«Ὁ σπείρων ἐν δάκρυσιν, ἐν ἀγαλλιάσει θεριεῖ.» Ψαλμός 125
Δὲν εἶναι μόνο τὸ χώμα ποὺ χρειάζεται καλλιέργεια. Εἶναι καὶ ἡ καρδιά τοῦ ἀνθρώπου. Γιατί ἡ γῆ, ὅταν μείνει ἀκαλλιέργητη, γεμίζει ἀγκάθια. Καὶ ἡ ψυχή, ὅταν ἀφήσει τὴν προσευχὴ καὶ τὴν ταπείνωση, γεμίζει λογισμούς, σκληρότητα καὶ ψυχρότητα.
Ὁ μοναχὸς ποὺ σκύβει στὴ γῆ γιὰ νὰ φυτέψει, δὲν κάνει μόνο ἕνα χειρωνακτικὸ διακόνημα. Διδάσκει μυστικὰ ὅτι ὁ ἄνθρωπος πλαστῆκε γιὰ νὰ κοπιάζει μὲ εὐλογία, νὰ ἱδρώνει μὲ εὐχαριστία καὶ νὰ μεταμορφώνει τὸν κόπο σὲ δοξολογία Θεοῦ. Τὸ κάθε μικρὸ φυτό ποὺ μπαίνει στὴ γῆ μοιάζει μὲ μία μικρὴ ἐλπίδα ποὺ παραδίδεται στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ.
Στὶς παλιὲς ὀρθόδοξες πολιτείες, οἱ μοναχοὶ ἔσπερναν μὲ τὸ κομποσχοίνι στὸ χέρι. Ἡ γῆ γινόταν προσευχητάρι. Τὸ νερὸ γινόταν εὐλογία. Ὁ ἥλιος γινόταν μάρτυρας τοῦ τίμιου κόπου. Καὶ ὅταν φύτρωνε ὁ καρπός, κανείς δὲν ἔλεγε «τὸ κατάφερα». Ἔλεγαν «Δόξα τῷ Θεῷ».
Ἔτσι σώζεται ὁ ἄνθρωπος. Ὄχι μὲ μεγάλα λόγια καὶ θορύβους, ἀλλὰ μὲ ἥσυχο κόπο, μὲ καθαρὰ χέρια, μὲ προσευχὴ ποὺ ποτίζει τὴν καθημερινότητα. Γιατί ὁ Θεὸς δὲν κοιτάζει πόσο μεγάλο εἶναι τὸ χωράφι μας, ἀλλὰ πόση ταπείνωση ἔχει ἡ καρδιά μας.
Ὁ Ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ Σύρος λέγει: «Ἡ ταπείνωσις καὶ χωρὶς ἔργα πολλὰ συγχωρεῖ ἁμαρτήματα πολλά.»
Καὶ ἴσως τελικὰ αὐτὸς ποὺ φυτεύει μὲ εἰρήνη στὴ γῆ, νὰ φυτεύει τὴν ἴδια ὥρα καὶ λίγη Βασιλεία Θεοῦ μέσα στὸν κόσμο.
Ἂς μάθουμε ξανά νὰ ἀγαποῦμε τὸν εὐλογημένο κόπο, τὴ σιωπή, τὴν ἁπλότητα καὶ τὴν καθαρὴ ζωή. Γιατί ὅπου ὑπάρχει προσευχή, ταπείνωση καὶ τίμιος ἱδρώτας, ἐκεῖ ἀναπαύεται ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ.
Ἡ γῆ δέχεται τὸν σπόρο. Ἡ καρδιὰ ἄραγε δέχεται τὸν Χριστό;
Σὲ ὅλους ἐκείνους ποὺ κοπιάζουν σιωπηλά, μακριὰ ἀπὸ ἐπαίνους καὶ φωνές, καὶ κρατοῦν ἀκόμη λίγη καθαρότητα μέσα στὸν κόσμο.
Στὸν ἥσυχο κόπο τῆς γῆς, πολλὲς φορὲς κρύβεται ἡ πιο καθαρὴ προσευχή.





.jpg)













