Τετάρτη 27 Μαΐου 2026

Ἡ σωτηρία δὲν στηρίζεται εἰς τὴν ἀνθρωπίνην τελειότητα, ἀλλὰ εἰς τὸ ἄπειρον ἔλεος τοῦ Θεοῦ.


Μὴ φοβοῦ· μετ’ ἐμοῦ εἶ
«Ὁ κατοικῶν ἐν βοηθείᾳ τοῦ Ὑψίστου, ἐν σκέπῃ τοῦ Θεοῦ τοῦ οὐρανοῦ αὐλισθήσεται». Ψαλμός Ϟ΄
Υπάρχουν στιγμές όπου ἡ ψυχή πολεμεῖται σιωπηλὰ. Ὄχι μόνο ἀπὸ θλίψεις καὶ δοκιμασίες, ἀλλὰ ἀπὸ λογισμούς σκοτεινούς, ἀπὸ φόβον, ἀπὸ ἀπελπισίαν, ἀπὸ τὴν αἴσθησιν ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἐγκατελείφθη ἀπὸ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Καὶ τότε ὁ πονηρὸς ψιθυρίζει στὴν καρδίαν ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐλπίς, ὅτι ἡ πτώσις εἶναι μεγαλύτερα ἀπὸ τὴν συγχώρησιν, ὅτι ἡ ἀδυναμία ἔγινε τείχος ἀδιάβατον. Ἀλλ’ ὁ Χριστὸς ἤλθεν εἰς τὸν κόσμον διὰ νὰ συντρίψῃ τὰ ἔργα τοῦ διαβόλου καὶ νὰ ἐλευθερώσῃ τὸν ἄνθρωπον ἀπὸ τὴν δουλείαν τοῦ φόβου.
«Θαρσεῖτε· ἐγὼ νενίκηκα τὸν κόσμον». Κατὰ Ἰωάννην ΙϚ΄ 33
Ὁ Τίμιος Σταυρὸς δὲν εἶναι σύμβολον ψυχολογικῆς παρηγορίας, ἀλλὰ ἡ φοβερὰ καὶ παντοδύναμος νίκης τοῦ Θεανθρώπου ἐπὶ τοῦ θανάτου, τῆς ἁμαρτίας καὶ τῶν δαιμονικῶν ἐνεργειῶν. Ὅταν ὁ πιστὸς ἐπικαλεῖται μὲ πίστιν τὸ Πανάγιον Ὄνομα τοῦ Κυρίου, οἱ δυνάμεις τοῦ σκότους τρέμουσι, διότι «ἵνα ἐν τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ πᾶν γόνυ κάμψῃ ἐπουρανίων καὶ ἐπιγείων καὶ καταχθονίων». Πρὸς Φιλιππησίους Β΄ 10
Διὰ τοῦτο ἀποκηρύσσομεν πᾶσαν ἐνέργειαν φόβου, συγχύσεως, βαρείας θλίψεως καὶ ἀπελπισίας, ἥτις ἐπιχειρεῖ νὰ πολεμήσῃ τὴν ψυχήν. Οὐδεμία κατάκρισις δύναται νὰ σταθῇ ἐνώπιον τοῦ Αἵματος τοῦ Ἀρνίου. Οὐδεμία πτώσις εἶναι ἰσχυροτέρα τοῦ θείου ἐλέους. Διότι «ἐὰν αἱ ἁμαρτίαι ὑμῶν ὦσιν ὡς φοινικοῦν, ὡς χιόνα λευκανῶ». Ἡσαΐας Α΄ 18
Ὁ διάβολος ἐπιχειρεῖ νὰ κρατᾷ τὸν ἄνθρωπον δεμένον μὲ τὴν μνήμην τῶν πτώσεων του, ἀλλ’ ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ κηρύττει μετάνοιαν, συγχώρησιν καὶ ἀνάστασιν ψυχῆς. Διότι ὁ Κύριος δὲν ἀπέθανεν διὰ δικαίους, ἀλλὰ «ἁμαρτωλοὺς εἰς μετάνοιαν». Κατὰ Λουκᾶν Ε΄ 32
Καὶ ὅταν ἡ καρδία κουρασθῇ ἀπὸ τοὺς πολέμους τῆς ζωῆς, ὅταν οἱ λογισμοὶ γίνωνται βαρεῖς καὶ ἡ νὺξ τῆς θλίψεως μακραίνη, τότε ὁ Χριστὸς πλησιάζει τὸν συντετριμμένον ἄνθρωπον μὲ θείαν πραότητα.
«Δεῦτε πρός με πάντες οἱ κοπιῶντες καὶ πεφορτισμένοι, κἀγὼ ἀναπαύσω ὑμᾶς». Κατὰ Ματθαῖον ΙΑ΄ 28
Οἱ Ἅγιοι Πατέρες διδάσκουν ὅτι ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ φανερώνεται περισσότερο εἰς τὴν ταπείνωσιν καὶ εἰς τὴν ἀσθένειαν τοῦ ἀνθρώπου. Ὅπου ὁ κόσμος βλέπει ἀδυναμίαν, ἐκεῖ ὁ Θεὸς ἐνεργεῖ μυστικῶς τὴν σωτηρίαν. Διὰ τοῦτο καὶ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἀναφωνεῖ·
«Ἡ γὰρ δύναμίς μου ἐν ἀσθενείᾳ τελειοῦται». Πρὸς Κορινθίους Β΄ ΙΒ΄ 9
Μὴ πιστεύσῃς ποτέ ὅτι ὁ Θεὸς σὲ ἐγκατέλειψεν. Μὴ δεχθῇς τὸ ψεῦδος ὅτι ἡ χάρις ἔφυγεν ἀπὸ σὲ διὰ τὰς πτώσεις σου. Ἡ σωτηρία δὲν στηρίζεται εἰς τὴν ἀνθρωπίνην τελειότητα, ἀλλὰ εἰς τὸ ἄπειρον ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Ὁ πιστὸς ἀγωνίζεται, μετανοεῖ, σηκώνεται καὶ συνεχίζει τὸν δρόμον τοῦ Σταυροῦ, γνωρίζων ὅτι ὁ Κύριος εἶναι πλησίον.
«Κύριος ἐγγὺς τοῖς συντετριμμένοις τὴν καρδίαν». Ψαλμός ΛΓ΄
Καμία δαιμονικὴ ἐπίθεσις δὲν εἶναι ἰσχυροτέρα ἀπὸ τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ. Καμία θλίψις δὲν δύναται νὰ χωρίσῃ τὸν πιστὸν ἀπὸ τὴν ἀγάπην τοῦ Χριστοῦ.
«Πέπεισμαι γὰρ ὅτι οὔτε θάνατος οὔτε ζωή, οὔτε ἄγγελοι οὔτε ἀρχαί, οὔτε δυνάμεις, οὔτε ἐνεστῶτα οὔτε μέλλοντα… δυνήσεται ἡμᾶς χωρίσαι ἀπὸ τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ». Πρὸς Ρωμαίους Η΄ 38-39
Ἀς μὴν φοβηθῇ λοιπόν ἡ ψυχή. Ἀς κρατήσῃ τὸ κομποσχοίνι, τὴν προσευχήν, τὴν μετάνοιαν καὶ τὴν ἐλπίδα. Ὁ Χριστὸς δὲν ἐγκαταλείπει ἐκεῖνον ποὺ Τὸν ἐπικαλεῖται μὲ συντετριμμένην καρδίαν. Μέσα στὸ σκότος τοῦ κόσμου, ἡ χάρις Του παραμένει φῶς ἀνέσπερον, παρηγορία, δύναμις καὶ σωτηρία.
«Μὴ φοβοῦ, μόνον πίστευε». Κατὰ Μάρκον Ε΄ 36
Ἡ εἰρήνη τοῦ Χριστοῦ νὰ σκεπάζῃ κάθε κουρασμένη ψυχή, κάθε οἰκογένεια ποὺ δοκιμάζεται, κάθε καρδία ποὺ πολεμεῖται μυστικὰ μέσα στὴν νύκτα. Καὶ ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος, ἡ πλατυτέρα τῶν οὐρανῶν, νὰ γίνεται σκέπη, παρηγορία καὶ ἀκαταίσχυντος προστασία εἰς πάντας τοὺς πιστούς.
«Ὑπὸ τὴν σὴν εὐσπλαγχνίαν καταφεύγομεν, Θεοτόκε Παρθένε». Ἀρχαία προσευχὴ τῆς Ἐκκλησίας
«Ὁ Θεὸς μεθ’ ἡμῶν· γνῶτε ἔθνη καὶ ἡττᾶσθε». Μέγα Ἀπόδειπνον
Στὴν θύελλα τῶν λογισμῶν, κράτα τὸ Ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ. Ἐκεῖ τελειώνει ὁ φόβος.

ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΣΙΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΠΑΧΩΜΙΟΥ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΚΑΙ ΑΓΙΟΥ ΑΧΙΛΛΕΙΟΥ ΛΑΡΙΣΗΣ (15 Μαΐου)



Παχωμίου του Μεγάλου και Αχιλλείου Λαρίσης



Παραθέτουμε το συναξάρι της ημέρας από το Συναξαριστή του Αγίου Νικοδήμου:



Μνήμη του Οσίου Πατρός ημών Παχωμίου

Αυτός ο Όσιος Πατέρας μας Παχώμιος καταγόταν από την Αίγυπτο της κάτω Θηβαΐδας και ζούσε κατά τους χρόνους του Μεγάλου Κωνσταντίνου στα 323. Ήταν γιος ασεβών γονέων, οι οποίοι προσκυνούσαν τα είδωλα. Ο Άγιος πηγαίνοντας μια φορά μαζί με τους γονείς του στο ναό των ειδώλων, άκουσε τον υπηρέτη του ναού να λέει στους γονείς του, που πρόσφεραν θυσία στα είδωλα: “πάρτε από δω τον εχθρό των Θεών και διώξτε τον”. Το έλεγε αυτό για τον Παχώμιο. Επειδή, όπως φαίνεται, φοβόταν το δαιμόνιο, που κατοικούσε στο ναό, τη μέλλουσα αρετή του Αγίου. Όταν μάλιστα ο Άγιος ήπιε από το κρασί, που προσφέρθηκε στο δαίμονα, το ξέρασε αμέσως. Όταν ο Άγιος ενηλικιώθηκε, συναριθμήθηκε με τα Βασιλικά στρατεύματα και μετά από λίγο καιρό άφησε τη στρατιωτική τάξη και πήγε στην ανώτερη Θηβαΐδα και αμέσως έλαβε το Άγιο Βάπτισμα. Έπειτα ντύθηκε το μοναχικό σχήμα και έτρεξε στην έρημο. Όταν λοιπόν πήγαινε κατά τον τόπο της Ταβεννησίας, του ήρθε φωνή από τον Ουρανό, η οποία φανέρωνε, ότι ο τόπος εκείνος ήταν κατάλληλος για να χτιστεί μοναστήρι και ότι έμελλε να συναχθεί σ’ αυτό πλήθος μοναχών. Ο Όσιος έχτισε εκεί το μοναστήρι του. Με το πέρασμα του καιρού, έτρεξαν στο μοναστήρι πολλοί αδελφοί και έγιναν μοναχοί, ανάμεσα στους οποίους και ο αγιασμένος Θεόδωρος ο μαθητής του, ο οποίος ήταν ζηλωτής του βίου και της αρετής του Οσίου Παχωμίου και τόσο πολύ καθαρίστηκε με την απάθεια και σε τόσο ύψος θεωρίας ανέβηκε, ώστε έβλεπε τις καθαρές ψυχές των Αγίων, όταν ανέβαιναν στον Ουρανό και έβλεπε σαν να ήταν παρόντα εκείνα, που γίνονταν σε μακρινά μέρη και πρόλεγε σαν ενεστώτα εκείνα, που έμελλαν να συμβούν.

Τρίτη 26 Μαΐου 2026

Ο διασυρμός της πατρίδας και της πίστεως.


 
«Στήκετε, καὶ κρατεῖτε τὰς παραδόσεις ἃς ἐδιδάχθητε». Β΄ Θεσσαλονικεῖς β´ 15
Υπάρχει μία βαθιά πληγή μέσα στον σύγχρονο άνθρωπο. Δεν είναι μόνο η φτώχεια, ούτε η ανασφάλεια, ούτε η σύγχυση των καιρών. Είναι ότι έπαψε να ντρέπεται όταν ακούει να βλασφημείται ο Θεός και να εξευτελίζεται η πατρίδα του. Έπαψε να πονά όταν γελοιοποιούνται οι ήρωες, οι μάρτυρες, οι άγιοι, οι πρόγονοι που κράτησαν αυτόν τον τόπο όρθιο με αίμα, δάκρυ και ομολογία πίστεως.
Φτιάξαμε κοινωνία χωρίς ιερότητα. Έναν κόσμο όπου ο χλευασμός έγινε «τέχνη», η ασέβεια βαφτίστηκε «ελευθερία», και η αποστασία παρουσιάζεται ως πρόοδος. Κάθε άνθρωπος που σηκώνεται να υπερασπιστεί Χριστό και πατρίδα χαρακτηρίζεται ακραίος, ενώ εκείνοι που πολεμούν την Ορθοδοξία και την ελληνορθόδοξη συνείδηση προβάλλονται ως φωτισμένοι και προοδευτικοί.
 
Και όλα αυτά δεν γεννήθηκαν τυχαία. Είναι καρπός της απομακρύνσεως του ανθρώπου από τον Θεό και από τις ιερές ρίζες του Γένους. Όταν ο άνθρωπος κόβεται από την χάρη του Θεού, χάνει μαζί και το φρόνημα, την διάκριση και την πνευματική του όραση. Ο άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος διδάσκει ότι όπου απομακρύνεται ο Χριστός, εκεί εισέρχεται η πλάνη και η σύγχυση. Η αποστασία λοιπόν δεν είναι απλώς κοινωνικό φαινόμενο αλλά πνευματική νόσος. Είναι η άρνηση της αληθείας του Θεού και της Ιεράς Παραδόσεως.
Ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός προειδοποιούσε ότι θα έρθουν χρόνια όπου οι άνθρωποι θα χάσουν την ευλάβεια και θα θεωρούν το σκοτάδι φως. Και πράγματι, ζούμε εποχές όπου το παιδί μεγαλώνει χωρίς προσευχή, χωρίς μνήμη, χωρίς ρίζες. Μαθαίνει περισσότερα από μία οθόνη παρά από το Ευαγγέλιο. Ξέρει πρόσωπα της τηλεοράσεως αλλά αγνοεί τους Νεομάρτυρες του Γένους. Γνωρίζει τραγούδια της αμαρτίας αλλά δεν έμαθε ποτέ έναν ψαλμό του Δαυίδ.
Η παιδεία, αντί να μορφώνει ψυχές, συχνά απογυμνώνει τα παιδιά από την ορθόδοξη συνείδηση. Η αγάπη προς την πατρίδα παρουσιάζεται ως δήθεν σκοταδισμός, ενώ η ομολογία της πίστεως θεωρείται παρωχημένη. Όμως η Ρωμηοσύνη δεν οικοδομήθηκε πάνω στην άρνηση του Χριστού. Το Γένος αυτό στάθηκε ζωντανό επειδή υπήρξαν πατέρες που κρατούσαν κομποσχοίνι, μανάδες που άναβαν καντήλι, ιερείς που λειτουργούσαν κρυφά και αγωνιστές που κοινωνούσαν πριν τη μάχη.
Ο αποκομμένος από τον Χριστό ευρωπαϊκός πολιτισμός ως ανθρωποκεντρική πτώση οδηγεί τον άνθρωπο στην πνευματική ερήμωση. Όταν ο άνθρωπος

