Πέμπτη 30 Ιουλίου 2026

Χωρὶς τὴν Ἱερωσύνη, ποιος θὰ μᾶς παραδώσει τὰ Μυστήρια τῆς ζωῆς;



Υπάρχουν άνθρωποι που λένε πως πιστεύουν στον Χριστό, αλλά δεν χρειάζονται την Εκκλησία. Πως αγαπούν τον Θεό, αλλά δεν χρειάζονται ιερέα, εξομολόγηση, Θεία Λειτουργία και Μυστήρια.
Όμως ο Χριστός δεν μας παρέδωσε μία πίστη μοναχική, πλασμένη σύμφωνα με το θέλημα και τη γνώμη του καθενός. Ίδρυσε την Εκκλησία Του, κάλεσε τους Αποστόλους, τους έδωσε εξουσία να συγχωρούν αμαρτίες και τους απέστειλε να βαπτίζουν όλα τα έθνη στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος.
«Ἐὰν μή τις γεννηθῇ ἐξ ὕδατος καὶ Πνεύματος, οὐ δύναται εἰσελθεῖν εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ» (Ἰω. 3,5).
Το Βάπτισμα δεν είναι μία ανθρώπινη τελετή. Είναι τάφος και ανάσταση μαζί με τον Χριστό. Εκεί πεθαίνει ο παλαιός άνθρωπος και γεννιέται ο νέος. Εκεί ενδυόμαστε τον Χριστό και γινόμαστε μέλη του αγίου Σώματός Του.
Και η Θεία Ευχαριστία δεν είναι ένα απλό σύμβολο ή μία ευσεβής ανάμνηση. Είναι το Σώμα και το Αίμα του Κυρίου, η τροφή της αθανασίας, το φάρμακο της αιωνίου ζωής.
«Ἐὰν μὴ φάγητε τὴν σάρκα τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου καὶ πίητε αὐτοῦ τὸ αἷμα, οὐκ ἔχετε ζωὴν ἐν ἑαυτοῖς» (Ἰω. 6,53).
Ποιος, λοιπόν, βαπτίζει; Ποιος στέκεται ενώπιον της Αγίας Τραπέζης; Ποιος επικαλείται τη χάρη του Αγίου Πνεύματος; Ποιος μας προσφέρει τα Τίμια Δώρα; Ποιος ακούει τη μετάνοιά μας και διαβάζει την ευχή της συγχωρήσεως;
Ο ιερέας δεν ενεργεί με δική του ανθρώπινη δύναμη. Είναι

ΑΓΙΟΥ ΜΑΡΤΥΡΟΣ ΑΙΜΙΛΙΑΝΟΥ (18 Ίουλίου)


Όταν ο Ιουλιανός ο Παραβάτης ανέλαβε την αυτοκρατορική εξουσία (361), περιφρονώντας ό,τι καλό είχε παραλάβει από τον άγιο Κωνσταντίνο τον Μέγα καθώς και από τη χριστιανική του παιδεία, ανέτρεψε τη δημόσια τάξη με την τυραννία του και καθύβρισε τον Θεό καταγινόμενος με όλα τα μέσα να επαναφέρει τη λατρεία των ειδώλων. Απέστειλε αξιωματούχους πιστούς στην υπόθεση του σε διάφορες επαρχίες για να εξαναγκάσουν το λαό να συμμορφωθεί. Ο Καπιτωλίνος, βικάριος της Θράκης, μετέβη για το σκοπό αυτό στο Δορόστολο (σημερινή Σιλίστρια της Βουλγαρίας), πρωτεύουσα της Σκυθίας. Μόλις εγκαταστάθηκε στο δικαστήριο απηύθυνε απειλές θανάτωσης όχι μόνο στους χριστιανούς, άλλα και σε εκείνους που θα απέφευγαν να τους καταγγείλουν. Οι παρευρισκόμενοι τρομοκρατημένοι φώναξαν ότι δεν υπήρχαν χριστιανοί στην πόλη τους και ότι όλοι οι κάτοικοι θυσίαζαν στους θεούς του αυτοκράτορα. Ικανοποιημένος και περιχαρής ο Καπιτωλίνος πήρε τότε μέρος σε μεγάλο συμπόσιο οργανωμένο προς τιμήν του.

