐν τῷ Θεῷ μένει καὶ ὁ Θεὸς ἐν αὐτῷ.» (Α΄ Ιωάν. δ΄ 16)
Ο άνθρωπος δεν πλάστηκε για να ζει μόνος, ούτε για να περιφέρεται στον κόσμο κλεισμένος στο μικρό βασίλειο του εαυτού του. Πλάστηκε για κοινωνία αγάπης. Πλάστηκε να αγαπά και να αγαπιέται, γιατί η αγάπη δεν είναι απλώς ένα συναίσθημα που έρχεται και παρέρχεται, αλλά η ίδια η ζωή του Θεού που καλείται να γίνει ζωή και του ανθρώπου.
Ο εγωισμός, η αδιαφορία, η κακία και η ζήλια σκοτίζουν τον νου και ψυχραίνουν την καρδιά. Κάνουν τον άνθρωπο ξένο προς τον αδελφό του και τελικά ξένο προς τον Θεό. Γι' αυτό και ο Κύριος έθεσε ως μέγιστη εντολή: «Ἀγαπήσεις Κύριον τὸν Θεόν σου… καὶ τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν.» (Ματθ. κβ΄ 37-39).
Η οδός του Χριστού είναι οδός θυσιαστικής αγάπης. «Ἐν τούτῳ ἐγνώκαμεν τὴν ἀγάπην, ὅτι ἐκεῖνος ὑπὲρ ἡμῶν τὴν ψυχὴν αὐτοῦ ἔθηκε· καὶ ἡμεῖς ὀφείλομεν ὑπὲρ τῶν ἀδελφῶν τὰς ψυχὰς θεῖναι.» (Α΄ Ιωάν. γ΄ 16). Δεν υπάρχουμε για να υπηρετηθούμε, αλλά για να διακονήσουμε. Δεν υπάρχουμε για να συσσωρεύουμε μόνο υλικά αγαθά, αλλά για να γινόμαστε παρηγοριά στον πονεμένο, ελπίδα στον απελπισμένο και φως μέσα στο σκοτάδι του κόσμου.
Ο Άγιος Ισαάκ ο Σύρος διδάσκει ότι καρδιά ελεήμων είναι εκείνη που καίγεται για όλη την κτίση, για τους ανθρώπους, για τα ζώα και ακόμη και για τους εχθρούς. Αυτή είναι η καρδιά που μοιάζει στον Χριστό. Η αγάπη Του δεν κάνει διακρίσεις, αλλά απλώνεται επάνω σε όλους όπως ο ήλιος φωτίζει δικαίους και αδίκους.
Κάθε άνθρωπος που συναντούμε είναι εικόνα του Θεού και ανεκτίμητος στα μάτια Του. Γι' αυτό ας μη στρέφουμε αλλού το βλέμμα όταν κάποιος υποφέρει. Ένας λόγος παρηγοριάς, μία προσευχή, μία πράξη ελέους, ένα χέρι βοηθείας, μπορεί να γίνει η αρχή της αναστάσεως μιας πληγωμένης ψυχής.
Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέγει ότι τίποτε δεν μας κάνει τόσο όμοιους με τον Θεό όσο η ευεργεσία και η αγάπη προς τον πλησίον. Εκεί κρίνεται η πνευματική μας ζωή και εκεί φανερώνεται αν πράγματι κατοικεί μέσα μας ο Χριστός.
Ας παρακαλούμε λοιπόν τον Κύριο να μας χαρίσει καρδιά πλατιά, ταπεινή και φιλόστοργη, ώστε να γινόμαστε αιτία ειρήνης, χαράς και ελπίδας όπου κι αν βρισκόμαστε. Διότι, όταν θα τελειώσει η επίγεια πορεία μας, δεν θα μείνουν τα πλούτη, οι τιμές και οι δόξες του κόσμου, αλλά η αγάπη που προσφέραμε.
«Νυνὶ δὲ μένει πίστις, ἐλπίς, ἀγάπη, τὰ τρία ταῦτα· μείζων δὲ τούτων ἡ ἀγάπη.» (Α΄ Κορ. ιγ΄ 13)
Καλή και ευλογημένη πορεία εν Χριστώ, με καρδιά γεμάτη από την αγάπη του Θεού, που δεν εκπίπτει ποτέ.