Πώς θα υπερνικήσουμε τα πάθη;



«Μακάριοι οἱ καθαροὶ τῇ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοὶ τὸν Θεὸν ὄψονται».
Καὶ πάλιν· «Νήψατε, γρηγορήσατε».
Ο αγώνας κατά των παθών δεν αρχίζει από τα μεγάλα έργα που φαίνονται στους ανθρώπους, αλλά από την κρυφή εργασία της καρδιάς. Εκεί όπου ο άνθρωπος παλεύει με τους λογισμούς του, με την φιλαυτία του, με την αμέλειά του και με το θέλημά του. Διότι δεν είναι αληθινός ναός του Θεού εκείνος που μόνο εξωτερικά φαίνεται ευλαβής, αλλά εκείνος που καθάρισε το εσωτερικό του από την ταραχή των παθών και έγινε κατοικητήριο της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος.
Ο Άγιος Γρηγόριος ο Σιναΐτης διδάσκει ότι τρεις αρετές συγκρατούν τον άνθρωπο επάνω στην οδό της σωτηρίας: η εγκράτεια, η σιωπή και η αυτομεμψία. Δηλαδή να περιορίζει κανείς το σώμα του, να φυλάγει τη γλώσσα του και να κατηγορεί πρώτα τον εαυτό του αντί να δικαιώνει τον λογισμό του. Αυτές οι αρετές στηρίζουν η μία την άλλη σαν τρεις πέτρες θεμελίου. Από αυτές γεννιέται η καθαρή προσευχή και η καρδιά αρχίζει σιγά σιγά να μαλακώνει από την παρουσία του Θεού.
Η εγκράτεια δεν είναι απλώς λιγότερο φαγητό. Είναι η άρνηση της δουλείας στην επιθυμία. Όταν ο άνθρωπος μάθει να σταματά πριν από τον κόρο, τότε αρχίζει να αποκτά εξουσία επάνω στον εαυτό του. Οι Πατέρες γνώριζαν ότι από την γαστριμαργία ανοίγει δρόμος για όλα τα υπόλοιπα πάθη, επειδή η ψυχή συνηθίζει να ζητά συνεχώς ικανοποίηση. Γι’ αυτό και η νηστεία στην Ορθόδοξη Παράδοση δεν είναι δίαιτα, αλλά πνευματικό φρένο στην αχαλίνωτη επιθυμία.
Η σιωπή επίσης δεν σημαίνει μόνο να μη μιλά ο άνθρωπος. Σημαίνει να πάψει η καρδιά να θορυβεί από κρίσεις, φαντασίες και περιττούς λογισμούς. Πολλές φορές ο διάβολος νικά περισσότερο με τις αργολογίες και την ταραχή παρά με τις μεγάλες αμαρτίες. Όπου υπάρχει σιωπή με διάκριση, εκεί γεννιέται η νήψη και εκεί ακούγεται καθαρότερα η φωνή της συνειδήσεως.
Και πάνω από όλα η αυτομεμψία. Να λέγει ο άνθρωπος «εγώ φταίω». Όχι από απελπισία, αλλά από ταπείνωση. Διότι ο ταπεινός δεν πολεμά μόνος του. Η Χάρις του Θεού στέκεται δίπλα του. Όσο ο άνθρωπος δικαιώνει τον εαυτό του, μένει κλειστός στην ενέργεια του Θεού. Όταν όμως ταπεινωθεί αληθινά, τότε αρχίζει η θεραπεία της ψυχής.
Τα πάθη δεν νικιούνται μέσα σε μία ημέρα. Θέλουν πόνο, επιμονή, μετάνοια και συνεχή επιστροφή στον Θεό. Κάθε μικρή νίκη απέναντι στον λογισμό, κάθε εγκρατής στιγμή, κάθε σιωπηλή προσευχή, κάθε δάκρυ μετανοίας, είναι ένα βήμα προς την ελευθερία της ψυχής. Και τότε ο άνθρωπος δεν γίνεται απλώς οικοδομικό υλικό του θείου ναού, αλλά ζωντανός ναός του Αγίου Πνεύματος.
«Πᾶντα ἰσχύω ἐν τῷ ἐνδυναμοῦντί με Χριστῷ».
Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Σιναΐτης
Μέσα στην ησυχία και στην ταπείνωση, ο άνθρωπος αρχίζει να ακούει ξανά τον Θεό μέσα του.
Γιατί τα πάθη δεν νικιούνται με δύναμη ανθρώπινη, αλλά με καρδιά συντετριμμένη και Χάρη Θεού.

Άγιος Ισίδωρος που μαρτύρησε στη Χίο 14 Μαΐου

Ιερά Λείψανα: Η Κάρα και μεγαλύτερο μέρος των Λειψάνων του Αγίου βρίσκονται στο ομώνυμο Παρεκκλήσιο του ρωμαιοκαθολικού Καθεδρικού Ναού Αγίου Μάρκου Βενετίας.
Αποτέλεσμα εικόνας για Άγιος Ισίδωρος που μαρτύρησε στη Χίο 14 ΜαΐουΑποτμήματα του Ιερού Λειψάνου του Αγίου βρίσκονται στη Μητρόπολη Χίου και στη Μονή Φιλοθέου Αγίου Όρους.

Ο Άγιος Ισίδωρος ήταν ναύτης του βασιλικού στόλου, στα χρόνια του αυτοκράτορα Δεκίου, και καταγόταν από την Αλεξάνδρεια.
Κάποια μέρα που η μοίρα του στόλου ήταν αγκυροβολημένη στη Χίο, καταγγέλθηκε από τον κεντυρίων Ιούλιο στο Ναύαρχο Νουμέριο ότι ο Ισίδωρος είναι χριστιανός. Ο Νουμέριος δεν άργησε να ακούσει το ίδιο και από τον ίδιο τον Ισίδωρο, όταν τον προσκάλεσε να ομολογήσει. Τότε τον έδειραν σκληρά και κατόπιν τον έριξαν στη φυλακή.
Ο πατέρας του μόλις έμαθε το γεγονός αυτό, αμέσως κίνησε για τη Χίο, πολύ στενοχωρημένος, διότι ο γιος του εγκατέλειψε την πατροπαράδοτη ειδωλολατρική θρησκεία. Όταν έφθασε στη Χίο, δε δυσκολεύτηκε να δει το γιο του. Ο Ισίδωρος, μόλις αντίκρισε τον πατέρα του, με πολλή ευλάβεια και στοργή τον ασπάσθηκε συγκινημένος. Το ίδιο έκανε και ο πατέρας του, αλλά δεν άργησε να εκφράσει και τη θλίψη του γι' αυτόν. Ο Ισίδωρος του είπε ότι μάλλον έπρεπε να χαίρεται, διότι είδε το φως που προσφέρει ο Ιησούς Χριστός. Ο πατέρας του τον παρακάλεσε θερμά να επιστρέψει στην ειδωλολατρία, αλλά ο Ισίδωρος έμεινε αμετακίνητος στην πίστη του. Τότε, οργισμένος αυτός, τον καταράστηκε και παρότρυνε το Νουμέριο να τον θανατώσει το συντομότερο. Και πράγματι, ο Ισίδωρος μετά από διάφορα βασανιστήρια αποκεφαλίσθηκε. Έτσι, επαληθεύεται ο λόγος του Κυρίου, ότι «παραδώσει εἰς θάνατον πατὴρ τέκνον» (Ματθαίου Ι' 21). Δε θα είναι, δηλαδή, μόνο οι ξένοι εναντίον των αγωνιζομένων χριστιανών, αλλά και οι άνθρωποι του σπιτιού τους. Και θα παραδώσει στο θάνατο ο άπιστος πατέρας το πιστό παιδί του.