Τετάρτη 29 Ιουλίου 2026

Η Χάρη αναπαύεται εκεί όπου σωπαίνει η υπερηφάνεια.


Εκεί όπου συντρίβεται το είδωλο του εαυτού
Πρόσεξε την καρδιά.
«Θυσία τῷ Θεῷ πνεῦμα συντετριμμένον· καρδίαν συντετριμμένην καὶ τεταπεινωμένην ὁ Θεὸς οὐκ ἐξουδενώσει».
Ψαλμός 50, 19,
Μπορεί να εισέρχεται στον ναό, να νηστεύει, να προσεύχεται, να ελεεί και να ομιλεί για τον Θεό, ενώ βαθιά μέσα της έχει στήσει έναν μικρό, αθέατο θρόνο για τον εαυτό της. Η υπερηφάνεια δεν εμφανίζεται πάντοτε με θόρυβο. Κάποτε φορεί το ένδυμα της ευσεβείας, κρύβεται πίσω από τα κατορθώματα και ψιθυρίζει στον άνθρωπο ότι έγινε καλύτερος από τους άλλους.
Τότε η αρετή παύει να είναι καρπός ευγνωμοσύνης και κινδυνεύει να γίνει αφορμή κενοδοξίας. Ο άνθρωπος αρχίζει να μετρά τις προσευχές του, να θυμάται τις θυσίες του, να συγκρίνει τον αγώνα του και να αναζητεί, έστω κρυφά, δικαίωση, αναγνώριση και έπαινο. Δεν βλέπει πλέον τη Χάρη που τον στήριξε· βλέπει μόνο τον εαυτό του που αγωνίστηκε.
Όμως η αληθινή πνευματική ζωή δεν αρχίζει όταν ο άνθρωπος θαυμάσει όσα κατόρθωσε. Αρχίζει όταν αντικρίσει, χωρίς δικαιολογίες, όσα ακόμη τον χωρίζουν από τον Χριστό.
Η ταπείνωση δεν είναι περιφρόνηση του ανθρώπου ούτε άρνηση των χαρισμάτων που του έδωσε ο Θεός. Είναι η αλήθεια της ψυχής ενώπιον του Δημιουργού της. Είναι να γνωρίζεις ότι κάθε καλό προέρχεται από Εκείνον, ότι χωρίς τη Χάρη Του δεν μπορείς να θεραπεύσεις ούτε ένα πάθος και ότι ακόμη και η προθυμία του αγώνα χρειάζεται τη δική Του ενίσχυση.
Μήπως αγαπούμε περισσότερο την εικόνα του ευσεβούς ανθρώπου παρά την ίδια τη μετάνοια;
Ο Φαρισαίος είχε έργα, αλλά τα μετέτρεψε σε καθρέπτη αυτοθαυμασμού. Ο Τελώνης δεν είχε να παρουσιάσει τίποτε· είχε μόνο μία συντετριμμένη καρδιά και μία κραυγή ελέους. Ο ένας απαρίθμησε τις αρετές του και έμεινε μόνος με αυτές. Ο άλλος ομολόγησε την αμαρτία του και συνάντησε τη φιλανθρωπία του Θεού.
Δεν μας σώζει ο κατάλογος των κατορθωμάτων μας. Μας σώζει ο Χριστός μέσα στην Εκκλησία Του, όταν εμείς επιστρέφουμε με πίστη, μετάνοια, ταπείνωση και αληθινό αγώνα. Η εξομολόγηση δεν είναι μία τυπική απαρίθμηση σφαλμάτων· είναι το άνοιγμα της πληγωμένης καρδιάς ενώπιον του Θεού, μέσα στο Μυστήριο της Εκκλησίας. Η προσευχή δεν είναι επίδειξη ευσεβείας· είναι κραυγή ανάγκης. Η Θεία Κοινωνία δεν είναι επιβράβευση των αναμαρτήτων· είναι Δώρο ζωής, στο οποίο προσερχόμαστε με μετάνοια, προετοιμασία, φόβο Θεού και την καθοδήγηση της Εκκλησίας.