Ἃγιος Δωρόθεος Ἰερομάρτυρας ἐπίσκοπος Τύρου (5 Ιουνίου)

 



Ο Άγιος Δωρόθεος ήταν ποιμένας που είχε «τὴν μόρφωσιν τῆς γνώσεως καὶ τῆς ἀληθείας ἐν τῷ νόμῳ» (προς Ρωμαίους, β' 20). Δηλαδή, την ακριβή γνώση και αλήθεια, που βρίσκεται μέσα στο Νόμο, στην Παλαιά και Καινή Διαθήκη.

Όταν ξέσπασε ο φονικός διωγμός κατά της Εκκλησίας στα χρόνια του Διοκλητιανου, το ποίμνιό του, προκειμένου να χάσει τον πολύτιμο ποιμένα του, με θερμές παρακλήσεις κατάφερε και τον έπεισε να απομακρυνθεί από τον τόπο των διωγμών. Αποχώρησε στη Δυσσό, πόλη της Θράκης, και εκεί ασκήτευε μέχρι να περάσει ο άγριος αυτός διωγμός. Όταν πέρασε η μπόρα του διωγμού, επανήλθε στο ποίμνιό του και με όλη την πατρική στοργή που τον διέκρινε, στήριζε στην πίστη τους αδυνάτους και πρωτοστατούσε στη βοήθεια των χηρών, ορφανών, ασθενών, και γενικά, των θλιβομένων.

Έζησε πολλά χρόνια. Πρόλαβε μέχρι και τη βασιλεία του Ιουλιανού του Παραβάτη. Οι ειδωλολάτρες, όμως, που ήταν προστατευόμενοι αυτού του αυτοκράτορα, έπιασαν το Δωρόθεο και αφού τον βασάνισαν ανελέητα τον σκότωσαν το 362 μ.Χ. Έτσι κέρδισε το στεφάνι του μαρτυρίου. Τότε ο Δωρόθεος ήταν 107 χρονών.

Σήμερα σώζεται εκκλησιαστικό σύγγραμμά του, για τους 70 μαθητές του Ιησού Χριστού.
Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ'. Ταχὺ προκατάλαβε.

Ὡς δώρημα τέλειον, ἐκ τοῦ τῶν φώτων Πατρός, σοφίας τὴν ἔλλαμψιν, ὡς Ἱεράρχης σοφός, ἐδέξω Δωρόθεε, ὅθεν καὶ πλεονάσας, τὸν σὸν τάλαντον μάκαρ, ἤθλησας ὑπὲρ φύσιν, βαθυτάτω ἐν γήρᾳ, πρεσβεύων Ἱερομάρτυς, ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἠμῶν.

Τρίτη 16 Ιουνίου 2026

Ἁγίες Μάρθα καί Μαρία οἱ ἀδελφές τοῦ Λαζάρου (4 Ἰουνίου)


Αποτέλεσμα εικόνας για Ἁγίες Μάρθα καί Μαρία οἱ ἀδελφές τοῦ Λαζάρου (4 Ἰουνίου)



Χαίρετε αὐτάδελφοι ἱεραί, Μάρθα καὶ Μαρία, σεμναὶ ἤθεσι καὶ ζωῆς χαίρετε Λαζάρου, αἱ σύγγονοι αἱ θεῖαι, μεθ᾿ οὗ ἡμῖν αἰτεῖσθε, τὸ θεῖον ἔλεος.
Ἡ Μάρθα καὶ ἡ Μαρία, μαζὶ μὲ τὸν ἀδελφό τους Λάζαρο, ἦταν γιὰ τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστὸ ἡ πιὸ ἀγαπητὴ καὶ ἁγία οἰκογένεια τῆς Βηθανίας. 
Τὸ Εὐαγγέλιο μᾶς παρουσιάζει τὴν Μαρία νὰ ἀποῤῥοφᾶται ἀπὸ τὴν διδασκαλία τοῦ Ἰησοῦ, ἐνῷ ἡ Μάρθα, ποὺ ἦταν μεγαλύτερη ἀδελφή, φροντίζει πολὺ γιὰ τὸ τραπέζι τῆς φιλοξενίας. Γι᾿ αὐτὸ ἀκούει ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ Διδασκάλου τὸ πασίγνωστο καὶ διδακτικότατο «Μάρθα, Μάρθα, μεριμνᾷς καὶ τυρβάζῃ περὶ πολλά, Μαρία δὲ τὴν ἀγαθὴν μερίδα ἐξελέξατο, ἥτις οὐκ ἀφαιρεθήσεται ἀπ᾿ αὐτῆς» (Λουκ. ι´ 38-42). 