Δευτέρα 25 Μαΐου 2026

«Γενηθήτω τὸ θέλημά Σου»


Το θέλημα του Θεού δεν είναι ένας σκληρός νόμος που καταπιέζει τον άνθρωπο, αλλά η οδός που τον επιστρέφει στην αληθινή του φύση.
Όσο ο άνθρωπος ακολουθεί το δικό του θέλημα, νομίζει πως βαδίζει ελεύθερος, όμως πολλές φορές οδηγείται σε εσωτερική σύγχυση, σε κόπωση της ψυχής και σε αδιέξοδο που δεν εξηγείται με λόγια. Διότι η καρδιά που απομακρύνεται από τον Θεό, ακόμη κι αν γεμίσει από επιθυμίες και επιτεύγματα, μένει χωρίς ανάπαυση.
Το Γεροντικόν διασώζει μία μεγάλη πατερική αλήθεια διά στόματος του Αββά Ισιδώρου, ότι η σοφία των Αγίων ήταν πως εγνώρισαν το θέλημα του Θεού και παρέδωσαν τον εαυτό τους ολοκληρωτικά εις Αυτόν. Εκεί βρίσκεται το μυστήριο της πνευματικής νίκης. Όχι στην ανθρώπινη δύναμη, ούτε στην αυτάρκεια του νου, αλλά στην υπακοή της αληθείας. «Γενηθήτω τὸ θέλημά Σου» δεν είναι απλώς λόγος προσευχής, αλλά ολόκληρη στάση ζωής, που συντρίβει τον εγωισμό και ανοίγει την καρδιά στην χάρη του Αγίου Πνεύματος.
Ο άνθρωπος πλάσθηκε «κατ’ εἰκόνα καὶ καθ’ ὁμοίωσιν» Θεοῦ. Το «κατ’ εικόνα» το έλαβε ως δωρεά. Το «καθ’ ομοίωσιν» όμως γίνεται αγώνας, σταυρός και ελεύθερη συγκατάθεση της ψυχής στο θείο θέλημα. Γι’ αυτό και ο Άγιος Διάδοχος Φωτικής διδάσκει ότι μόνο εκείνοι που από πολλή αγάπη υπέταξαν την ελευθερία τους στον Θεό, γίνονται πραγματικά όμοιοι με Εκείνον. Διότι τότε παύουν να ανήκουν στον εαυτό τους και γίνονται κατοικητήριο της θείας παρουσίας.
Η μεγαλύτερη πλάνη της εποχής μας είναι ότι ο άνθρωπος θεωρεί ελευθερία το να κάνει ό,τι θέλει. Όμως οι Άγιοι γνώριζαν ότι αληθινά ελεύθερος είναι εκείνος που νίκησε το ίδιο του το θέλημα και έμαθε να λέγει με ταπείνωση «Κύριε, όπως Εσύ θέλεις». Τότε η ψυχή ειρηνεύει. Τότε ακόμη και οι θλίψεις μεταμορφώνονται σε μυστική παρηγορία. Διότι ο Θεός δεν οδηγεί τον άνθρωπο στην απώλεια, αλλά στην σωτηρία, έστω κι αν ο δρόμος περνά μέσα από δοκιμασίες και δάκρυα.
«Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ.» (Ματθ. 16,24)
«Δίδαξόν με τοῦ ποιεῖν τὸ θέλημά Σου, ὅτι Σὺ εἶ ὁ Θεός μου.» (Ψαλμός 142)
Η οδός του Θεού δεν είναι πάντοτε εύκολη, είναι όμως η μόνη που δεν αφήνει την ψυχή άδεια στο τέλος. Εκείνος που εμπιστεύεται τον εαυτό του στον Χριστό, ακόμη κι αν πέσει, ακόμη κι αν λυγίσει, δεν χάνεται. Διότι η υπακοή στο θείο θέλημα γεννά μέσα στον άνθρωπο μία άλλη ζωή, μία ειρήνη που ο κόσμος δεν μπορεί να δώσει.
«Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ὅταν κατοικήσῃ εἰς τὴν ψυχήν, ποιεῖ τὸν ἄνθρωπον νὰ λησμονῇ τὸ ἴδιον θέλημα.» Ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ Σύρος
Να μάθει η καρδιά μας να μην ζητά πάντοτε αυτό που θέλει, αλλά αυτό που σώζει.
Σιωπηλά ευλογημένος είναι ο άνθρωπος που αφήνει το χέρι του μέσα στο χέρι του Θεού.

 

«Ὁ ἐλεῶν πτωχὸν δανείζει Θεῷ.»


Η ελεημοσύνη που γίνεται με ταπείνωση ανοίγει μυστικά τον ουρανό
«Ὁ ἐλεῶν πτωχὸν δανείζει Θεῷ.» λέγει η Αγία Γραφή. Και ο λόγος αυτός δεν είναι σχήμα ανθρώπινης παρηγορίας, αλλά αποκάλυψη θεϊκή. Διότι κάθε πονεμένος άνθρωπος που συναντούμε στον δρόμο της ζωής γίνεται μυστικά εικόνα του Χριστού. Γι’ αυτό και ο Κύριος είπε· «ἐφ’ ὅσον ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοὶ ἐποιήσατε». Όταν λοιπόν βλέπεις έναν άνθρωπο σκυμμένο από τη θλίψη, κουρασμένο από την φτώχεια, πληγωμένο από την εγκατάλειψη, μην σκληρύνεις την καρδιά σου ούτε να προσπερνάς βιαστικά σαν να μη συμβαίνει τίποτε. Στάσου λίγο με συμπόνια. Δώσε έναν λόγο πραότητος, ένα κομμάτι ψωμί, ένα ποτήρι νερό, ένα βλέμμα γεμάτο έλεος. Αυτά τα μικρά, που ο κόσμος θεωρεί ασήμαντα, γίνονται ενώπιον του Θεού θυμίαμα ευωδίας πνευματικής.
Οι Άγιοι Πατέρες διδάσκουν πως η ελεημοσύνη δεν σώζει μόνο εκείνον που λαμβάνει, αλλά κυρίως εκείνον που προσφέρει. Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέγει ότι τα χέρια του φτωχού γίνονται θυσιαστήριο Χριστού. Εκεί ακουμπά ο άνθρωπος το περίσσευμα της αγάπης του και εκεί δοκιμάζεται αν η καρδιά του ζει πραγματικά μέσα στην χάρη. Διότι εύκολο είναι να μιλούμε για πίστη, αλλά δύσκολο να πονέσουμε αληθινά για τον άλλον. Η αληθινή αγάπη δεν ζητά ανταπόδοση, ούτε περιμένει επαίνους. Κάνει το καλό κρυφά, όπως διδάσκει το Ιερό Ευαγγέλιο· «μὴ γνώτω ἡ ἀριστερά σου τί ποιεῖ ἡ δεξιά σου». Η κρυφή ελεημοσύνη γίνεται μυστική συνομιλία της ψυχής με τον Θεό.
Μην εξετάζεις ποιος είναι ο άνθρωπος που υποφέρει, ούτε αν αξίζει βοήθεια κατά την ανθρώπινη κρίση. Ο Χριστός δεν μας δίδαξε να ανακρίνουμε τον πόνο, αλλά να τον θεραπεύουμε. Η καρδιά που ελεεί μοιάζει με την καρδιά του Θεού. Και όπως ο ήλιος φωτίζει δικαίους και αδίκους, έτσι και η χριστιανική αγάπη απλώνεται χωρίς διάκριση. Ο Άγιος Ισαάκ ο Σύρος γράφει ότι ελεήμων είναι εκείνος που καίγεται η καρδιά του για όλη την κτίση, για ανθρώπους, για ζώα, ακόμη και για τους εχθρούς του. Αυτή είναι η οδός της θεώσεως. Να γίνει ο άνθρωπος κατοικητήριο της αγάπης του Θεού.
Και όταν κουραστείς από τις δυσκολίες της ζωής και νομίσεις πως άδειασε η δύναμή σου, τότε να θυμάσαι πως η καλοσύνη δεν εξαντλεί τον άνθρωπο, αλλά τον ανασταίνει. Τα πλούτη αυτού του κόσμου χάνονται σαν καπνός, όμως η αγάπη μένει αιώνια ενώπιον του Θεού. Η ελεήμων ψυχή λαμβάνει μυστικά παρηγορία από το Άγιο Πνεύμα. Μια ειρήνη ανεξήγητη, μια χαρά ήσυχη και βαθιά, που δεν γεννιέται από ανθρώπινες επιτυχίες αλλά από την επίσκεψη της θείας χάριτος μέσα στην καρδιά. Εκεί καταλαβαίνει ο άνθρωπος πως τίποτε δεν είναι πιο δυνατό από την αγάπη που γίνεται θυσία.
«Μακάριοι οἱ ἐλεήμονες, ὅτι αὐτοὶ ἐλεηθήσονται.»
Όταν η καρδιά μαλακώνει για τον πόνο του άλλου, τότε αρχίζει να κατοικεί μέσα της ο Θεός.