Οι αρετές δεν είναι παράσημα που κρεμά ο άνθρωπος επάνω του. Είναι καρποί της ενεργού Χάριτος του Θεού μέσα σε μια καρδιά που αγωνίζεται, υπακούει, μετανοεί και δεν οικειοποιείται τα δώρα Του. Όταν η αρετή ζητεί χειροκρότημα, κινδυνεύει να χάσει το άρωμα της Χάριτος. Όταν όμως κρύβεται με ταπείνωση, γίνεται σιωπηλή ευλογία για όσους πλησιάζουν.
Στάσου για λίγο μπροστά στην ορθόδοξη εικόνα του Εσταυρωμένου. Εκεί σωπαίνουν οι συγκρίσεις. Εκεί δεν υπάρχει χώρος για αυτοδικαίωση. Εκεί αποκαλύπτεται ότι ο Υιός του Θεού ταπεινώθηκε για να θεραπεύσει τη δική μας υπερηφάνεια, υπέμεινε τον Σταυρό για να μας ελευθερώσει από την αμαρτία και ανέστη για να μας χαρίσει ζωή που δεν μπορεί να αποκτήσει ο άνθρωπος μόνος του.
Μη ζητείς, λοιπόν, από τον Θεό να σε κάνει σπουδαίο στα μάτια των ανθρώπων. Ζήτησέ Του να σου δείξει την κρυμμένη υπερηφάνεια, να σου χαρίσει συντριβή χωρίς απόγνωση, αυτογνωσία χωρίς απελπισία και μετάνοια που γεννά υπακοή, προσευχή και ειρήνη.
Πες Του ήσυχα:
«Κύριε Ιησού Χριστέ, μη με αφήσεις να θαυμάζω ό,τι καλό έδωσες Εσύ. Δείξε μου την ασθένειά μου, σκέπασε την αδυναμία μου και δίδαξέ με να αποδίδω σε Σένα κάθε αγαθό».
Διότι ο άνθρωπος δεν ανεβαίνει προς τον Θεό υψώνοντας τον εαυτό του· πέφτει μετανοημένος στα πόδια του Χριστού, και τότε τον σηκώνει η Χάρη.
Η Χάρη αναπαύεται εκεί όπου σωπαίνει η υπερηφάνεια.
Σπάσε την κρυφή υπερηφάνεια
Η συντριβή γεννά αρετές
Χωρίς Χριστό, δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε...
«Πᾶς ὁ ὑψῶν ἑαυτὸν ταπεινωθήσεται, ὁ δὲ ταπεινῶν ἑαυτὸν ὑψωθήσεται».
Κατά Λουκάν 18, 14.
Η ταπεινοφροσύνη δεν αποτελεί ανθρώπινο κατόρθωμα που προσφέρεται για αυτοθαυμασμό, αλλά βαθιά γνώση της προσωπικής ασθενείας και της απείρου ευσπλαχνίας του Θεού. Ο άνθρωπος δεν αποδίδει στον εαυτό του το καλό, δεν λησμονεί τις πτώσεις του και δεν μετρά την πνευματική του κατάσταση συγκρινόμενος με τους άλλους.
Ὅσιος Ἰωάννης ὁ Σιναΐτης, Κλίμαξ, Λόγος ΚΕ΄, Περὶ ταπεινοφροσύνης.

