Τρίτη 10 Φεβρουαρίου 2026

Στα χέρια του Θεού το παιδί που απομακρύνθηκε



Όταν το παιδί απομακρυνθεί και κλείσει την πόρτα της καρδιάς του, ο γονιός μένει μόνος με τον πόνο και τα αναπάντητα γιατί. Εκείνη την ώρα η Εκκλησία δεν διδάσκει καταδίωξη ούτε παρακάλια που πληγώνουν, αλλά παράδοση. Παράδοση όχι από αδυναμία, αλλά από πίστη. «Επίρριψον επί Κύριον την μέριμνάν σου και Αυτός σε διαθρέψει» λέει ο ψαλμωδός, και μέσα σε αυτόν τον λόγο αναπαύεται η καρδιά που έμαθε να εμπιστεύεται τον Θεό περισσότερο από τον εαυτό της.
Η αγάπη που έμαθε από τον Χριστό δεν πιέζει ούτε εξαναγκάζει. «Η αγάπη μακροθυμεί, χρηστεύεται… ου ζητεί τα εαυτής» κατά τον Απόστολο Παύλο. Όταν ο γονιός κυνηγά με αγωνία και φόβο, η αγάπη του γίνεται βάρος. Όταν όμως σιωπά και προσεύχεται, γίνεται χώρος όπου μπορεί να μιλήσει ο Θεός. Γιατί ο Θεός εργάζεται στις καρδιές όταν έρθει ο δικός Του καιρός, όχι ο δικός μας.
Το χρέος του γονιού δεν είναι να ελέγχει τη ζωή του παιδιού επ’ άπειρον, αλλά να έχει σπείρει. Να έχει σπείρει αγάπη, φόβο Θεού, αλήθεια και παράδειγμα ζωής. «Άλλος έσπειρε και άλλος θερίζει» μας θυμίζει το Ευαγγέλιο, και τίποτε από όσα σπέρνονται με καθαρή καρδιά δεν χάνεται. Ο Θεός δεν λησμονεί ούτε την αγκαλιά που δόθηκε, ούτε το δάκρυ που κύλησε σιωπηλά τη νύχτα.
Η υπομονή γίνεται τότε άσκηση πίστεως και η προσευχή γίνεται κραυγή άφωνη. «Εν τη υπομονή υμών κτήσασθε τας ψυχάς υμών» λέει ο Κύριος, και αυτή η υπομονή δεν είναι αδράνεια αλλά εσωτερική εγρήγορση. Ο γονιός που στέκεται ειρηνικός, χωρίς κατάκριση και χωρίς απελπισία, διδάσκει περισσότερο από χίλια λόγια. Η ειρήνη του γίνεται μυστικό μήνυμα που φτάνει και στο πιο μακρινό παιδί.
Και αν έρθει η ώρα της επιστροφής, τότε η Εκκλησία δείχνει τον τρόπο. Όχι έλεγχος, όχι μομφή, όχι λογαριασμοί. Μόνο αγκαλιά. Όπως ο Πατέρας της παραβολής που «ιδών αυτόν έτι μακράν εσπλαγχνίσθη και δραμών επέπεσεν επί τον τράχηλον αυτού». Έτσι ενεργεί η αληθινή αγάπη. Συγχωρεί, περιμένει, ελπίζει και όλα τα παραδίδει στο άπειρο έλεος του Θεού, γνωρίζοντας πως Εκείνος αγαπά το παιδί περισσότερο απ’ όσο μπορεί να το αγαπήσει κάθε ανθρώπινη καρδιά.
Σιωπηλή προσευχή γονιού που εμπιστεύεται το παιδί του στο θέλημα του Θεού και περιμένει με ελπίδα.

Γεώργιος Αποστολάκης: Οι νεότερες εξελίξεις για τον Προσωπικό Αριθμό, τα διαβατήρια και τις σχολικές εξετάσεις.

 


Παρέμβαση Γεωργίου Αποστολάκη στην Εκδήλωση της ΕΞΟΔΟΥ στην Λάρισα 

Φίλες και φίλοι,

δεν θα μιλήσω σήμερα θεωρητικά. Δεν θα μιλήσω με υποθέσεις.
Θα μιλήσω με γεγονότα.

 

Γιατί ένα από τα πιο επικίνδυνα πράγματα στην εποχή μας είναι ότι οι μεγάλες αλλαγές δεν έρχονται με νόμο-κεραυνό, αλλά με υπουργική απόφαση, με παράγραφο, με υποσημείωση. Και αυτό ακριβώς συμβαίνει σήμερα με τον Προσωπικό Αριθμό.

1. Τι είναι καινούριο  – και γιατί είναι κομβικό

Στις 15 Δεκεμβρίου 2025, με απόφαση του Διοικητή της ΑΑΔΕ[1], προβλέπεται πλέον ρητά ότι:

 

«Σε κάθε περίπτωση αυτοπρόσωπης παρουσίας φορολογούμενου σε Φορολογική Υπηρεσία, εφόσον είναι δικαιούχος χορήγησης Προσωπικού Αριθμού (Π.Α.), σύμφωνα με τα οριζόμενα στο π.δ. 40/2025, για τη διεκπεραίωση της συναλλαγής του είναι απαραίτητη η υπόδειξη του Π.Α, κατόπιν επίδειξης του κατά περίπτωση απαιτούμενου ταυτοποιητικού εγγράφου, σύμφωνα με το άρθρο 5 της παρούσας και το άρθρο 4 της υπό στοιχεία Α. 1185/2023 απόφασης του Διοικητή της ΑΑΔΕ».

Αυτό είναι ιστορικό σημείο καμπής.

Για πρώτη φορά: όχι ψηφιακά, όχι «προαιρετικά», όχι «για διευκόλυνση», αλλά ευθέως,
μπροστά στο γκισέ, ο Προσωπικός Αριθμός γίνεται όρος εξυπηρέτησης. Και προσέξτε: όχι επειδή δεν ξέρουν ποιος είσαι — αλλά επειδή δεν τους αρκεί πια να είσαι εσύ. Σε θέλουν ως αριθμό.

Όσιος Ιγνάτιος ο Σιναΐτης εκ Ρεθύμνης 29 Ιανουαριου


Ο Όσιος και Θεοφόρος Ιγνάτιος καταγόταν από την πόλη του Ρεθύμνου της Κρήτης και ασκήτεψε στο όρος Σινά. Τηρώντας τους όρους της μοναστικής πολιτείας, παρθενία, υπακοή και ακτημοσύνη, έφθασε σε ύψη πνευματικής τελειότητας και καθοδήγησε πνευματικά πολλούς ασκητές.

Ο Όσιος Ιγνάτιος αξιώθηκε να βρει το άφθαρτο και μυροβλύζον λείψανο του υποτακτικού του Νικάνδρου, το οποίο αφού εναγκαλίσθηκε και ασπάσθηκε, ευχαρίστησε τον Θεό που τον πληροφόρησε για την δικαίωση του αγώνος του πνευματικού του τέκνου.
Ο Όσιος Ιγνάτιος κοιμήθηκε με ειρήνη.
Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. α΄. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Ἐκ Ῥεθύμνης ὡς ἄστρον τὸν ἀνατείλαντα, πνευματοφόρον πατέρα, τῆς ἀρετῆς ἐραστήν, ἀκτησίας καὶ εὐχῆς φωστῆρα μέλψωμεν, ὅτι ἐφώτισεν αὐγαῖς, ἀπαθείας Ἀσκητάς, Σιναίου βοῶντες· ζόφον, τῆς ἁμαρτιας εὐχαῖς σου, ἡμῶν ἐκδίωξον Ἰγνάτιε.

Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου 2026

Ὅσιος Ἐφραίμ ὁ Σύρος (28 Ἰανουαρίου)



Ο Όσιος Εφραίμ καταγόταν από την Ανατολή και γεννήθηκε στην πόλη Νίσιβη της Μεσοποταμίας πιθανώς το 308 μ.Χ. ή και ενωρίτερα. Ήκμασε επί Μεγάλου Κωνσταντίνου (324 - 337 μ.Χ.), Ιουλιανού του Παραβάτου (361 - 363 μ.Χ.) και των διαδόχων αυτού.

Από την μικρή του ηλικία διδάχθηκε την πίστη και την αρετή από τον Επίσκοπο της γενέτειράς του Ιάκωβο (309 - 364 μ.Χ.), ο οποίος και τον χειροτόνησε διάκονο, αλλά ο Όσιος αρνήθηκε να λάβει μεγαλύτερο αξίωμα. Ακολούθησε πολύ νωρίς τον μοναχικό βίο και με το φωτισμό του Παρακλήτου έγραψε πάρα πολλά συγγράμματα πνευματικής και ηθικής οικοδομής. Γι’ αυτό και θαυμάζεται για το πλήθος και το κάλλος των έργων του. Γνώστης ακριβής όλων των δογματικών θεμάτων, ήξερε να καταπολεμά τις αιρέσεις και να υπερασπίζει με θαυμάσια σαφήνεια την Ορθοδοξία. Ήταν εκείνος που κατατρόπωσε σε διάλογο τον αιρετικό Απολλινάριο και οδήγησε πολλούς αιρετικούς να επιστρέψουν στην πατρώα ευσέβεια.