Ἡ Μαρία ἐπίσης ἄλειψε καὶ μὲ πολύτιμο μύρο τὰ πόδια τοῦ Ἰησοῦ καὶ σπόγγισε ὕστερα με τὴν παρθενική της κόμη. 

Καὶ οἱ δυὸ ἀδελφές, εὐσεβῆ καὶ διακεκριμένα μέλη τῆς πρώτης χριστιανικῆς Ἐκκλησίας, ἀξιώθηκαν νὰ πεθάνουν εἰρηνικὰ καὶ ὄχι ἐν διωγμῷ. Διότι ὁ Κύριος δὲν θέλησε ν᾿ ἀφήσει νὰ πονέσουν οἱ καρδιές, τῶν ὁποίων κάτω ἀπὸ τὴν στέγη τοῦ σπιτιοῦ τους, εἶχε ἀπολαύσει τόση ἁγία γαλήνη τὶς παραμονὲς τῶν παθῶν Του.

Ἀπολυτίκιον

Ἦχος πλ. α´. Τὸν Συνάναρχον Λόγον.

Τῷ Σωτῆρι ἀμέμπτως διακονήσασαι, αἱ τοῦ Ἁγίου Λαζάρου θεῖαι αὐτάδελφοι, σὺν τῇ Μάρθᾳ τῇ κλεινῇ, Μαρία πάνσεμνε, καὶ τὴν Ἀνάστασιν Αὐτοῦ, σὺν Μυροφόροις Γυναιξί, μαθοῦσαι ἐκ τοῦ Ἀγγέλου, φωτὸς ἐμπλήσθητε θείου, ἡμῖν αἰτοῦσαι τὰ σωτήρια.

 

Δευτέρα 15 Ιουνίου 2026

Άγιος Λουκιλλιανός, Παύλη και τα νήπια Κλαύδιος, Υπάτιος, Παύλος και Διονύσιος 3 Ιουνίου