Το σπίτι δεν το κρατούν οι τοίχοι.



Χωρίς τον Χριστό, ένα σπίτι μπορεί να είναι γεμάτο από πράγματα και συγχρόνως άδειο από ειρήνη. Μπορεί να έχει γερά θεμέλια, όμορφα δωμάτια, ασφάλεια και άνεση, αλλά να μη βρίσκει ανάπαυση ούτε μία καρδιά μέσα του.
Οι άνθρωποι οικοδομούν το σπίτι με πέτρες, κόπο και χρήματα. Το σπιτικό, όμως, οικοδομείται με προσευχή, συγχώρηση, υπομονή και Χάρη Θεού.
«Ἐὰν μὴ Κύριος οἰκοδομήσῃ οἶκον, εἰς μάτην ἐκοπίασαν οἱ οἰκοδομοῦντες» — Ψαλμός 126, 1.
Ο ψαλμικός λόγος δεν ακυρώνει τον ανθρώπινο κόπο. Τον τοποθετεί στη σωστή του θέση. Ο άνθρωπος εργάζεται, φροντίζει, σχεδιάζει και αγωνίζεται, αλλά γνωρίζει ταπεινά ότι χωρίς την ευλογία του Θεού ο κόπος του δεν μπορεί να γεννήσει την αληθινή ειρήνη.
Η ευλογία δεν είναι μια όμορφη λέξη που λέγεται στα εγκαίνια και ύστερα ξεχνιέται. Δεν είναι φυλαχτό ούτε διακόσμηση. Είναι η ζωντανή παρουσία του Θεού μέσα στην καθημερινότητα· στο πρωινό σταύρωμα, στην κοινή προσευχή, στο «συγχώρεσέ με», στη σιωπή που σταματά έναν άδικο λόγο, στην ταπείνωση που δεν επιμένει να νικήσει τον άλλον.
Δεν αρκεί να υπάρχει μια ιερή εικόνα στον τοίχο, όταν η κατάκριση βρίσκεται στα χείλη. Δεν αρκεί να καίει το καντήλι, όταν μέσα στις καρδιές καίει ο θυμός. Δεν αρκεί να ζητούμε από τον Θεό να προστατεύει το σπίτι μας, όταν εμείς με τον εγωισμό μας πληγώνουμε εκείνους που μας εμπιστεύθηκε.
Ο γάμος δεν είναι απλώς μια ανθρώπινη συμφωνία συμβιώσεως. Είναι ιερό Μυστήριο, κοινός δρόμος προς τον Χριστό και καθημερινός αγώνας εναντίον του εγωισμού. Ο άνδρας καλείται να αγαπά με θυσιαστικό φρόνημα, κατά το παράδειγμα της αγάπης του Χριστού προς την Εκκλησία, και οι δύο σύζυγοι να μαθαίνουν να υποτάσσουν το προσωπικό τους θέλημα στο θέλημα του Θεού, με αμοιβαία τιμή, διάκριση και μετάνοια, κατά το νόημα της προς Εφεσίους Επιστολής 5, 21–33.
Τα στέφανα του Μυστηρίου δεν υπόσχονται έναν δρόμο χωρίς δοκιμασίες. Φανερώνουν έναν κοινό αγώνα, στον οποίο κανείς δεν σώζει μόνο τον εαυτό του και κανείς δεν εγκαταλείπει τον άλλον στην πρώτη θύελλα.
Κατά το πνεύμα του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, όταν υπάρχει

Η ΑΓΙΑ ΜΑΡΙΝΑ Η ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ(17 Ιουλίου)




Γέννηση και ανατροφή

Η παρθενομάρτυς Μαρίνα γεννήθηκε στη μικρή πόλη Αντιόχεια της Πισιδίας, γύρω στο έτος 270, όταν αυτοκράτορας ήταν ο Διοκλητιανός ή ο Κλαύδιος Καίσαρας. Οι γονείς της άνηκαν στην ανώτερη
τάξη της περιοχής της Πισιδίας, ο πατέρας ήταν διακεκριμένος και σεβαστός από τους εθνικούς ιερέας των ειδώλων, λεγόταν δε Αιδέσιος.
Αμέσως μετά τη γέννηση της Μαρίνας, έφυγε από την παρούσα ζωή η μητέρα της. Έτσι ο πατέρας αναγκάστηκε να αναθέσει την ανατροφή της θυγατέρας του σε μία άλλη γυναίκα.

Ασπάζεται την χριστιανική πίστη

Φαίνεται ότι η γυναίκα στην οποία ο Αιδέσιος είχε εμπιστευτεί την ανατροφή της κόρης του ήταν χριστιανή. Έτσι και η μικρή Μαρίνα γαλουχήθηκε νωρίς στη νέα πίστη του Χριστού. Και σε ηλικία 12 ετών
έλαβε το Βάπτισμα και συγκαταριθμήθηκε ως μέλος στην εκλεκτή ποίμνη του Κυρίου. Με αμείωτο ενδιαφέρον ποθούσε να μάθει καθετί πού είχε σχέση με τον Ιησού Χριστό. Κι όλα αυτά δημιούργησαν
μέσα της την ιερή επιθυμία να μαρτυρήσει, για το Σωτήρα και Λυτρωτή της, αν Εκείνος τη θεωρούσε ποτέ άξια για κάτι τέτοιο.
O πατέρας της Αιδέσιος όταν πληροφορήθηκε ότι ήταν χριστιανή, τυφλωμένος από το φανατισμό της ειδωλολατρικής θρησκείας του, μίσησε το ίδιο το σπλάχνο του και αποκλήρωσε τη μοναχοκόρη του.