Όταν, διά της συνθήκης του έτους 363 μ.Χ., που υπέγραψε ο διάδοχος του Ιουλιανού του Παραβάτου, Ιοβιανός (363 - 364 μ.Χ.), η Νίσιβης παραδόθηκε στους Πέρσες, ο Όσιος Εφραίμ εγκατέλειψε την πατρίδα του και ήλθε στην Έδεσσα, όπου ασκήτεψε σε παρακείμενο όρος. Το έτος 370 μ.Χ. επισκέφθηκε τον Μέγα Βασίλειο στην Καισάρεια της Καππαδοκίας και λίγο αργότερα τους Πατέρες και Ασκητές της Αιγύπτου.

Ο Όσιος Εφραίμ κοιμήθηκε με ειρήνη το έτος 373 μ.Χ. και η Σύναξή του ετελείτο στο Μαρτύριο της Αγίας Ακυλίνας, στην περιοχή Φιλοξένου, κοντά στην αγορά. 




Ἀπολυτίκιον  (Κατέβασμα)

Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Ρεῖθρον ἄυλον, ἐν τὴ ψυχή σου, τὸν ζωήρρυτον, πλουτήσας φόβον, κατανύξεως κρατὴρ ἀναδέδειξαι, ὅθεν ἠμᾶς πρὸς ἠθῶν τελειότητα, τοὶς ἱεροίς σου ρυθμίζεις διδάγμασιν. Ἐφραὶμ Ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἠμὶν τὸ μέγα ἔλεος.

Κυριακή 8 Φεβρουαρίου 2026

᾿Ανακομιδή τοῦ λειψάνου τοῦ ἐν ῾Αγίοις πατρός ἠμῶν ᾿Ιωάννου τοῦ Χρυσοστόμου (Λόγος ἐγκωμιαστικός τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτη) 27 Ἰανουαρίου





* ...Όταν ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος εκ­θρονίστηκε και στάλθηκε εξόριστος στην Κουκουσό, Αραβισσό και Πιτιούντα όλη η Εκκλησία των ορθοδόξων επένθισε. Με δάκρυα έλεγαν τα πλήθη των πιστών και μοναχών: «Συνέφερεν, ίνα ο ήλιος συσταλή ή ίνα το στόμα Ιωάννου σιωπήση».
Έκλαυσε όλη η οικουμένη, διότι έμεινε σαν πλοίο χωρίς κυβερνήτη, σαν ποίμνιο χωρίς ποιμέ­να· σαν στρατόπεδο χωρίς αρχιστράτηγο και σαν κόσμος σκοτεινός χωρίς ήλιο. Έκλαιαν οι ορφα­νοί τον πατέρα τους. Θρηνούσαν οι μαθηταί τον διδάσκαλό τους, ωδύρονταν οι πτωχοί τον προστάτη τους. Λυπόνταν οι αμαρτωλοί την ελπίδα τους, οι θλιμμένοι την παρηγοριά τους, οι άρρωστοι την επίσκεψή τους και οι διψασμένοι από λόγο Θεού, διότι στερήθηκαν τα γλυκύτατα και πάγχρυσα λό­για της διδασκαλίας του. Κοινή ήταν η συμφορά, παγκόσμιο το κακό, οικουμενική η δυστυχία.
Ο άγιος Ιννοκέντιος ο Πάπας, γράφοντας για τον Χρυσόστομο προς τον βασιλέα Αρκάδιο, λέ­γει: Όχι μόνο η Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλε­ως ζημιώθηκε της καλλιρύτου εκείνου γλώσσας, αλλά και όλη η υφήλιος εχήρευσε, απολέσασα τέτοιον ένθεον άνδρα.
Έμεινε στην χηρεία αυτή και απαρηγόρητη λύπη όλη η Εκκλησία του Χριστού τριαντατρία ο­λόκληρα χρόνια.
Το 440 γίνεται η ανακομιδή και μετακομίζεται από τα Κόμανα του Πόντου στην βασιλεύουσα με τέτοια τιμή, η οποία δεν έγινε ποτέ από του αιώνος σε άλλον, ούτε πατριάρχη, ούτε βασιλέα.
Η Χείρα του Αγίου Χρυσοστόμου βρίσκεται στην Ιερά Μονή Φιλοθέου του Αγίου ΌρουςΗ του Χριστού Εκκλησία στολισαμένη, υπο­δέχεται σήμερα από την εξορία το ζωομύριστο και θαυματουργικώτατο σώμα του φωστήρος της Χρυ­σοστόμου και εορτάζει χαρμόσυνα την ένδοξη ανα­κομιδή και μετακομιδή και υποδοχή του λειψάνου του διδασκάλου της οικουμένης.

Και αυτό με κάθε δίκαιο, γιατί, πώς δεν έπρεπε να χαρή, σήμερα, όλη η Εκκλησία του Χριστού σε ένα καιρό, όπου βλέπει ότι στο λείψανο του Χρυσο­στόμου μεταβλήθηκαν όλοι οι νόμοι της φύσεως και ενεργήθηκαν μόνον οι νόμοι της Χάριτος; Ότι σώ­μα νεκρόν, όταν θέλη, κινείται, και, όταν θέλη, μέ­νει ακίνητον; Ότι σώμα, ενταφιασμένο πριν 33 χρόνια, ανακομίζεται σώο και αδιάλυτο με την ο­λοκληρία όλων των μελών και μερών του;... Πώς δεν έπρεπε να χαρή, σήμερα, όταν είδε το σώμα του Χρυσορρήμονος να ευρίσκεται μεν στην γη σε διά­στημα τόσων χρόνων, έπειτα να ανακομίζεται λαμ­πρό και κροκοειδές στο χρώμα; Ευωδέστατο στην ο­σμή, υπερνικών όλα τα αρώματα της γης; Και έχων όλα τα άλλα ουσιώδη και συστατικά γνωρίσματα της αγιότητας; Πώς δεν έπρεπε να χαρή, όταν είδε το λείψανον του Ιωάννου, να γιατρεύη κουτσούς, να ανορθώνη παραλυτικούς, να φωτίζη τυφλούς;.... Πώς δεν ήταν δίκαιο να χαρή όλος ο κόσμος, βλέποντας ένα νεκρό σώμα να έχη εξουσία κατά των στοιχείων; κατά γης και θαλάσσης και του αέρος; Να σηκώνη άνεμους από την θάλασσα, να σχίζη σε ρήγματα την γη, να κάμνη τα πλοία να κλίνουν από μόνα τους, σαν να ήταν λογικά και έμψυχα, για να τον υποδεχθούν; Και, έπειτα, να τα διευθύνη αυτά σε όποιο τόπο θέλει; Καί για να πω το μεγαλύτερο και θαυμαστότερο, πώς δεν έπρεπε να χαρή σήμερα όλη η Εκκλησία του Χριστού, όταν είδε να ανοίξουν εκείνα τα άψυ­χα χείλη; Και όταν άκουσε να βγαίνη φωνή ζωντα­νή και έναρθρος από το προ 33 χρόνων νενεκρωμένο στόμα του Χρυσοστόμου; Και να πη «ειρήνη πάσιν;». Όντως «Τις Θεός μέγας ως ο Θεός ημών; Σύ ει ο Θεός, ο ποιών θαυμάσια μόνος» (Ψαλμ. 76, 13)....


Λοιπόν πώς έγινε τέχνη χωρίς τον τεχνίτη; Πώς ακολούθησε έργο και αποτέλεσμα χωρίς τον ποιητή; Πώς η λύρα και ο αυλός ήχησαν, χωρίς να τα κρούση ο λυρωδός και ο αυλητής; Και μάλιστα, όταν και ο αυλός και η λύρα ήταν διεφθαρμένα; Θαυμάσια τα έργα σου Κύριε! Η αιτία όλη, η ποιη­τική αυτού στάθηκε θεία και υπερφυσική! Και ο τε­χνίτης του έργου αυτού ήταν αυτό το Πνεύμα το Αγιον...

Σάββατο 7 Φεβρουαρίου 2026

Η αγιότητα δεν είναι μακρινός στόχος για λίγους εκλεκτούς. Είναι κλήση για κάθε ψυχή.