Αποτέλεσμα εικόνας για Άγιος Λουκιλλιανός, Παύλη και τα νήπια Κλαύδιος, Υπάτιος, Παύλος και Διονύσιος 3 Ιουνίου
Ο Κύριος μας διαβεβαίωσε ότι «τα αδύνατα παρά ανθρώποις δυνατά παρά τω Θεώ εστίν». Δηλαδή, εκείνα που είναι αδύνατο να γίνουν με την ασθενική δύναμη και λογική του ανθρώπου, αυτά είναι κατορθωτά και δυνατά από το Θεό. Πράγματι, ποιος θα περίμενε από έναν άνθρωπο που πέρασε σχεδόν όλη του τη ζωή μέσα στην ειδωλολατρία, της οποίας, μάλιστα, ήταν και ιερέας, να γίνει χριστιανός; Κι όμως. Αυτό συνέβη με το γέροντα ιερέα ειδωλολάτρη Λουκιλλιανό, που έζησε στα χρόνια του βασιλιά Αυρηλιανού το 270 μ.Χ.
Όταν,λοιπόν ο Λουκιλλιανός, άκουσε για πρώτη φορά χριστιανικό κήρυγμα στην πατρίδα του Νικομήδεια, η θεία χάρη δημιούργησε μέσα του πραγματικό σεισμό. Γκρεμίστηκαν σαν χάρτινοι πύργοι οι ειδωλολατρικές του πεποιθήσεις, που τόσο βαθειά ήταν ριζωμένες στην ψυχή του. Τα γεροντικά του μάτια άνοιξαν και με νεανική ζωηρότητα διακήρυξε την πίστη του στο Χριστό. Προσπάθησε, μάλιστα, να φέρει με το κήρυγμα του και άλλες ψυχές σ' Αυτόν. Το γεγονός αυτό καταγγέλθηκε στον κόμη Λιβάνια. Με θάρρος ο Λουκιλλιανός ομολόγησε μπροστά του το Χριστό. Τότε ο κόμης, πιεζόμενος και από τους ειδωλολάτρες ιερείς, που θεώρησαν το Λουκιλλιανό λιποτάκτη της θρησκείας τους, διέταξε και τον βασάνισαν. Έπειτα τον έριξαν στη φωτιά για να καεί, αλλά δυνατή βροχή έσβησε τη φωτιά. Τότε τον έστειλαν στο Βυζάντιο, όπου ο Λουκιλλιανός αξιώθηκε να μαρτυρήσει με σταυρικό θάνατο.
Στη φυλακή μέσα ο Άγιος Λουκιλλιανός βρήκε τέσσερα παιδιά, τον Κλαύδιο, τον Υπάτιο, τον Παύλο και τον Διονύσιο, που για τον ίδιο λόγο ήταν φυλακισμένα και κατόπιν αποκεφαλίστηκαν. Μετά τον θάνατο και του Αγίου, η παρθένος Παύλη, πήρε τα Ιερά του λείψανα και τα ενταφίασε. Τότε όμως, συνελήφθη και αυτή, βασανίζεται σκληρά και στο τέλος αποκεφαλίζεται.
Ἀπολυτίκιον (Κατέβασμα)
Ἦχος α’. Χορός Ἀγγελικός.
Ὡς ἄστρον φαεινόν, ἐκ νυκτὸς τῆς ἀπάτης, ὦ Λουκιλλιανέ, εὐσεβῶς ἀναλάμψας νομίμως ἠγώνισαι καὶ τὸν δόλιον ἔκτεινας· ὅθεν πρέσβευε σὺν τῇ θεόφρονι Παύλῃ καὶ τοῖς τέσσαρσι παισὶ Χριστῷ, ἀθλοφόρε, ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.

Κυριακή 14 Ιουνίου 2026

Άγιος Νικηφόρος ο Ομολογητής Πατριάρχης Κωνσταντινούπολης 2 Ιουνίου


Ο Άγιος Νικηφόρος, γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το758 μ.Χ. Οι γονείς του Θεόδωρος και Ευδοκία άνηκαν σε αρχοντική και επίσημη κοινωνική τάξη αλλά ήταν ευσεβείς και ενάρετοι άνθρωποι οι οποίοι γαλούχησαν τον γιο τους με τα νάματα των Θείων Γραφών. Η προσήλωση μάλιστα του πατέρα του στην ορθή πίστη, έγινε αιτία να διωχθεί και να εξορισθεί από τον εικονομάχο και δυσεβή αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Ε', τον Κυπρώνυμο στη Νίκαια, όπου και πέθανε. Προικισμένος με ιδιαίτερες πνευματικές ικανότητες, απέκτησε μεγάλη θεολογική και θύραθεν εκπαίδευση. Γρήγορα όμως αποσύρθηκε σε ένα κτήμα του στον Βόσπορο, όπου αφοσιώθηκε στην άσκηση και τη μελέτη των Θείων Γραφών. Όμως ο αυτοκράτορας τον υποχρέωσε να αναλάβει τη δ
ιεύθυνση του μεγάλου πτωχοκομείου της Κωνσταντινουπόλεως. Όταν εκοιμήθη ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Ταράσιος, ο αυτοκράτορας Νικηφόρος Α', υπέδειξε ως άξιο διάδοχό του τον Νικηφόρο. και όντως την Κυριακή του Πάσχα του 806 ανήλθε στον Πατριαρχικό Θρόνο. Θρόνος ο οποίος ισοδυναμούσε με Γολγοθά. Έδωσε σκληρούς αγώνες για την τιμή και την προσκύνηση των ιερών Εικόνων. Όταν όμως το 813 μ.Χ. ανέβηκε στο θρόνο της Βασιλεύουσας, ο ασεβής Λέων Ε', ο Αρμένιος, ξέσπασε μεγάλος και απηνής διωγμός κατά των εικονολατρών. Η αγέρωχη στάση και εμμονή του Νικηφόρου στην προστασία της Ορθοδοξίας, προκάλεσε την οργή του αυτοκράτορα, ο οποίος τον απομάκρυνε από τον πατριαρχικό θρόνο. Υπέστη πολλές ταλαιπωρίες και τελικά, αρκετά ταλαιπωρημένος παρέδωσε στο δίκαιο μισθαποδότη Θεό το πνεύμα του στις 2 Ιουνίου 822 μ.Χ.
Ἀπολυτίκιον (Κατέβασμα)
Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Νίκην ἤνεγκε, τὴ Ἐκκλησία, ἡ σὴ ἔνθεος, ὁμολογία, Νικηφόρε Ἱεράρχα θεόληπτε• τὴν γὰρ Εἰκόνα τοῦ Λόγου σεβόμενος, ὑπερορία ἀδίκως ὠμίλησας. Πάτερ Ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἠμὶν τὸ μέγα ἔλεος.