Το άνομο σχέδιο του επάρχου

Μαρίνα είχε γίνει πλέον 15 ετών. Ο Θεός δεν την είχε προικίσει μόνο με πλούσια ψυχικά χαρίσματα, αλλά και με σωματικό κάλλος εντυπωσιακό. Ο έπαρχος όμως Ολύβριος θέλησε και προσπάθησε να την
πάρει για γυναίκα του επειδή ένιωσε μέσα του έρωτα γι’ αυτήν. Εκείνος, αντικρύζοντάς την, έμεινε και πάλι θαμπωμένος από το σωματικό της κάλλος και την εσωτερική λάμψη του προσώπου της. Χωρίς
καθυστέρηση λοιπόν της ανακοίνωσε ότι αποφάσισε να αναλάβει την προστασία της και σύντομα να την κάνει γυναίκα του.
Η νεαρή χριστιανή παρέμεινε σιωπηλή, ενώ μέσα της προσευχόταν θερμά, ζητώντας από τον Θεό να τη στηρίξει και να τη φωτίσει ώστε να φερθεί καθώς αρμόζει στις αφιερωμένες σ’ Εκείνον ψυχές.
Στην επιμονή του Ολυβρίου να λάβει απάντηση στην πρότασή του, εκείνη απάντησε πώς είναι αδύνατο να την αποδεχτεί. Η έκπληξη του επάρχου ήταν μεγάλη. Στην ερώτησή του γιατί ήταν αδύνατο,
έλαβε τη σεμνή αλλά γεμάτη αποφασιστικότητα και παρρησία απάντηση: Διότι είμαι χριστιανή! Και μόνο το άκουσμα της λέξης «χριστιανή» ήταν αρκετό να κάνει τον έπαρχο εκτός εαυτού.

Αρχίζουν τα μαρτύρια της Αγίας

Άγιος Αθηνογένης επίσκοπος Πηδαχθόης και οι Δέκα Μαθητές του 16 Ιουλίου


Ιερά Λείψανα: Απότμημα του Ιερού Λειψάνου του Αγίου Αθηνογένη βρίσκεται στη Λαύρα Αγίου Αλεξάνδρου Νέβσκι Αγίας Πετρουπόλεως.
Άγιοι που εορτάζουν: Αγιος Αθηνογενης Επισκοπος Πηδαχθοης (; - 311), Αγιος Ριγινος Μαθητης Του Αγιου Αθηνογενη (; - 311), Αγιος Μαξιμινος Μαθητης Του Αγιου Αθη
νογενη (; - 311), Αγιος Πατροφιλος Μαθητης Του Αγιου Αθηνογενη (; - 311), Αγιος Αθηνογενης Μαθητης Του Αγιου Αθηνογενη (; - 311), Αγιος Αντιοχος Μαθητης Του Αγιου Αθηνογενη (; - 311), Αγιος Αμμων Μαθητης Του Αγιου Αθηνογενη (; - 311), Αγιος Θεοφραστος Μαθητης Του Αγιου Αθηνογενη (; - 311), Αγιος Κλεονικος Μαθητης Του Αγιου Αθηνογενη (; - 311), Αγιος Πετρος Μαθητης Του Αγιου Αθηνογενη (; - 311), Αγιος Ησυχιος Μαθητης Του Αγιου Αθηνογενη (; - 311)