«Ἄνθρακες ἀνήφθησαν ἀπ’ αὐτοῦ», (Ψαλμ. 17, 9) δηλαδὴ οἱ ἅγιοι ἀπὸ τὸν Θεό. Ἐπειδὴ ὁ Θεός μας εἶναι φωτιὰ ποὺ κατακαίει, ὅσοι βλέπουν τὸν Θεὸ μὲ τὴν καθαρότητα τῆς ζωῆς τους, σωστὰ ὀνομάζονται κάρβουνα ἀναμμένα, ἀφοῦ ἀνάβουν ἀπὸ τὴν ἕνωσή τους μὲ αὐτὸν καὶ λάμπουν σὰν φωτεινὰ ἀστέρια στὸν κόσμο. Ἅγιος Ἰσίδωρος ὁ Πηλουσιώτης
Ο λόγος αυτός δεν είναι απλώς μια όμορφη εικόνα. Είναι αποκάλυψη πνευματικής πραγματικότητας. Ο Θεός είναι φως και πυρ. Αγάπη που θερμαίνει και δύναμη που καθαρίζει. Όποιος Τον πλησιάζει με μετάνοια, με ταπείνωση και με καθαρότητα ζωής, δεν μένει ποτέ ο ίδιος. Η καρδιά του θερμαίνεται. Ο νους του φωτίζεται. Η ύπαρξή του αλλάζει. Γίνεται κι εκείνος άνθρακας αναμμένος, μικρή φλόγα μέσα στον κόσμο, που χωρίς λόγια μαρτυρεί την παρουσία του Θεού.
Οι άγιοι δεν γεννήθηκαν άγιοι. Πέρασαν μέσα από πτώσεις, αγώνες, δάκρυα και αδιάκοπη προσευχή. Δεν δικαιολόγησαν τα πάθη τους με προφάσεις. Δεν έκρυψαν τις αδυναμίες τους πίσω από ανάγκες, υποχρεώσεις ή ανθρώπινες λογικές. Στάθηκαν ενώπιον του Θεού γυμνοί από επιχειρήματα και είπαν «ἥμαρτον». Εκεί, μέσα στη συντριβή, άναψε η θεία φωτιά. Εκεί γεννήθηκε το φως.
Η αγιότητα δεν είναι μακρινός στόχος για λίγους εκλεκτούς. Είναι κλήση για κάθε ψυχή. Είναι η καθημερινή απόφαση να ζεις με ευθύνη ενώπιον του Θεού. Είναι να συγχωρείς όταν πονάς. Να σωπαίνεις όταν αδικείσαι. Να προσεύχεσαι όταν κουράζεσαι. Να μένεις πιστός όταν όλα μέσα σου ζητούν φυγή. Έτσι καθαρίζεται ο άνθρωπος. Έτσι γίνεται δεκτικός της χάριτος. Έτσι ανάβει το κάρβουνο της καρδιάς.
Και τότε, χωρίς θόρυβο, χωρίς επίδειξη, αρχίζει να λάμπει. Όχι με κοσμική λάμψη, αλλά με εκείνο το ήρεμο φως που παρηγορεί, που ελέγχει απαλά, που δείχνει δρόμο χωρίς να πιέζει. Ο άνθρωπος γίνεται παρουσία Θεού μέσα στον κόσμο. Γίνεται καταφύγιο για τους κουρασμένους. Γίνεται σιωπηλή μαρτυρία ότι ο Χριστός ζει.
Αυτό είναι το κάλεσμα και για εμάς. Να αφήσουμε τον Θεό να μας κάψει την φιλαυτία, την υπερηφάνεια, την ραθυμία. Να δεχθούμε το πυρ της χάριτος, ώστε η ζωή μας να γίνει φως. Να γίνουμε μικρές σπίθες αγάπης, μέσα σε έναν κόσμο που παγώνει από την αδιαφορία.
Είθε ο Κύριος να μας αξιώσει, έστω και λίγο, να θερμανθούμε από το άκτιστο φως Του και να γίνουμε κι εμείς άνθρακες αναμμένοι, προς δόξαν Θεού και σωτηρία ψυχών.
Με ευχή καρδιάς, να φωτίζει ο Θεός τα βήματά μας, να μας κρατά σε δρόμο μετανοίας και ειρήνης και να μας μαθαίνει να αγαπούμε σιωπηλά.
Ας γίνουμε φλόγες ταπεινές μέσα στον κόσμο, που δεν καίνε τους ανθρώπους, αλλά ζεσταίνουν τις ψυχές.

Όσιος Ξενοφών μετά της συμβίου του Μαρίας και των τέκνων Αρκαδίου και Ιωάννη 26 Ιανουαρίου

Αποτέλεσμα εικόνας για Όσιος Ξενοφών μετά της συμβίου του Μαρίας και των τέκνων Αρκαδίου και Ιωάννη 26 Ιανουαρίου
Ιερά Λείψανα: Τα 2/3 της σιαγόνας «μετά 10 ὀδόντων» του Οσίου Αρκαδίου βρίσκονται στη Μονή Ξενοφώντος Αγίου Όρους.
Αποτμήματα του Ιερού Λειψάνου του Αγίου Ξενοφώντα βρίσκονται στη Μονή Ταξιαρχών Αιγιαλείας και στο Παρεκκλήσιο Οσίας Ξένης της Ρωσίδος Μάνδρας Αττικής.


Ο Όσιος Ξενοφών κατοικούσε στην Κωνσταντινούπολη κατά τους χρόνους των αυτοκρατόρων Ιουστίνου Α’ (518 - 527 μ.Χ.) και Ιουστινιανού (527 - 565 μ.Χ.). Ήταν πλούσιος συγκλητικός και διακρινόταν για την βαθιά ευσέβειά του προς τον Θεό. Είχε δύο παιδιά, τον Αρκάδιο και τον Ιωάννη. Μόλις αυτά τελείωσαν τα εγκύκλια γράμματα, τα έστειλε στη Βηρυτό της Φοινίκης, για να μελετήσουν και να σπουδάσουν τη νομική επιστήμη. Καθ’ οδόν το πλοίο με το οποίο ταξίδευαν ναυάγησε. Διασώθηκαν όμως και μετέβησαν στα Ιεροσόλυμα όπου έγιναν μοναχοί. Οι γονείς τους, Ξενοφών και Μαρία, τους αναζήτησαν και πληροφορήθηκαν ότι διάγουν στην έρημο ασκητικό βίο, δόξασαν τον Θεό και αποταξάμενοι τον κόσμο, ακολούθησαν και αυτοί το μοναχικό βίο. Ο Ξενοφών, η γυναίκα του και τα παιδιά τους πρόκοψαν τόσο πολύ στην αρετή και στη φιλανθρωπία, ώστε τους αξίωσε ο Θεός να επιτελούν και θαύματα. Έτσι η θεία αυτή οικογένεια έζησε θεοφιλώς και κοιμήθηκε με ειρήνη.
Ἀπολυτίκιον (Κατέβασμα)
Ήχος δ'. Ό υψωθείς εν τω Σταυρώ.
Ως γενεά ευλογητή τω Κυρίω, της ουρανίου ηξιώθησαν δόξης, ασκητικώς δοξάσαντες Χριστόν επί της γης. Ξενοφών ο Όσιος, και η τούτου συμβία, συν τοις αριστεύσασιν, ιεροίς αυτών τέκνοις, ους ευφημούντες είπωμεν φαιδρώς χαίροις Οσίων χορεία τετράριθμε.

Στήν παραβολή τοῦ Κυρίου περί τοῦ ἀσώτου (Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ)


«Θα γίνη κάποτε λιμός», είπε o προφήτης θρηνώντας την Ιερουσαλήμ, «όχι πείνα άρτου και ύδατος, αλλά πείνα για τον λόγο τού Κυρίου». Είναι δε ο λιμός στέρησις και συγχρόνως όρεξις της αναγκαίας τροφής. Υπάρχει όμως και κάτι χειρότερο και αθλιώτερο από αυτήν την πείνα· όταν δηλαδή κάποιος, ενώ στερείται τ' αναγκαία για την σωτηρία, δεν έχει συναίσθησι της συμφοράς, επειδή δεν έχει όρεξι για τη σωτηρία. Όποιος πεινά και δεν διαθέτει τ' αναγκαία, τριγυρίζει αναζητώντας ένα κομμάτι ψωμιού οπουδήποτε· κι' αν εύρει μουχλιασμένο ζυμάρι, ή του προσφέρει κάποιος άρτο από κεχρί ή από πίτουρα ή κάτι άλλο από τα ευτελέστατα είδη τροφής, χαίρεται τόσο πολύ, όσο επονούσε προηγουμένως που δεν εύρισκε. Όποιος επίσης έχει πνευματική πείνα, δηλαδή στέρηση και συγχρόνως όρεξη για πνευματικές τροφές, τριγυρίζει αναζητώντας αυτόν που έχει από τον Θεό το χάρισμα της διδασκαλίας· κι' αν εύρει, τρέφεται ευφρόσυνα με τον άρτο της ζωής της ψυχής, δηλαδή με τον σωτήριο λόγο, που όποιος τον αναζητεί έως το τέλος δεν πρόκειται να μη τον εύρει· «διότι όποιος αιτεί λαμβάνει και όποιος αναζητεί ευρίσκει, και στον κρούοντα θ' ανοιγεί η θύρα», είπε ο Χριστός.