Άγιοι Ιβηρίτες Μοναχοί οι Οσιομάρτυρες 13 Μαΐου



Ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου Μιχαήλ Η' Παλαιολόγος (1259 - 1282 μ.Χ.), για να επιτύχει την παρέμβαση του Πάπα Γρηγορίου Ι' (1271 - 1276 μ.Χ.) και αργότ
ερα του Ιωάννου Κ' (1276 - 1277 μ.Χ.) προς τον Κάρολο τον Ανδεγαβικό προκειμένου να σταματήσει τις επιθέσεις του κατά του Βυζαντίου, προσχώρησε στην ένωση των δύο Εκκλησιών, που διακηρύχθηκε στις 6 Ιουνίου του 1274 μ.Χ. στη Σύνοδο της Λυών της Γαλλίας. Η πράξη όμως αυτή του αυτοκράτορα εξήγειρε εσωτερικό πόλεμο που κράτησε μέχρι το 1281 μ.Χ., διότι τόσο ο κλήρος, όσο και ο λαός, αντετάχθησαν σθεναρά κατά της ενωτικής αυτής πολιτικής. Ο αυτοκράτορας μεταχειρίσθηκε εναντίον των αντιφρονούντων αυστηρά μέτρα: βαριές φορολογίες και κατασχέσεις, δημόσιες τιμωρίες και περιυβρίσεις. Βοηθούμενος δε και από τον λατινόφρονα Πατριάρχη Ιωάννη ΙΑ' Βέκκο (1275 - 1282 μ.Χ.), επιχείρησε να επιβάλει την ένωση βίαια. Θύματα της βίας αυτής υπήρξαν οι Ιβηρίτες μοναχοί, οι οποίοι, δεν υπάκουσαν στις πατριαρχικές και αυτοκρατορικές διαταγές περί αποδοχής της ενώσεως, αλλά με πνευματική ανδρεία έλεγξαν αυτούς για την ανορθόδοξη πολιτική τους, συνελήφθησαν και ρίχθηκαν στη θάλασσα, όπου βρήκαν μαρτυρικό θάνατο.

 

Αγία Γλυκερία 13 Μαΐου


Η Αγία Γλυκερία γεννήθηκε στην Τραϊανούπολη το 2ον μ.Χ. αι., όταν αυτοκράτορας ήταν ο Αντωνίνος ο Ευσεβής (138 - 161 μ.Χ.). Ο πατέρας της ονομαζόταν Μακάριος και είχε διατελέσει ύπατος. Σε μικρή ηλικία, ασπάσθηκε το Χρισ
τιανισμό και ανέπτυξε έντονη χριστιανική και κατηχητική δράση.
Όταν πληροφορήθηκε το γεγονός ο ηγεμόνας Σαββίνος, την κάλεσε να παρουσιασθεί μπροστά του. Με μεγάλη προθυμία η Αγία εμφανίσθηκε σ' εκείνον, έχοντας σημειώσει στο μέτωπό της τον Τίμιο Σταυρό και δεν δίστασε να ομολογήσει με παρρησία και σθένος την πίστη της στο Σωτήρα και Λυτρωτή Ιησού Χριστό. Εκείνος έξαλλος την οδήγησε με τη βία στον ειδωλολατρικό ναό για να προσευχηθεί και να θυσιάσει στο είδωλα. Εκεί η Γλυκερία αφού προσευχήθηκε θερμά, συνέτριψε το άγαλμα του Δία. Εξοργισμένοι οι ειδωλολάτρες, την έσυραν έξω και τη λιθοβόλησαν με μανία. Όμως ούτε μία πέτρα δεν άγγιξε την Αγία, με αποτέλεσμα πολλοί να πιστεύσουν στο Χριστό. Στη συνέχεια, αφού υπέστη διάφορα βασανιστήρια ρίχθηκε στη φυλακή, όπου κατήχησε και έφερε στη χριστιανική πίστη το δεσμοφύλακά της Λαοδίκιο, ο οποίος εν συνεχεία ομολόγησε με θάρρος την πίστη του και μαρτύρησε για το Χριστό. Αμετάπειστος ο τύραννος, διέταξε να βασανίσουν εκ νέου τη Γλυκερία και έπειτα να τη ρίξουν στο άγρια θηρία. Όμως και εκείνα την σεβάστηκαν, αν και ένα εξ' αυτών τη δάγκωσε με αποτέλεσμα η Αγία να παραδώσει σε ολίγες ημέρες το πνεύμα της στον αθλοθέτη Κύριο.
Το ιερό λείψανό της παρέλαβε ο Επίσκοπος της Ηρακλείας Δομίτιος και το τοποθέτησε σε ευπρεπή τόπο κοντά στην πόλη. Μαρτυρώνται δε πολλά θαύματα, ιάσεων και θεραπείες δαιμονισμένων, τα οποία επιτελούσε η Αγία σε όσους με πίστη κατέφευγαν να προσκυνήσουν το Ιερό λείψανό της.
Ἀπολυτίκιον (Κατέβασμα)
Ἦχος γ’. Τὴν ὡραιότητα.
Τὴν καλλιπάρθενον, Χριστοῦ τιμήσωμεν, τὴν ἀριστεύσασαν πόνοις ἀθλήσεως, καὶ ἀσθενείᾳ τῆς σαρκός, τὸν ὄφιν καταβαλοῦσαν· πόθω γὰρ τοῦ Κτίσαντος, τῶν βασάνων τὴν ἔφοδον, παρ’ οὐδὲν ἡγήσατο, καὶ θεόθεν δεδόξασται· πρὸς ἣν ἀναβοήσωμεν πάντες, χαίροις θεόφρον Γλυκερία.

Κυριακή 24 Μαΐου 2026

Άγιος Επιφάνιος Επίσκοπος Κωνσταντίας και Αρχιεπίσκοπος Κύπρου 12 Μαΐου


 
Ιερά Λείψανα: Αποτμήματα του Ιερού Λειψάνου του Αγίου βρίσκονται στις Μονές Ιβήρων Αγίου Όρους και Κύκκου Κύπρου.