Πατρίδα του Αγίου Αθηνογένη ήταν η Σεβάστεια της Καππαδοκίας. Η μόρφωση του, η θερμή πίστη του, καθώς και η γενναία φιλανθρωπική του δράση, τον ανέδειξαν επίσκοπο Πηδαχθόης.
Σαν επίσκοπος, ήταν φωτεινό πνευματικό λυχνάρι για το ποίμνιο του. Μάλιστα τόσο πολύ ήθελε να συνεχιστεί το έργο του Ευαγγελίου, ώστε με ιδιαίτερη φροντίδα κατάρτισε ικανότατους βοηθούς του. Άλλα όταν έγινε ο διωγμός επί Διοκλητιανού, ο Αθηνογένης με δέκα μαθητές του, τον Ριγίνο, τον Μαξιμίνο, τον Πατρόφιλο, τον Αθηνογένη, τον Αντίοχο, τον Άμμων, τον Θεόφραστο, τον Κλεόνικο, τον Πέτρο και τον Ησύχιο, συνελήφθη από τον ηγεμόνα Φηλίμαρχο, και αφού όλοι ομολόγησαν το Χριστό αποκεφαλίσθηκαν.
Αξίζει δε να αναφέρουμε, ότι στον Αθηνογένη οφείλουμε το γνωστό κατανυκτικό εσπερινό ύμνο, «Φῶς ἱλαρὸν ἁγίας δόξης, ἀθανάτου Πατρός, οὐρανίου, ἁγίου, μάκαρος, Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλθόντες ἐπὶ τὴν ἡλίου δύσιν, ἰδόντες φῶς ἑσπερινόν, ὑμνοῦμεν Πατέρα Υἱὸν καὶ Ἅγιον Πνεῦμα, Θεόν. Ἄξιον σὲ ἐν πάσι καιροὶς ὑμνείσθαι φωναὶς αἰσίαις, Υἱὲ Θεοῦ, ζωὴν ὁ διδοὺς διὸ ὁ κόσμος σὲ δοξάζει». Που σημαίνει: Ιησού Χριστέ, συ που είσαι το χαρούμενο φως του Αθανάτου, Ουρανίου, Άγιου και μακαρίου Πατρός, αφού φθάσαμε στη δύση του ήλιου και είδαμε το εσπερινό φως, υμνούμε τον Πατέρα, τον Υιόν και το Άγιο Πνεύμα, δηλαδή τον Τριαδικό Θεό. Είναι άξιο να σε υμνούμε σε κάθε ώρα με μελωδικές φωνές, Υιέ του Θεού, εσύ που δίνεις ζωή. Γι' αυτό ο κόσμος σε δοξάζει.
Ἀπολυτίκιον (Κατέβασμα)
Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Χρῖσμα ἀγιόν, εἰσδεδεγμένος, Μάρτυς ἔνθεος, τοῦ Λόγου ὤφθης, Ἀθηνόγενες ἀθλήσας στερρότατα, καὶ ὡς θυσίαν αὐτῶ προσενήνοχας τῶν φοιτητῶν σου δεκάδα τὴν πάνσεπτον μεθ' ὧν πρέσβευε, δοθήναι τοὶς σὲ γεραίρουσι, πταισμάτων ἱλασμὸν καὶ μέγα ἔλεος.

Δευτέρα 27 Ιουλίου 2026

Οἱ Ἀγαρηνοί εἶδαν τό Ἅγιο Λείψανο τοῦ Ὁσιομάρτυρος Ἀγαθαγγέλου τοῦ Ἐσφιγμενίτου νά εἶναι καθιστό!


Ὁ ἔνδοξος νέος ὁσιομάρτυς τοῦ Χριστοῦ Ἀγαθάγγελος, το βλάστημα τῆς πόλεως Αἴνου καί καύχημα τῆς σεβασμίας Μονῆς τοῦ Ἐσφιγμένου, μαρτύρησε στη Σμύρνη λίγο πρίν ἀπό τήν Ἑλληνική Επανάσταση…

…Ἀπό τό πρωί σέ ὅλη τήν πόλη ἁπλώθηκε ἡ φήμη ὅτι τό δίχως ἄλλο σήμερα ἐπρόκειτο νά ἀποκεφαλίσουν τὸν Ἀγαθάγγελο μπροστά στο τζαμί τοῦ κάστρου. Γι’ αὐτό καί συναθροίστηκε ἐκεῖ ἕνα τόσο πλῆθος λαοῦ ἀπό κάθε ἐθνικότητα, ὥστε πολλοί ἀποροῦσαν γιά τόν τόσο μεγάλο ἀριθμό ἀνθρώπων. Ὅλοι ἀτενίζοντας στον Μάρτυρα ἔβλεπαν τόσο ὄμορφο τό πρόσωπό του, σάν νά ἔμοιαζε μέ πρόσωπο ἀγγέλου. Τόν εἶχαν στολισμένο σάν γαμπρό, φέρνοντάς τον στόν τόπο τῆς καταδίκης σάν σε οὐράνια παστάδα.