2. Υπάρχουν όμως μερικοί που με την πολυήμερη ατροφία κατά νουν έχασαν και την όρεξη της τροφής· γι' αυτό δεν αντιλαμβάνονται τη ζημία. Και αν έχουν τον διδάσκαλο, δυσανασχετούν ακόμη και στην ακρόαση της διδασκαλίας, ενώ αν δεν έχουν, δεν ζητούν τον διδάσκαλο, διάγοντας ζωή αμαρτωλότερη από τον άσωτο. Διότι εκείνος, αν και με την απομάκρυνσή του εστερήθηκε του κοινού τροφέως και πατρός και κυρίου, περιέπεσε σε φοβερό λιμό και συναισθανόμενος την στέρηση μετενόησε και επανήλθε, επεζήτησε και επέτυχε την θεία και αθάνατη τροφή, και τόσο απήλαυσε δια της μετανοίας των χαρισμάτων του Πνεύματος, ώστε να προκαλέσει και τον φθόνο για τον πλούτο του. 

3. Είναι όμως προτιμότερο να πάρωμε το θέμα από την αρχή, για να εξηγήσωμε προς την αγάπη σας την ευαγγελική αυτή παραβολή του Κυρίου, αφού και σήμερα είναι διατεταγμένο να διαβάζεται στην εκκλησία. 

4. «Κάποιος άνθρωπος είχε δυό υιούς», λέγει. Ο Κύριος καλεί εδώ τον εαυτό του άνθρωπο παραβολικώς, κι' αυτό δεν έχει τίποτε το παράξενο. Διότι, αν έγινε πραγματικά άνθρωπος για τη σωτηρία μας, τί το παράδοξο να προβάλλει τον εαυτό του ως ένα άνθρωπο για την ωφέλειά μας, αυτός που είναι πάντοτε κηδεμών και της ψυχής και του σώματός μας, ως κύριος και δημιουργός και των δύο, αυτός που είναι ο μόνος που έδειξε σε μας έργα υπερβολικής αγάπης και κηδεμονίας, και πριν ακόμη εμφανισθούμε; 

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΖ' ΛΟΥΚΑ - ΑΣΩΤΟΥ: Εὐαγγέλιο - Περί μετανοίας (Ἁγίου Ἰωάννη τοῦ Χρυσοστόμου)




«Εἶπε δέ· ἄνθρωπός τις εἶχε δύο υἱούς. Καὶ εἶπεν ὁ νεώτερος αὐτῶν τῷ πατρί· πάτερ, δός μοι τὸ ἐπιβάλλον μέρος τῆς οὐσίας. καὶ διεῖλεν αὐτοῖς τὸν βίον. Καὶ μετ᾿ οὐ πολλὰς ἡμέρας συναγαγὼν ἅπαντα ὁ νεώτερος υἱὸς ἀπεδήμησεν εἰς χώραν μακράν, καὶ ἐκεῖ διεσκόρπισε τὴν οὐσίαν αὐτοῦ ζῶν ἀσώτως. Δαπανήσαντος δὲ αὐτοῦ πάντα ἐγένετο λιμὸς ἰσχυρὸς κατὰ τὴν χώραν ἐκείνην, καὶ αὐτὸς ἤρξατο ὑστερεῖσθαι. Καὶ πορευθεὶς ἐκολλήθη ἑνὶ τῶν πολιτῶν τῆς χώρας ἐκείνης, καὶ ἔπεμψεν αὐτὸν εἰς τοὺς ἀγροὺς αὐτοῦ βόσκειν χοίρους. Καὶ ἐπεθύμει γεμίσαι τὴν κοιλίαν αὐτοῦ ἀπὸ τῶν κερατίων ὧν ἤσθιον οἱ χοῖροι, καὶ οὐδεὶς ἐδίδου αὐτῷ. Εἰς ἑαυτὸν δὲ ἐλθὼν εἶπε· πόσοι μίσθιοι τοῦ πατρός μου περισσεύουσιν ἄρτων, ἐγὼ δὲ λιμῷ ἀπόλλυμαι! ἀναστὰς πορεύσομαι πρὸς τὸν πατέρα μου καὶ ἐρῶ αὐτῷ· πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου. Οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου· ποίησόν με ὡς ἕνα τῶν μισθίων σου. Καὶ ἀναστὰς ἦλθε πρὸς τὸν πατέρα αὐτοῦ. ἔτι δὲ αὐτοῦ μακρὰν ἀπέχοντος εἶδεν αὐτὸν ὁ πατὴρ αὐτοῦ καὶ ἐσπλαγχνίσθη, καὶ δραμὼν ἐπέπεσεν ἐπὶ τὸν τράχηλον αὐτοῦ καὶ κατεφίλησεν αὐτόν. Εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ υἱός· πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου, καὶ οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου. Εἶπε δὲ ὁ πατὴρ πρὸς τοὺς δούλους αὐτοῦ· ἐξενέγκατε τὴν στολὴν τὴν πρώτην καὶ ἐνδύσατε αὐτόν, καὶ δότε δακτύλιον εἰς τὴν χεῖρα αὐτοῦ καὶ ὑποδήματα εἰς τοὺς πόδας, καὶ ἐνέγκαντες τὸν μόσχον τὸν σιτευτὸν θύσατε, καὶ φαγόντες εὐφρανθῶμεν, ὅτι οὗτος ὁ υἱός μου νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησε, καὶ ἀπολωλὼς ἦν καὶ εὑρέθη. καὶ ἤρξαντο εὐφραίνεσθαι. ῏Ην δὲ ὁ υἱὸς αὐτοῦ ὁ πρεσβύτερος ἐν ἀγρῷ· καὶ ὡς ἐρχόμενος ἤγγισε τῇ οἰκίᾳ ἤκουσε συμφωνίας καὶ χορῶν, καὶ προσκαλεσάμενος ἕνα τῶν παίδων ἐπυνθάνετο τί εἴη ταῦτα. ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ ὅτι ὁ ἀδελφός σου ἥκει καὶ ἔθυσεν ὁ πατήρ σου τὸν μόσχον τὸν σιτευτόν, ὅτι ὑγιαίνοντα αὐτὸν ἀπέλαβεν. ὠργίσθη δὲ καὶ οὐκ ἤθελεν εἰσελθεῖν. ὁ οὖν πατὴρ αὐτοῦ ἐξελθὼν παρεκάλει αὐτόν. ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπε τῷ πατρί· ἰδοὺ τοσαῦτα ἔτη δουλεύω σοι καὶ οὐδέποτε ἐντολήν σου παρῆλθον, καὶ ἐμοὶ οὐδέποτε ἔδωκας ἔριφον ἵνα μετὰ τῶν φίλων μου εὐφρανθῶ· ὅτε δὲ ὁ υἱός σου οὗτος, ὁ καταφαγών σου τὸν βίον μετὰ πορνῶν, ἦλθεν, ἔθυσας αὐτῷ τὸν μόσχον τὸν σιτευτόν. ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ· τέκνον, σὺ πάντοτε μετ᾿ ἐμοῦ εἶ, καὶ πάντα τὰ ἐμὰ σά ἐστιν· εὐφρανθῆναι δὲ καὶ χαρῆναι ἔδει, ὅτι ὁ ἀδελφός σου οὗτος νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησε, καὶ ἀπολωλὼς ἦν καὶ εὑρέθη». 
πόδοση