Ο Άγιος Επιφάνιος γεννήθηκε από πάμπτωχη οικογένεια Ιουδαίων αγροτών, στο χωρίο Βησανδούκη (ή Βησανδούκ), κοντά στην Ελευθερούπολη της Παλαιστίνης το 310 μ.Χ. (Κυπριακή λαϊκή παράδοση αναφέρει, πως ο Άγιος Επιφάνιος γεννήθηκε στον Καλοπαναγιώτη της Κύπρου, ένα χωριό της Μαραθάσας και μεγάλωσε στη Βησανδούκη). Οι γονείς του είχαν ακόμη ένα παιδί, την Καλλίτροπο.
Μετά το θάνατο των γονέων του και σε ηλικία δέκα ετών, ο Επιφάνιος προσελκύεται στο χριστιανισμό από δύο περίφημους για τις γνώσεις και τον ασκητισμό μοναχούς, το Λουκιανό και τον Ιλαρίωνα. Επτά μέρες ύστερα από το βάπτισμα του, ο Επιφάνιος τακτοποίησε την αδελφή του σ' ένα γυναικείο μοναστήρι κι έφυγε για την έρημο της Παλαιστίνης. Εκεί ζει κοντά στους επιφανέστερους ασκητές, ασκούμενος στην εγκράτεια, την άσκηση και στη μελέτη των Θείων Γραφών, γενόμενος υπόδειγμα για τους συνασκητές του. Η φήμη του και οι αρετές του δεν άργησαν να διαδοθούν και αναδείχθηκε επίσκοπος Κωνσταντίας της Κύπρου το 367 μ.Χ., στην οποία κατέφυγε με θαυματουργικό τρόπο, όταν το πλοίο του, που επέπλεε προς την Παλαιστίνη, λόγω τρικυμίας, έφθασε στην Κύπρο. (Η Κωνσταντία ονομαζόταν αρχικά Σαλαμίνα. Η πόλη κτίστηκε από τον ήρωα του Τρωικού πολέμου Τεύκρο, τον γιο του Τελαμώνα, προς τιμή της πατρίδας του Σαλαμίνας και καταστράφηκε τον 4ο αιώνα μ.Χ. από σεισμό. Η πόλη ξανακτίστηκε από τον γιο του Μέγα Κωνσταντίνου, τον Κωνστάντιο κι ονομάστηκε Κωνσταντία. Έγινε έδρα του Αρχιεπισκόπου Κύπρου, όταν η Κύπρος είχε 14 επισκόπους κι έμεινε τέτοια μέχρι το 1191 μ.Χ., που η Κύπρος κατακτήθηκε απ' τους Φράγκους. Σήμερα έδρα του Αρχιεπισκόπου είναι η Λευκωσία).

Άγιος Γερμανός Πατριάρχης Κωνσταντινούπολης 12 ΜΑΙΟΥ




Ο Άγιος Γερμανός γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 640 μ.Χ. Πατέρας του ήταν ο πατρίκιος Ιουστινιανός, που τον ανέθρεψε με μεγάλη ευσέβεια. Είκοσι χρονών έμεινε ορφανός από πατέρα, τον όποιο σκότωσε ο Κωνσταντίνος ο Πωγωνάτος (668 - 685 μ.Χ.), αφού τον συμπεριέλαβε μεταξύ αυτών που σκότωσαν τον πατέρα του. Τον Γερμανό αφού τον ευνούχισε, τον κατέταξε στον κλήρο της Εκκλησίας.

Αυτός, φημισμένος για την αρετή, τη μόρφωση και την αγιότητα της ζωής του, εκλέχθηκε μητροπολίτης Κυζίκου, στο 37ο έτος της ηλικίας του. Αργότερα όταν χήρεψε ο πατριαρχικός θρόνος, με τη γνώμη του βασιλιά Αναστασίου και την ψήφο της συγκλήτου, του κλήρου και του λάου, ανέβηκε στον οικουμενικό θρόνο (715 μ.Χ.).
Από τη θέση αυτή, αφιέρωσε όλες του τις πνευματικές και ηθικές δυνάμεις, διδάσκοντας και νουθετώντας με τα συνεχή κηρύγματα του το λαό. Κατόπιν, όταν ο εικονομάχος αυτοκράτορας Λέων ο Ίσαυρος, του είπε να συμμορφωθεί με τα ασεβή διατάγματα του, αυτός όχι μόνο δεν υπάκουσε, αλλά παρότρυνε και το λαό σε αντίσταση. Αναγκάστηκε έτσι να παραιτηθεί, αφού κατέθεσε το ωμοφόριό του πάνω στην αγία Τράπεζα.
Αποσύρθηκε σ' ένα πατρικό του κτήμα, το Πλατάνια, και μετά από σύντομη αρρώστια, πέθανε σε ηλικία 100 ετών στις 12 Μαΐου το 740 μ.Χ. Η ταφή του έγινε στη Μονή της Χώρας.
Ενώ αρχικά καθαιρέθηκε και αναθεματίσθηκε από τη ψευδοσύνοδο της Ιερείας το 754 μ.Χ., στην συνέχεια δικαιώθηκε και εξυμνήθηκε από την Ζ' Οικουμενική Σύνοδο το 787 μ.Χ., η οποία καταδίκασε τους εικονομάχους και αναστήλωσε τις ιερές εικόνες. Επί της Πατριαρχίας του Αγίου, όταν το 718 μ.Χ. διασώθηκε η Κωνσταντινούπολη από βαρβαρική επιδρομή, συμπληρώθηκε από τον Άγιο Ανδρέα Κρήτης ο Ακάθιστος Ύμνος.

Σάββατο 23 Μαΐου 2026

Η Πτώση του Εωσφόρου και η Αιώνια Νίκη του Χριστού.



Μέσα στους αιώνες πολλοί άνθρωποι σκανδαλίστηκαν με το ίδιο ερώτημα. Πώς είναι δυνατόν να υπήρξε αμαρτία στον ουρανό, αφού ακούμε διαρκώς πως στον ουρανό δεν υπάρχει κακό; Η απορία αυτή γεννήθηκε επειδή πολλοί ταυτίζουν τον ουρανό όπου έπεσε ο Εωσφόρος με τη μέλλουσα αιώνια Βασιλεία που θα αποκαλυφθεί πλήρως μετά την τελική νίκη του Χριστού. Όμως η Αγία Γραφή φανερώνει βαθύτερο μυστήριο.
Ο Εωσφόρος δεν δημιουργήθηκε πονηρός. Ο Θεός δεν έπλασε το σκοτάδι μέσα του. Ο προφήτης Ιεζεκιήλ μαρτυρεί ότι ήταν πλήρης σοφίας και τέλειος στο κάλλος, άμεμπτος στις οδούς του «ἀφ’ ἧς ἡμέρας ἐκτίσθης, ἕως εὑρέθη τὰ ἀδικήματα ἐν σοί». Η πτώση του δεν γεννήθηκε από κάποια ατέλεια του Δημιουργού, αλλά από την ελεύθερη προαίρεση του κτίσματος. Η υπερηφάνεια έγινε η πληγή του.
Η αμαρτία δεν άρχισε πρώτα ως πράξη, αλλά ως απομάκρυνση της καρδιάς από τον Θεό. Ο Εωσφόρος έστρεψε τον νου του από τη θεία αγαθότητα προς τον εαυτό του. Οι λόγοι του προφήτου Ησαΐου αποκαλύπτουν το φρόνημά του. «Εἰς τὸν οὐρανὸν ἀναβήσομαι… ἔσομαι ὅμοιος τῷ Ὑψίστῳ». Εκεί γεννήθηκε η ανταρσία. Στην αυτάρκεια. Στην αυτοθέωση. Στην επιθυμία του κτίσματος να υπάρξει χωρίς τον Δημιουργό του.
Όμως ο ουρανός εκείνης της στιγμής δεν ήταν ακόμη η πλήρης και αιώνια αποκατάσταση των πάντων εν Χριστώ. Η δημιουργία δεν είχε ακόμη περάσει μέσα από το μυστήριο του Σταυρού και της Αναστάσεως. Δεν είχε ακόμη φανερωθεί η τελεία νίκη του Θεανθρώπου. Ο Χριστός δεν είχε ακόμη σαρκωθεί, δεν είχε ακόμη συντρίψει τον θάνατο, ούτε είχε ενώσει αιωνίως τον άνθρωπο με τον Θεό μέσα στο άχραντο Σώμα Του.
Γι’ αυτό και το έργο του Χριστού δεν είναι απλώς

«Δώσ’ το σε κάποιον φτωχό για την ψυχή της.»