Σάββατο 13 Ιουνίου 2026

Πέρα από την αμαρτία υπάρχει ο άνθρωπος.



«Οὐκ ἦλθον καλέσαι δικαίους, ἀλλὰ ἁμαρτωλοὺς εἰς μετάνοιαν.»
Ο άνθρωπος συνηθίζει να στέκεται μπροστά στο λάθος του αδελφού του και να ξεχνά ολόκληρη την ύπαρξή του. Βλέπει την πτώση και αγνοεί τον αγώνα. Βλέπει το τραύμα και ξεχνά την εικόνα του Θεού που παραμένει ζωντανή μέσα στην ψυχή.
Δεν θέλω να σε μετρήσω από τη χειρότερη στιγμή σου. Δεν θέλω να σε ορίσω από το πάθος που σε πολέμησε ούτε από την αδυναμία που σε λύγισε. Αν ο Χριστός δεν σε απέρριψε, ποιος είμαι εγώ για να σε καταδικάσω;
Η αμαρτία είναι φοβερή όταν δεν μετανοείται. Όμως δεν είναι μεγαλύτερη από το έλεος του Θεού. Το σκοτάδι δεν είναι ισχυρότερο από το φως. Το τραύμα δεν είναι ισχυρότερο από τον Ιατρό. Το πάθος δεν είναι ισχυρότερο από τη Χάρη.
Οι Άγιοι Πατέρες δεν έβλεπαν στους ανθρώπους αυτό που ήταν εκείνη τη στιγμή, αλλά αυτό που μπορούσαν να γίνουν με τη μετάνοια. Εκεί όπου οι πολλοί έβλεπαν έναν αμαρτωλό, ο Θεός έβλεπε έναν μελλοντικό άγιο. Εκεί όπου οι άνθρωποι έβλεπαν το χθες, ο Χριστός έβλεπε την αιωνιότητα.
Γι' αυτό και δεν πρέπει ποτέ να απελπιζόμαστε ούτε για τον εαυτό μας ούτε για κανέναν άλλον. Όσο αναπνέει ο άνθρωπος, η θύρα της μετανοίας παραμένει ανοικτή. Όσο χτυπά η καρδιά, η Χάρις εργάζεται μυστικά. Όσο υπάρχει δάκρυ μετανοίας, υπάρχει ελπίδα σωτηρίας.
Μέσα και στον πιο βυθισμένο αμαρτωλό δεν παύει να υπάρχει η εικόνα του Δημιουργού. Μπορεί να έχει σκοτισθεί, μπορεί να έχει πληγωθεί, αλλά δεν παύει να καλεί τον άνθρωπο στην επιστροφή.
Ο Θεός δεν αγαπά την αμαρτία. Αγαπά όμως ακατάπαυστα τον αμαρτωλό και περιμένει την επιστροφή του με πατρική αγκαλιά.
Η σωτηρία αρχίζει όταν πάψουμε να μετράμε τους ανθρώπους με τα σφάλματά τους και αρχίσουμε να τους βλέπουμε με τα μάτια του Χριστού.
Μην κοιτάς την πτώση. Κοίτα την εικόνα του Θεού.