Εἶπεν ὁ Κύριος τὴν ἑξῆς παραβολή. Κάποιος ἄνθρωπος εἶχε δύο υἱούς. Καὶ ὁ νεώτερος ἀπ’ αὐτοὺς εἶπε εἰς τὸν πατέρα του, Πατέρα, δός μου τὸ μερίδιον τῆς περιουσίας ποὺ ἀναλογεῖ σ’ ἐμέ. Καὶ ἐμοίρασε εἰς αὐτοὺς τὴν περιουσίαν. Καὶ ὕστερα ἀπὸ λίγες ἡμέρες ὁ νεώτερος υἱὸς ἐμάζεψε ὅλα καὶ ἐταξείδεψε σὲ μακρυνὴ χώρα καὶ ἐκεῖ ἐσπατάλησε τὴν περιουσίαν του ζῶν βίον ἄσωτον. Ὅταν ἐξώδεψε ὅ,τι εἶχε, ἔγινε μεγάλη πεῖνα εἰς τὴν χώραν ἐκείνην καὶ αὐτὸς ἄρχισε νὰ στερῆται. Καὶ ἐπῆγε καὶ προσκολλήθηκε εἰς ἕναν ἀπὸ τοὺς πολίτας τῆς χώρας ἐκείνης ὁ ὁποῖος τὸν ἔστειλε εἰς τὰ χωράφια του νὰ βόσκῃ χοίρους. Καὶ ἐπιθυμοῦσε νὰ γεμίσῃ τὴν κοιλιά του ἀπὸ τὰ ξυλοκέρατα ποὺ ἔτρωγαν οἱ χοῖροι καὶ καὶ κανεὶς δὲν τοῦ ἔδινε τίποτε. Τότε συνῆλθε εἰς τὸν ἑαυτόν του καὶ εἶπε, Πόσοι μισθωτοὶ ἐργάται τοῦ πατέρα μου ἔχουν ἀρκετὴν τροφὴν καὶ τοὺς περισσεύει, ἐνῷ ἐγὼ χάνομαι ἀπὸ τὴν πεῖνα! Θὰ σηκωθῶ καὶ θὰ πάω εἰς τὸν πατέρα μου καὶ θὰ τοῦ πῶ, Πατέρα ἁμάρτησα κατὰ τοῦ οὐρανοῦ καὶ ἐνώπιόν σου, δὲν εἶμαι πλέον ἄξιος νὰ ὀνομάζωμαι υἱός σου. Κάνε με σὰν ἕνα ἀπὸ τοὺς μισθωτοὺς ἐργάτας σου. Καὶ ἐσηκώθηκε καὶ ἦλθε εἰς τὸν πατέρα του. Ἐνῷ δὲ ἦτο ἀκόμη μακρυά, τὸν εἶδε ὁ πατέρας του καὶ τὸν σπλαγχνίσθηκε καὶ ἔτρεξε καὶ ἔπεσε εἰς τὸν τράχηλόν του καὶ τὸν κατεφίλησε. Τοῦ εἶπε δὲ ὁ υἱός, Πατέρα, ἁμάρτησα κατὰ τοῦ οὐρανοῦ καὶ ἐνώπιόν σου καὶ δὲν εἶμαι πλέον ἄξιος νὰ ὀνομάζωμαι υἱός σου. Ἀλλ’ ὁ πατέρας εἶπε εἰς τοὺς δούλους του, Βγάλετε τὴν στολὴν τὴν πρώτην καὶ ντύσατέ τον καὶ δῶστε του δακτυλίδι γιὰ τὸ δάκτυλό του καὶ ὑποδήματα γιὰ τὰ πόδια του, καὶ φέρετε τὸ θρεμμένο μοσχάρι καὶ σφάξατέ το καὶ ἂς φᾶμε καὶ ἂς εὐφρανθοῦμε διότι ὁ υἱὸς μου αὐτὸς ἤτανε νεκρὸς καὶ ἀνέζησε, ἤτανε χαμένος καὶ εὑρέθηκε. Καὶ ἄρχισαν νὰ εὐφραίνωνται. Ὁ υἱός του ὅμως ὁ μεγαλύτερος ἤτανε στὸ χωράφι καὶ ὅταν ἐπέστρεφε, καθὼς ἐπλησίασε εἰς τὸ σπίτι, ἄκουσε μουσικὴν καὶ χορούς. Ἐκάλεσε τότε ἕνα ἀπὸ τοὺς ὑπηρέτας καὶ ἐρώτησε τί ἐσήμαιναν αὐτά. Ἐκεῖνος τοῦ εἶπε, Ἦλθε ὁ ἀδελφός σου, καὶ ὁ πατέρας σου ἔσφαξε τὸ θρεμμένο μοσχάρι, διότι τὸν ἀπέκτησε πάλιν ὑγιαίνοντα. Αὐτὸς ὅμως ἐθύμωσε καὶ δὲν ἤθελε νὰ μπῇ. Ὁ πατέρας του ἐβγῆκε ἔξω καὶ τὸν παρακαλοῦσε, ἀλλ’ αὐτὸς ἀπεκρίθη εἰς τὸν πατέρα του, Τόσα χρόνια σὲ δουλεύω καὶ ποτὲ δὲν παρέβηκα ἐντολήν σου, σ’ ἐμὲ ὅμως ποτὲ δὲν ἔδωκες οὔτε ἕνα κατσίκι, διὰ νὰ διασκεδάσω μὲ τοὺς φίλους μου. Ὅταν ὅμως ἦλθε ὁ υἱός σου αὐτός, ποὺ κατέφαγε τὴν περιουσία σου μὲ πόρνες, ἔσφαξες γι’ αὐτὸν τὸ θρεμμένο μοσχάρι. Ὁ πατέρας τοῦ εἶπε, Παιδί μου, σὺ εἶσαι πάντοτε μαζί μου καὶ ὅ,τι ἔχω εἶναι δικό σου. Ἔπρεπε νὰ εὐφρανθοῦμε καὶ νὰ χαροῦμε διότι ὁ ἀδελφός σου αὐτὸς ἤτανε νεκρὸς καὶ ἀνέζησε· χαμένος ἤτανε καὶ εὑρέθηκε. 
Ἀπόσπασμα  ἀπό τήν Α' Ὁμιλία - Περί μετανοίας
τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου



Ήταν δυό αδέλφια· τα οποία, αφού μοιράστηκαν αναμεταξύ τους την πατρική
περιουσία, ο ένας έμεινε στο σπίτι, ενώ ο άλλος έφυγε σε μακρινή χώρα. Εκεί, αφού κατέφαγε όλα όσα του δόθηκαν, δυστύχησε και υπέφερε μη υπομένοντας τη ντροπή από τη φτώχεια. (Λουκά 15: 11 κ.ε.) Αυτή την παραβολή θέλησα να σάς την πω, για να μάθετε, ότι υπάρχει άφεση αμαρτημάτων και μετά το Βάπτισμα, εάν είμαστε προσεκτικοί. Και το λέγω αυτό όχι για να σάς κάνω αδιάφορους, αλλά για να σάς απομακρύνω από την απόγνωση. Γιατί η απόγνωση μας προξενεί χειρότερα κακά και από τη ραθυμία.

Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου 2026

Γιατί σηκωνόμαστε νωρίς για τη Θεία Λειτουργία



Πολλοί αναρωτιόμαστε, με απλότητα καρδιάς αλλά και με κόπο ψυχής, ποιος είναι ο λόγος να πηγαίνουμε στην εκκλησία για να λειτουργηθούμε, και μάλιστα από νωρίς. Δεν είναι συνήθεια ούτε καθήκον τυπικό. Είναι ένα αργό και ιερό ανέβασμα της ψυχής, μια πορεία από τη γη προς τον ουρανό. Όλη η Θεία Λειτουργία είναι μια κλίμακα πνευματική, όπου ο άνθρωπος, αν σταθεί με ταπείνωση, ανεβαίνει βαθμίδα τη βαθμίδα. Αυτό το μυστικό ανέβασμα το περιγράφει με θεολογικό βάθος ο , δείχνοντάς μας πως τίποτε μέσα στη Λειτουργία δεν είναι τυχαίο.
Με την πρώτη είσοδο, τη λεγόμενη Μικρή Είσοδο, αρχίζει η εσωτερική μεταμόρφωση. Ο πιστός καλείται να αποβάλει την απιστία, να αυξήσει την πίστη, να μειώσει την κακία, να προοδεύσει στην αρετή και να διώξει την άγνοια με τη γνώση. Δεν πρόκειται για λόγια. Εκείνη τη στιγμή εμφανίζεται συμβολικά ανάμεσά μας ο ίδιος ο Χριστός, η πηγή κάθε πίστεως και κάθε αρετής, και η ψυχή, αν είναι ξύπνια, Τον υποδέχεται.
Έπειτα ακούγεται το Ευαγγέλιο. Και εδώ δηλώνονται όλες οι όψεις της πίστης, της αρετής και της θεογνωσίας. Ο άγιος διδάσκει πως το περιεχόμενο του Ευαγγελίου είναι η συντέλεια του γήινου φρονήματος, δηλαδή το τέλος των χαμηλών λογισμών και η αρχή της ουράνιας προσδοκίας. Το κλείσιμο των θυρών του Ιερού μας υπενθυμίζει ακριβώς αυτό, την ανάγκη να κλείσουμε και εμείς τις αισθήσεις μας προς την αμαρτία, για να ανοίξει ο νους προς τον Θεό.
Ακολουθεί η Μεγάλη Είσοδος, η είσοδος των Αγίων Μυστηρίων. Εδώ ο άνθρωπος θυμάται όλη τη θεία οικονομία της σωτηρίας του, τη σταυρική θυσία, τον δρόμο της αυτοπροσφοράς. Δεν είναι απλή μετακίνηση Τιμίων Δώρων. Είναι σιωπηλή αναπαράσταση του Γολγοθά και πρόσκληση να σταυρώσουμε τα πάθη μας.
Μετά έρχεται ο ασπασμός της αγάπης, το «αγαπήσωμεν αλλήλους». Είναι η σφραγίδα της ομόνοιας κλήρου και λαού, η βεβαίωση ότι χωρίς συγχώρηση και αγάπη κανείς δεν μπορεί να προχωρήσει βαθύτερα στο μυστήριο. Η Εκκλησία δεν προχωρά με μοναχικές ψυχές, αλλά με καρδιές ενωμένες.
Το Σύμβολο της Πίστεως μάς υπενθυμίζει όλες τις ευεργεσίες του Θεού. Τη δημιουργία, τη σωτηρία διά του Χριστού, την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος και τη ζωή του αγιασμού μέσα στο σώμα της Εκκλησίας. Είναι η στιγμή που ο άνθρωπος ομολογεί όχι μόνο με τα χείλη, αλλά καλείται να ομολογήσει με όλη του τη ζωή.
Ο Τρισάγιος ύμνος φανερώνει μια συγκλονιστική αλήθεια. Ότι η ανθρώπινη ψυχή στέκεται ισότιμα με τους αγγέλους στη δοξολογία του Θεού. Εκείνη την ώρα ενώνονται ο υλικός και ο πνευματικός κόσμος, άνθρωποι και άγγελοι, σε μία κοινή λατρεία.
Η Κυριακή προσευχή, το Πάτερ ημών, διακηρύσσει την υιοθεσία μας. Με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος αξιωνόμαστε να αποκαλούμε τον Θεό Πατέρα και να γευόμαστε την οικειότητα της θείας σχέσεως. Δεν είμαστε πια απλώς πλάσματα. Γινόμαστε παιδιά.
Και τέλος έρχεται η κορυφή. Η Θεία Μετάληψη. Η ένωση του πιστού με τον Θεό. Όπως λέγει ο άγιος, εδώ ο άνθρωπος αξιώνεται να γίνει «Θεός κατά χάριν». Δηλαδή να μπει στον δρόμο της θέωσης, της βαθιάς εσωτερικής μεταμορφώσεως, της ανύψωσης προς την τελική κοινωνία με τον Δημιουργό. Η Θεία Λειτουργία δεν τελειώνει στον ναό. Συνεχίζεται μέσα στη ζωή μας, στον τρόπο που συγχωρούμε, που υπομένουμε, που αγαπούμε.
Γι’ αυτό πηγαίνουμε νωρίς στην εκκλησία. Όχι για να προλάβουμε μια ακολουθία, αλλά για να προλάβουμε τον ίδιο μας τον εαυτό, πριν χαθεί μέσα στη μέριμνα. Πηγαίνουμε για να θυμηθούμε ποιοι είμαστε και προς τα πού πορευόμαστε. Πηγαίνουμε για να μάθει η ψυχή να ανασαίνει ουρανό.
Σε κάθε Θεία Λειτουργία, η ψυχή ανεβαίνει σκαλοπάτι σκαλοπάτι προς το φως.

Η Υπομονή του Πεταμένου Αντιδώρου



Ο Μάνος ήταν δεκαοκτώ όταν πέταξε το αντίδωρο που του έδωσε η μάνα του πίσω από έναν σκουριασμένο κάδο. «Δεν Σε χρειάζομαι τώρα», ψιθύρισε αλαζονικά προς τον ουρανό, νιώθοντας πως η πίστη ήταν ένα βάρος που τον εμπόδιζε να ζήσει ελεύθερος.
Πέρασαν δώδεκα χρόνια γεμάτα λάθη, μοναξιά και σκληρούς χειμώνες. Όταν επέστρεψε στην παλιά του γειτονιά, βρήκε το δρόμο σκαμμένο. Ανάμεσα στα μπάζα και τις λάσπες, κάτι άσπρισε. Έσκυψε και το μάζεψε. Ήταν εκείνο το μικρό κομμάτι ψωμί.
Δώδεκα χρόνια στη βροχή και το κρύο, κάτω από τις ρόδες των αυτοκινήτων, κι όμως παρέμενε άφθαρτο. Είχε γίνει σκληρό σαν πέτρα, αλλά δεν είχε σαπίσει.
Τότε κατάλαβε. Ο Χριστός είναι ακριβώς όπως αυτό το αντίδωρο. Τον πετάμε στη λάσπη της καθημερινότητάς μας όταν νομίζουμε πως είμαστε δυνατοί. Τον πατάμε με τις επιλογές μας και Τον ξεχνάμε. Όμως Εκείνος δεν φεύγει. Μένει εκεί, στη γωνία που Τον εγκαταλείψαμε, περιμένοντας υπομονετικά τη στιγμή που θα λυγίσουμε και θα Τον αναζητήσουμε ξανά.
Σκούπισε τη σκόνη από το ψωμί και το φίλησε. Η Ευλογία δεν είχε χαθεί. Τον περίμενε όλα αυτά τα χρόνια στη λάσπη, για να τον σώσει την ώρα που θα ένιωθε πια μόνος.
«Πετάμε τον Χριστό από τη ζωή μας, αλλά Εκείνος δεν μας πετάει ποτέ από τη δική Του.»
Και από εκείνη τη στιγμή άρχισε να ξετυλίγεται μέσα του μια σιωπηλή μετάνοια, όχι με μεγάλα λόγια, αλλά με βαριά δάκρυα και καρδιά που έσπαγε. Γιατί το αντίδωρο δεν είναι απλώς ψωμί. Είναι η απλωμένη παλάμη του Θεού προς τον άνθρωπο. Είναι η ταπεινή μαρτυρία ότι ο ουρανός δεν κλείνει, ακόμη κι όταν εμείς κλείνουμε την ψυχή μας. Είναι η μνήμη της Εκκλησίας που λέει χωρίς φωνή πως κανείς δεν είναι οριστικά χαμένος.
Έτσι είναι και ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός. Δεν αποσύρει την αγάπη Του όταν Τον αρνούμαστε. Δεν μας εγκαταλείπει όταν Τον ξεχνάμε. Στέκεται υπομονετικά στο σημείο της πτώσης μας, εκεί όπου Τον αφήσαμε, μέσα στη λάσπη των παθών και των επιλογών μας. Περιμένει, όχι ως δικαστής, αλλά ως Πατέρας. Περιμένει την ώρα που θα κουραστούμε από τον εαυτό μας και θα σηκώσουμε τα μάτια μας ξανά.
Η ζωή μάς μαθαίνει πως μπορούμε να φύγουμε μακριά, να γεμίσουμε χρόνια με λάθη, να παγώσουμε από μοναξιά, να πληγωθούμε από τις ίδιες μας τις αποφάσεις. Εκείνος όμως μένει. Όπως έμεινε εκείνο το μικρό κομμάτι ψωμί κάτω από βροχές και πατήματα, έτσι μένει και η Χάρη μέσα στις πιο σκοτεινές μας εποχές. Δεν σαπίζει. Δεν χάνεται. Σκληραίνει ίσως από την εγκατάλειψη, αλλά παραμένει ζωντανή.
Και όταν έρθει η ώρα της εσωτερικής ερήμωσης, τότε ανακαλύπτουμε πως ο Θεός στεκόταν πάντοτε εκεί. Στο χώμα των λαθών μας. Στη γωνιά της απελπισίας μας. Σιωπηλός, ταπεινός, έτοιμος να μας δεχτεί ξανά χωρίς όρους.
Ας το θυμόμαστε αυτό. Καμία πτώση δεν είναι τελική όταν υπάρχει μετάνοια. Καμία απόσταση δεν είναι αγεφύρωτη όταν υπάρχει ταπείνωση. Και καμία ψυχή δεν είναι χαμένη όσο υπάρχει έστω ένα αντίδωρο που περιμένει μέσα στη λάσπη, για να μας θυμίσει ποιοι είμαστε και Ποιος μας αγαπά.
Πετάμε τον Χριστό από τη ζωή μας, αλλά Εκείνος δεν μας πετάει ποτέ από τη δική Του. Και αυτή είναι η πιο σιωπηλή, η πιο βαθιά, η πιο σωστική αλήθεια της ύπαρξής μας.
Ό,τι κι αν πετάξαμε κάποτε από τη ζωή μας, ο Χριστός μένει. Περιμένει σιωπηλά μέσα στη λάσπη των λαθών μας, μέχρι να κουραστούμε από τον εαυτό μας και να Τον αναζητήσουμε ξανά. Καμία πτώση δεν είναι οριστική όταν υπάρχει μετάνοια.