«Ο Θεός οὐκ ἔστι Θεὸς νεκρῶν, ἀλλὰ ζώντων· πάντες γὰρ αὐτῷ ζῶσι.»
Κατά Λουκάν Ι΄ 38
Σ’ ένα ταπεινό αιγαιοπελαγίτικο νησί, εκεί όπου ο άνεμος περνούσε ανάμεσα από τα ασβεστωμένα σπίτια και οι καμπάνες αντηχούσαν πάνω από το πέλαγος σαν προσευχή, ζούσε κάποτε ένας ιερεύς ευλαβής, πράος και φιλάγιος. Η ζωή του ήταν αφιερωμένη στον Χριστό και στο ποίμνιο που του εμπιστεύθηκε η Εκκλησία. Στήριζε τους πονεμένους, παρηγορούσε τις χήρες, βοηθούσε κρυφά τους φτωχούς και κάθε βράδυ γονάτιζε ενώπιον των ιερών εικόνων ψιθυρίζοντας ονόματα ζώντων και κεκοιμημένων.
Όμως ο Κύριος επέτρεψε να δοκιμαστεί βαθιά η καρδιά του. Η μονάκριβη θυγατέρα του, νέα, ενάρετη και γεμάτη καλοσύνη, αφού παντρεύτηκε έναν τίμιο νέο, έφθασε η ώρα να γεννήσει το πρώτο της παιδί. Κατά τον τοκετό όμως παρέδωσε την ψυχή της στα χέρια του Θεού. Η γη σκέπασε το σώμα της, αλλά ο ουρανός δέχθηκε την ψυχή της.
Μεγάλος ο πόνος του πατέρα. Πόνος βουβός, ιερός, σταυρικός. Κι όμως μέσα στη θλίψη του δεν γόγγυσε κατά του Θεού. Θυμόταν τον λόγο του Ιώβ· «Ὁ Κύριος ἔδωκεν, ὁ Κύριος ἀφείλετο· εἴη τὸ ὄνομα Κυρίου εὐλογημένον». Και καθώς διδάσκουν οι Άγιοι Πατέρες, περισσότερο από τα δάκρυα της απελπισίας αγάπησε τα δάκρυα της προσευχής.
Έκτοτε μνημόνευε αδιάλειπτα το παιδί του στην Αγία Πρόθεση. Έκανε σαρανταλείτουργα, πρόσφερε ελεημοσύνες κρυφά και μοίραζε ψωμί και λάδι στους φτωχούς «ὑπὲρ ἀναπαύσεως τῆς δούλης τοῦ Θεοῦ». Διότι η Ορθόδοξη Εκκλησία γνωρίζει εμπειρικά πως η αγάπη δεν διακόπτεται από τον θάνατο. Οι ψυχές δεν χάνονται στο μηδέν, ούτε κοιμούνται μέσα στην ανυπαρξία. Ζουν εν Κυρίω και αναμένουν την κοινή Ανάσταση.
Ο αδελφός του ιερέως ήταν παλιός καπετάνιος. Άνθρωπος θαλασσινός, σκληραγωγημένος από κύματα και φουρτούνες. Είχε αποκτήσει

Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος. Ἡ ἀληθινὴ ὁμολογία γεννιέται στὴν καρδιὰ πρὶν φανερωθεῖ στὸν κόσμο.


«Καθ’ ἡμέραν ἀποθνήσκω» (Α΄ Κορ. 15,31)
Δὲν εἶναι μόνο τὸ αἷμα ποὺ φανερώνει τὸν μάρτυρα, ἀλλὰ καὶ ἡ κρυφὴ διάθεσις τῆς καρδίας. Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ δὲν τιμᾷ μονάχα ἐκεῖνον ποὺ παρέδωσε τὸ σῶμα στὰ βασανιστήρια, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνον ποὺ καθημερινὰ σταυρώνει τὸ θέλημά του γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Διότι τὸ μαρτύριο δὲν ἀρχίζει τὴν ὥρα τοῦ θανάτου· ἀρχίζει ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ ἡ ψυχὴ ἀποφασίζει νὰ μὴν προδώσῃ τὸν Χριστό.
Ὁ θείος Παῦλος φωνάζει· «Καθ’ ἡμέραν ἀποθνήσκω». Καὶ ἡ ἁγία αὐτὴ ὁμολογία φανερώνει τὸ μυστήριο τοῦ ἐσωτερικοῦ μαρτυρίου. Πεθαίνει κάθε μέρα ὁ ἄνθρωπος ποὺ μάχεται τὰ πάθη. Πεθαίνει κάθε μέρα ἐκεῖνος ποὺ κρατεῖ καθαρὴ τὴ συνείδησι μέσα σὲ κόσμον ἀποστασίας. Πεθαίνει κάθε μέρα ὁ πιστὸς ποὺ προτιμᾷ νὰ θλιβῇ παρὰ νὰ ἀρνηθῇ τὴν ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου.
Ὁ μάρτυρας προετοιμάζεται πρῶτα στὴν καρδιά. Ἐκεῖ πλέκεται τὸ στεφάνι. Στὴν κρυφὴ προσευχή. Στὴν ὑπομονὴ τῶν θλίψεων. Στὴ σιωπηλὴ ἀντίστασι ἀπέναντι στὴν ἁμαρτία. Γιατὶ πολλοὶ μπορεῖ νὰ μὴν χύσουν αἷμα, ἀλλὰ χύνουν καθημερινὰ δάκρυα μετανοίας, ἀγῶνος καὶ ὁμολογίας.
Ὅταν ἡ ψυχὴ εἶναι ἕτοιμη νὰ χάσῃ τὰ πάντα γιὰ τὸν Χριστό, τότε ἤδη ἔχει γευθεῖ τὸ πνεῦμα τοῦ μαρτυρίου. Καὶ ὁ Θεὸς, ὁ βλέπων τὰ κρυπτὰ τῆς καρδίας, στεφανώνει ὄχι μόνο τὸ τέλος τοῦ ἀγῶνος, ἀλλὰ καὶ τὴν ἁγία πρόθεσι τοῦ πιστοῦ.

Κυριακή τῶν Ἁγίων Πατέρων τῆς Α΄Οἰκουμενικῆς Συνόδου



Εὐαγγέλιο Κυριακής: Ἰωάν. ιζ΄ 1-13


Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἐπάρας ὁ  Ἰησοῦς τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ εἶπε· πάτερ, ἐλήλυθεν ἡ ὥρα· δόξασόν σου τὸν υἱόν, ἵνα καὶ ὁ υἱός σου δοξάσῃ σε, 2 καθὼς ἔδωκας αὐτῷ ἐξουσίαν πάσης σαρκός, ἵνα πᾶν ὃ δέδωκας αὐτῷ δώσῃ αὐτοῖς ζωὴν αἰώνιον. 3 αὕτη δέ ἐστιν ἡ αἰώνιος ζωή, ἵνα γινώσκωσί σε τὸν μόνον ἀληθινὸν Θεὸν καὶ ὃν ἀπέστειλας  Ἰησοῦν Χριστόν. 4 ἐγώ σε ἐδόξασα ἐπὶ τῆς γῆς, τὸ ἔργον ἐτελείωσα ὃ δέδωκάς μοι ἵνα ποιήσω· 5 καὶ νῦν δόξασόν με σύ, πάτερ, παρὰ σεαυτῷ τῇ δόξῃ ᾗ εἶχον πρὸ τοῦ τὸν κόσμον εἶναι παρὰ σοί. 6  Ἐφανέρωσά σου τὸ ὄνομα τοῖς ἀνθρώποις οὓς δέδωκάς μοι ἐκ τοῦ κόσμου. σοὶ ἦσαν καὶ ἐμοὶ αὐτοὺς δέδωκας, καὶ τὸν λόγον σου τετηρήκασι. 7 νῦν ἔγνωκαν ὅτι πάντα ὅσα δέδωκάς μοι παρὰ σοῦ ἐστιν· 8 ὅτι τὰ ρήματα ἃ δέδωκάς μοι δέδωκα αὐτοῖς, καὶ αὐτοὶ ἔλαβον, καὶ ἔγνωσαν ἀληθῶς ὅτι παρὰ σοῦ ἐξῆλθον, καὶ ἐπίστευσαν ὅτι σύ με ἀπέστειλας. 9  Ἐγὼ περὶ αὐτῶν ἐρωτῶ· οὐ περὶ τοῦ κόσμου ἐρωτῶ, ἀλλὰ περὶ ὧν δέδωκάς μοι, ὅτι σοί εἰσι, 10 καὶ τὰ ἐμὰ πάντα σά ἐστι καὶ τὰ σὰ ἐμά, καὶ δεδόξασμαι ἐν αὐτοῖς. 11 καὶ οὐκέτι εἰμὶ ἐν τῷ κόσμῳ, καὶ οὗτοι ἐν τῷ κόσμῳ εἰσί, καὶ ἐγὼ πρὸς σὲ ἔρχομαι. πάτερ ἅγιε, τήρησον αὐτοὺς ἐν τῷ ὀνόματί σου ᾧ δέδωκάς μοι, ἵνα ὦσιν ἓν καθὼς ἡμεῖς. 12 ὅτε ἤμην μετ’ αὐτῶν ἐν τῷ κόσμῳ, ἐγὼ ἐτήρουν αὐτοὺς ἐν τῷ ὀνόματί σου· οὓς δέδωκάς μοι ἐφύλαξα, καὶ οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν ἀπώλετο εἰ μὴ ὁ υἱὸς τῆς ἀπωλείας, ἵνα ἡ γραφὴ πληρωθῇ. 13 νῦν δὲ πρὸς σὲ ἔρχομαι, καὶ ταῦτα λαλῶ ἐν τῷ κόσμῳ ἵνα ἔχωσι τὴν χαρὰν τὴν ἐμὴν πεπληρωμένην ἐν αὐτοῖς.
H
  Αγία μας Εκκλησία έχει ορίσει μία Κυριακή πριν την Πεντηκοστή να εορτάζουμε την μνήμη των 318 Αγίων Πατέρων της Α’ Οικουμενικής Συνόδου. Ο σημερινός εορτασμός θεσπίστηκε για να τονιστεί η θεότητα του προσώπου του Χριστού και η μεγάλη σημασία αυτής της αλήθειας για ολόκληρη την Εκκλησία.

Λίγες μόλις δεκαετίες μετά το γεγονός της Ενανθρωπήσεως του Χριστού και το πάθος Του, εμφανίστηκαν οι πρώτες παραχαράξεις της πίστεως και αργότερα οι μεγάλες Χριστολογικές αιρέσεις στην Εκκλησία , σχετικά με το πρόσωπο και την υποστατική ένωση των δύο φύσεων του Κυρίου (την Θεία και την ανθρώπινη). Ερωτήματα όπως: Ποιός τελικά είναι ο Χριστός; Ποιά η σχέση του με τον Θεό; Πώς κατανοείται η σχέση και η ένωση κτιστού και ακτίστου από τον Ενανθρωπήσαντα Υιό και Λόγο του Θεού; Πώς μπορεί να είναι Θεάνθρωπος και η μητέρα αυτού Θεοτόκος; Σε αυτά λοιπόν τα ερωτήματα που κλήθηκαν να απαντήσουν και να δογματίσουν οι Άγιοι Πατέρες της Α’ Οικουμενικής Συνόδου ως φύλακες της παραδόσεως και της αλήθειας.  Τα ερωτήματα αυτά που  ετέθησαν αφορούσαν όχι μόνο τη Θεότητα του Θεού και Λόγου αλλά και την Ενανθρώπησή του.

Η Α’ Οικουμενική Σύνοδος καταδίκασε τον Πρεσβύτερο Άρειο και τον Αρειανισμό, και τα τρία εκκλησιαστικά σχίσματα το Νοβοτιανό, του Παύλου Σαμοσατέα και το Μελιτιανό τα οποία ταλάνιζαν για χρόνια την εσωτερική ειρήνη της Εκκλησίας. Διατύπωσε τους πρώτους όρους ορθού Χριστιανικού δόγματος και ιδιαίτερα τα περί του δευτέρου Προσώπου της Αγίας Τριάδος, τον Υιό και Λόγο , ως ομοούσιο τω Θεώ Πατρί. Συνέταξε δε τα πρώτα επτά άρθρα του Συμβόλου της Πίστεως και εξέδωσε είκοσι Ιερούς Κανόνες.


Τη Σύνοδο αποτέλεσαν 318 Άγιοι Πατέρες. Συγκλήθηκε από τον αυτοκράτορα Μέγα Κωνσταντίνο στην Νίκαια της Βιθυνίας το 325 μ.Χ,  κατά το 20ο έτος της Βασιλείας του και είχε διάρκεια 3,5 έτη. Διακριθείσες μορφές της Συνόδου ήταν ο Αλέξανδρος Κωνσταντινουπόλεως , ο Αλέξανδρος Αλεξανδρείας , Ο Μέγας Αθανάσιος, ο Ευστάθιος ο Αντιοχείας, ο Μακάριος ο Ιεροσολύμων, ο Άγιος Σπυρίδων , ο Άγιος Νικόλαος κ.α.



Αγαπητοί μου, Οι στρατιώτες έβαλαν κλήρο για τον Χιτώνα του Κυρίου ενώ ο Άρειος τον έσχισε βάζοντας σε σωτηριολογικό κίνδυνο το πλήρωμα της Εκκλησίας «Ποιος σου έσχισε το χιτώνα Σώτερ; Άρειος συ είπας» απεκήρυξαν οι Άγιοι Πατέρες. Και Πράγματι ο ασεβής Άρειος με την κακόδοξο διδασκαλία του έσχισε τον χιτώνα του Σωτήρος Χριστού, αφού η διδασκαλία του μετέβαλε το σωτηριολογικό θεμελίωμα του Ευαγγελίου της Μίας Αγίας και Καθολικής Εκκλησίας, σε ένα άγονο φιλοσοφικό σύστημα. Δίδαξε, λοιπόν ότι ο Υιός και Λόγος (το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος) δεν είναι κατά φύση και κατ’ ουσία αληθινός Θεός. Δημιουργήθηκε από τον Θεό – Πατέρα κάποια συγκεκριμένη χρονική στιγμή «εν χρόνω», οπότε υπήρχε και στιγμή που δεν ήταν. Οπότε δεν ήταν αγέννητος αλλά ένα απλό κτίσμα του Θεού.

Ο Άρειος επηρεάστηκε σταθερά από τον Ιουδαϊκό μονοθεϊσμό, τη φιλοσοφική αντίληψη περί απόλυτης υπερβατικότητας και περί ακινήτου του Θεού, από τις κοσμολογικές αντιλήψεις και προπαντός από την διδασκαλία του Φίλωνα περί του κτιστού Λόγου , δια του οποίου ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο. Ο Άρειος με την διδασκαλία του αρνείτο ουσιαστικά τη Θεότητα του Χριστού, άρα και την σωτηρία του ανθρώπου. 

Δογματική διδασκαλία των Αγίων Πατέρων