Ὅποιος θέλει νά σωθεῖ, πρέπει ὁπωσδήποτε νʹ ἀκολουθήσει τό στενό δρόμο, ὅπως εἶπε πολύ καθαρά καί μέ σαφήνεια ὁ Σωτήρας μας.


Στούς ἔσχατους χρόνους τό στενό δρόμο θά τόν ἐγκαταλείψουν σχεδόν ὅλοι. θά προτιμήσουν νʹ ἀκολουθήσουν τό φαρδύ δρόμο.
Αὐτό ὅμως δέ σημαίνει ὁ φαρδύς δρόμος ἔχασε τό χαρακτηριστικό του νά ὁδηγεῖ στήν ἀπώλεια ἤ ὅτι ὁ στενός δρόμος δέν εἶναι ἀναγκαῖος γιά νά ὁδηγηθεῖ ὁ ἄνθρωπος στή σωτηρία του.
Ὅποιος θέλει νά σωθεῖ, πρέπει ὁπωσδήποτε νʹ ἀκολουθήσει τό στενό δρόμο, ὅπως εἶπε πολύ καθαρά καί μέ σαφήνεια ὁ Σωτήρας μας.
Άγιος Ιγνάτιος Μπριαντσιανίνωφ
Ο λόγος αυτός δεν είναι απλή προειδοποίηση. Είναι κραυγή αγάπης μέσα στη σύγχυση των καιρών. Ο στενός δρόμος είναι ο δρόμος της μετανοίας, της ταπεινώσεως και της εσωτερικής εργασίας. Δεν υπόσχεται άνεση, δεν χαϊδεύει τα πάθη, δεν δικαιολογεί τις πτώσεις. Ζητά καρδιά συντετριμμένη, νου προσευχόμενο και θέλημα παραδομένο στον Θεό.
Ο φαρδύς δρόμος γεμίζει τον άνθρωπο με προφάσεις και αυτοδικαίωση. Του μαθαίνει να ονομάζει την αμαρτία αδυναμία και την χαλαρότητα αγάπη. Ο στενός δρόμος όμως διδάσκει σιωπή, υπομονή, διάκριση και υπακοή. Εκεί καθαρίζεται η καρδιά. Εκεί μαλακώνει η ψυχή. Εκεί γεννιέται η αληθινή ελευθερία, αυτή που δεν εξαρτάται από τις συνθήκες αλλά από την ένωση με τον Χριστό.
Στενή ἡ πύλη καὶ τεθλιμμένη ἡ ὁδὸς ἡ ἀπάγουσα εἰς τὴν ζωήν, καὶ ὀλίγοι εἰσὶν οἱ εὑρίσκοντες αὐτήν.
Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καθ’ ἡμέραν.
Οι εποχές αλλάζουν, οι άνθρωποι αλλάζουν, μα ο δρόμος της σωτηρίας μένει ο ίδιος. Όποιος ποθεί να σωθεί, καλείται να βαδίσει κόντρα στο ρεύμα, με δάκρυ μετανοίας, με επιμονή στον αγώνα και με ελπίδα ακλόνητη στο έλεος του Θεού.
Κύριε Ιησού Χριστέ, Εσύ που είσαι η Οδός και η Αλήθεια και η Ζωή, φώτισε τα σκοτισμένα μας βήματα. Δώσε μας δύναμη να αγαπήσουμε τον στενό δρόμο, υπομονή στις θλίψεις, ταπείνωση στις επιτυχίες και μετάνοια στις πτώσεις. Φύλαξε την πίστη μας αμόλυντη, μαλάκωσε τις καρδιές μας, στήριξέ μας στον αγώνα και αξίωσέ μας, κατά το άπειρο έλεός Σου, να φτάσουμε στο φως της Βασιλείας Σου. Αμήν.

"Άρχισαν τα Καρναβάλια"... ΠΡΟΣΟΧΉ (!!!).

 







Μάσκες, τραγούδια, γέλια, χοροί, στολίδια, χρώματα, παιχνίδια μέ κορδέλες, χαρτοπόλεμος καί... ρόπαλα, ξεφαντώματα κι ἄλλα παρόμοια,ἀρχίζουν νά κυριαρχοῦν στή ζωή μας τίς μέρες αὐτές.
Μά, ἀπόκριες φτάνουν, θά μοῦ πεῖτε. Τί ἄλλο νά κάνουμε;
᾿Ανοίξε τό Τριώδιο  κι ὁ κόσμος γεμίζει σερπαντίνες καί χαρτοπόλεμο. Καί μάσκες, μάσκες πολλές!
᾿Αλήθεια, ξέρετε ἀπό ποῦ προέρχονται ὅλες αὐτές οἱ γιορτές;
Ποιά εἶναι ἡ ἀρχή τους; Ποιές εἶναι οἱ ρίζες τους; Καί τί σχέση μπορεῖ νά ’χουν αὐτά μέ τούς Χριστιανούς;
Προσέξετε, σᾶς παρακαλῶ, αὐτή τή σύντομη ἱστορική ἀναδρομή!





Τά πολύ παλιά χρόνια ζοῦσαν στόν τόπο μας οἱ πρόγονοί μας, οἱ “ἀρχαῖοι ῞Ελληνες”.
Οἱ συνήθειές τους ἦταν λίγο πολύ ἴδιες μέ τίς δικές μας.
 Καλλιεργοῦσαν τή γῆ, πήγαιναν γιά κυνῆγι, ὕφαιναν τά ροῦχα τους, πίστευαν, ὅμως, στά εἴδωλα, στούς 12 ψευτοθεούς τοῦ ᾿Ολύμπου, ἔκτιζαν ναούς γι’ αὐτούς καί τούς ἑτοίμαζαν γιορτές γιά νά τούς εὐχαριστοῦν.
᾿Εκτός, ὅμως, ἀπό τούς 12 θεούς τοῦ ᾿Ολύμπου, ὑπῆρχαν καί μερικοί ἄλλοι, οἱ μικρότεροι θεοί, ὅπως τούς λέμε τώρα. ῞Ενας ἀπ’ αὐτούς ἦταν ὁ Διόνυσος, ὁ ὁποῖος προστάτευε τή γεωργία καί τ’ ἀμπέλια κι ἦταν ὁ θεός τοῦ κρασιοῦ καί τοῦ γλεντιοῦ.

Οἱ ἄνθρωποι πίστευαν τότε ὅτι ὁ Διόνυσος χάριζε στούς ἀνθρώπους τή βλάστηση καί τή γονιμότητα τῆς γῆς.
῞Οπως τώρα, ἔτσι καί τότε, ἡ βλάστηση τῆς γῆς, ἐρχόταν τήν ἄνοιξη.
Καθώς λοιπόν ὁ Διόνυσος ἔφερνε τήν ἄνοιξη, οἱ ῞Ελληνες ἐκείνης τῆς ἐποχῆς, ἑτοίμαζαν γιορτές καί πανηγύρια γιά νά τόν ὑποδεχτοῦν, νά τόν εὐχαριστήσουν γιά τή βλάστηση καί νά τόν παρακαλέσουν νά καθίσει μέ τήν ἄνοιξη στή γῆ, ὅσο μπορεῖ περισσότερο.

Σ’ αὐτή τή γιορτή, πού τήν ἔλεγαν “᾿Ανθεστήρια” (ἀνθίζουν τά λουλούδια) διασκέδαζαν κι οἱ ἴδιοι πάρα πολύ, γιατί ἡ ἄνοιξη πάντα φέρνει χαρά. Πῶς διασκέδαζαν; ῎Ετρωγαν κάθε λογῆς φαγητά, ἔπιναν κρασί, χόρευαν ὅλη τήν ὥρα, φοροῦσαν μάσκες στά πρόσωπά τους, πείραζαν -πολύ ἄσχημα μερικές φορές- ὁ ἕνας τόν ἄλλο.

Χίλια χρόνια μία ἡμέρα.



~ Παλαιά ζοῦσε ἕνας μοναχός σ᾿ἕνα μοναστήρι καί ἀναρωτιόταν : «Πῶς μποροῦν νά περάσουν χίλια χρόνια μέσα σέ μία ἡμέρα ; Τόσο ὡραία εἶναι στόν παράδεισο καί τόσημεγάλη μακαριότης ὑπάρχει, ὥστε χίλια χρόνια φαίνονται σάν μία ἡμέρα !»
Ὁ μοναχός αὐτός ἦταν στό διακόνημα τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ καί ἦταν μεγάλος στήν ἡλικία. Προσευχόταν στήν Κυρία Θεοτόκο πολλά χρόνια καί τῆς ἔλεγε : «Ὦ Μητέρα τοῦ Κυρίου μας, παρακάλεσε τόν Σωτῆρα μας Χριστό νά μοῦ δείξη πῶς μποροῦν νά περάσουν χίλια χρόνια σάν μία ἡμέρα; Διότι γνωρίζω ὅτι ὁ λόγος αὐτοῦ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἶναι ἀληθινός». Πράγματι προσευχήθηκε καί μετά ἀπό τρία χρόνια, ἰδού τί τοῦ ἔδειξε ὁ Θεός:
Ἐπειδή, ὅπως εἴπαμε, ἦταν ἐκκλησιαστικός, μετά τήν νυκτερινή ἀκολουθία παρέμεινε μόνος του στήν ἐκκλησία γιά νά διαβάση τούς Χαιρετισμούς τῆς Κυρίας Θεοτόκου. Τό κλειδί τῆς ἐκκλησίας τό εἶχε στό χέρι καί τόν σκοῦφο του τόν εἶχε ἀφήσει στό ἀναλόγιο.
Ξαφνικά μπῆκε μέσα στήν ἐκκλησία ἕνας ἀετός καί ἐκάθισε ἐπάνω στό εἰκονοστάσιο (τέμπλο) τοῦ ναοῦ. Ἦταν τόσο ὡραῖος πού δέν εἶχε ἰδῆ στήν ζωή του ἄλλον παρόμοιον. Εἶχε πολλούς χρωματισμούς καί ἐκύτταζε πρός τήν ἐκκλησία.
Ὁ μοναχός, ὅταν εἶδε τόν ὡραῖο αὐτόν ἀετό νά στέκεται ψηλά στό εἰκονοστάσιο, σταμάτησε τήν προσευχή του πλέον καί σκεφτόταν : «Θά πάω γρήγορα νά τόν πιάσω! Ἄν τόν πιάσω, δέν θά μοῦ χρειασθῆ πλέον ἄλλο μεγαλύτερο δῶρο στήν ζωή μου». Ἔτρεξε πρός τόν ἀετό, ἀλλά ἐκεῖνος ἐπέταξε ἀλλοῦ πρός τό μέσον τῆς ἐκκλησίας. Ὁ μοναχός τόν ἀκολούθησε. Ὅταν ἐδοκίμασε καί πάλι νά τόν πιάση ὁ ἀετός ἐπέταξε πρός τό προαύλιο τῆς ἐκκλησίας. «Ἀλλοίμονο σέ μένα. Κύριε, βοήθησέ με νά τόν πιάσω !» Ὅταν ἅπλωνε τά χέρια του, ὁ ἀετός πετοῦσε ἀλλοῦ, ἀλλά πολύ χαμηλά. Βγῆκαν καί οἱ δύο ἔξω ἀπό τήν ἐκκλησία στήν αὐλή τοῦ μοναστηριοῦ. Ὁ ἀετός ἐπέταξε μακρύτερα πρός τούς κήπους τῆς μονῆς. Ὅταν ἐπλησίασε πρός τά ἐκεῖ ὁ μοναχός, ὁ ἀετός μπῆκε στό δάσος. Ὁ μοναχός ἔτρεξε πρός τά ἐκεῖ, λέγοντας : «Κύριε, βοήθησέ με νά τόν πιάσω !»
Ὅταν ἅπλωσε τά χέρια του πρός τό μέρος τοῦ ἀετοῦ, ἐκεῖνος ἐπέταξε σ᾿ ἕνα ξέφωτο. «Κύριε, μή μέ ἐγκαταλείπης. Βοήθησέ με νά τόν πιάσω στά χέρια μου !» Ὅταν ἐπῆγε κοντά του ὁ μοναχός, ὁ ἀετός ἀνέβηκε ἐπάνω σ᾿ ἕνα κλαδί. Τότε ἄρχισε νά κλαίη ὁ μοναχός : «Κύριε, δέν ἤμουν ἄξιος νά τόν πιάσω, κι ἔφυγε». Τόν ἐκύτταζε καί ἔλεγε : «Κύριε, Κύριε, τί ὠραῖο πτηνό εἶναι αὐτό! Δέν εἶδα ποτέ μου τόσο ὡραῖο πτηνό !»
Ξαφνικά ὁ ἀετός ἄρχισε νά ψάλλη τόσο μελωδικά πού δέν εἶχε ἀκούσει στήν ζωή του τέτοια μελωδία αὐτός ὁ μοναχός. Σκεπτόταν ὅτι θά ἦταν ἄγγελος μέ τήν μορφή ἀετοῦ. Ἔμεινε ἐκεῖ καί τόν ἄκουγε, ἐνῶ ὁ ἀετός ἔψαλλε ἐπί 355 χρόνια. Ὁ μοναχός στό διάστημα αὐτό ἐνόμισε ὅτι ἐπέρασε μία ὥρα, διότι δέν εἶχε γεράσει, οὔτε εἶχε κουρασθῆ, οὔτε πεινοῦσε, οὔτε διψοῦσε καί κανείς δέν τοῦ ἔδινε προσοχή.
Μετά, ἀφοῦ ἐπέταξε ὁ ἀετός, ὁ μοναχός ὄντας μέ τό κλειδί τῆς ἐκκλησίας στό χέρι, σκεπτόταν: «Ἀλλοίμονο σέ μένα, διότι δέν ἐπῆρα τόν σκοῦφο μου καί ἡ ἐκκλησία παρέμεινε ἀνοικτή. Πάω τώρα νά τήν κλειδώσω».

Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος (25 Ἰανουαρίου)


Ο Mέγας αυτός Άγιος Γρηγόριος ο Τριαδικός Θεολόγος και ιεράρχης
γεννήθηκε στη Αριανζώ το 329 μ.Χ, ένα μικρό χωριό της Καππαδοκίας, κοντά στη κωμόπολη Ναζιανζώ, εξ ου αναφέρεται και ως Ναζιανζηνός. Οι γονείς του ήτον ευγενείς και δίκαιοι, Γρηγόριος και Νόννα ονόματι, σεβόμενοι εξ αγνοίας τα είδωλα. Αφ'ότου δε εγέννησαν τον Γρηγόριο, ανεγεννήθησαν και αυτοί και εβαπτίσθησαν Χριστιανοί. Ο πατέρας του μάλιστα έγινε αρχιερεύς της Ναζιανζού. Έτσι, ο νεαρός Γρηγόριος ανατρέφεται, μέσα σε χριστιανικό περιβάλλον. Από την παιδική του ηλικία φανέρωσε τα σπάνια χαρίσματα του. Αγάπησε με πάθος τα γράμματα και λόγω της καλής οικονομικής κατάστασης των γονιών του μπόρεσε και σπούδασε στα καλύτερα σχολεία της εποχής του.
Κατά τη διάρκεια των σπουδών του στην Αθήνα γνώρισε το Μέγα Βασίλειο και στην Αλεξάνδρεια συνάντησε για πρώτη φορά το Μέγα Αθανάσιο και το Μέγα Αντώνιο. Το 365 μ.Χ., ο Βασίλειος έφυγε από την Αθήνα, αλλά ο Γρηγόριος έμεινε και δίδασκε ρητορική για ένα χρόνο. Μετά άφησε κι αυτός την Αθήνα και επέστρεψε στη Ναζιανζώ. Όταν επέστρεψε, βαπτίστηκε χριστιανός από τον πατέρα του και έγραψε για το μυστήριο του βαπτίσματος. Ο Γρηγόριος συνιστά το νηπιοβαπτισμό και διδάσκει στους νέους της Ναζιανζού τη χριστιανική διδασκαλία. Ο πόθος του ήταν να ασκητέψει στον Πόντο κοντά στο φίλο του Βασίλειο, όπου και πήγε. Εκεί με το Βασίλειο έγραψε πολλά συγγράμματα.
Περί τα τέλη του 360 μ.Χ., μετά από παράκληση του πατέρα του αφήνει την έρημο του Πόντου και πηγαίνει στην πατρίδα του. Εκεί κατατάσσεται στις τάξεις του κλήρου, αλλά και πάλι φεύγει στην έρημο με σκοπό να προσευχηθεί, να δυναμώσει πνευματικά και να μπορέσει να φέρει σε πέρας το δύσκολο έργο του κληρικού. Ώριμος πλέον επιστρέφει και υπηρετεί το λαό ως ιερέας βοηθώντας τους φτωχούς και τους αρρώστους. Την περίοδο αυτή ο Ιουλιανός ο Παραβάτης κήρυξε σφοδρό διωγμό εναντίον των χριστιανών.