Ὅταν ἔφτασαν στόν τόπο τῆς καταδίκης, τοῦ ἔβγαλαν τὰ ροῦχα καί τόν πρόσταξαν να γονατίσει. Τότε πῆγε πάλι ὁ σιχαμερός πρώην κύριός του, ἔσκυψε καί τοῦ ψιθύρισε στ’ αὐτί του. Ὁ Μάρτυρας δέν στράφηκε κάν νά τόν κοιτάξει.

Ἔπειτα ἦρθε κοντά του κι ἕνας νομοδιδάσκαλος τῆς πλάνης τους καί σκύβοντας μπροστά του τοῦ ἔλεγε: «Λυπᾶμαι, παιδί μου, νά τούς ἀφήσω να σε θανατώσουν. Ἔλα μαζί μου νά σέ κρύψω καί κατόπιν νά σέ ὁδηγήσω νά φύγεις· νὰ πᾶς ὅπου θέλεις καί νά ‘χεις τήν πίστη σου». Ὅμως ὁ ἅγιος Μάρτυρας κι αὐτόν καθόλου δέν τόν πρόσεξε. Εἶχε τὸν νοῦ του προσηλωμένο στόν Θεό, τά μάτια στραμμένα στή γῆ καί προσευχόταν νοερά.

Στη συνέχεια ἅπλωσε μέ προθυμία τόν λαιμό του καί μέ φωνή δυνατή εἶπε στούς δημίους του: «Χτυπᾶτε!». Τότε ὁ ἀρχηγός τους πρόσταξε να τόν χτυπήσουν. Ἕνας ἀπ’ αὐτούς ἔβγαλε τό σπαθί καί ἀπέκοψε τήν ἁγία κεφαλή του. Ἦταν 19 Απριλίου, ἡμέρα Σάββατο, πέμπτη ὥρα τῆς ἡμέρας, καί ὁ Ἅγιος βρισκόταν τότε στο δέκατο ένατο ἔτος τῆς ἡλικίας του.

Τότε ὅλα τά πλήθη τῶν Χριστιανῶν δόξασαν τόν Θεό χειροκροτώντας καί μεγαλύνοντας τόν ἔνδοξο Νεομάρτυρά του, δείχνοντας

Ο γέροντας και ο ληστής


Σε ένα μοναστήρι της ερήμου ζούσε κάποτε ένας γέροντας γνωστός για την αυστηρότητά του. Μια μέρα, ένας καταζητούμενος ληστής που είχε στο ενεργητικό του φόνους και ληστείες, κατέφυγε στο μοναστήρι ζητώντας να εξομολογηθεί.

Ο γέροντας, μόλις άκουσε τα πρώτα λόγια του ληστή, τον έδιωξε με οργή:
– Φύγε από εδώ, ανόσιε! Ούτε να σε βλέπω δεν μπορώ! Τα χέρια σου είναι γεμάτα αίμα. Δεν υπάρχει συγχώρεση για σένα!

Ο ληστής βγήκε από το κελί συντετριμμένος. Περιπλανιόταν στην έρημο για μέρες, νηστικός και διψασμένος, χωρίς ελπίδα.

Είχε αποφασίσει να πεθάνει.

Τότε τον συνάντησε ένας άλλος γέροντας, ο αββάς Ζωσιμάς, που γνώριζε την κατάστασή του.
– Πάτερ, μου είπαν ότι ο Θεός δεν με συγχωρεί. Πάω να πεθάνω στην έρημο.
– Κάθισε, παιδί μου. Πες μου τι σου συμβαίνει.
Ο ληστής του διηγήθηκε τα πάντα.

Ο γέροντας τον κοίταξε με μάτια γεμάτα δάκρυα.
– Άκουσέ με, αδελφέ. Θα σου πω την ιστορία ενός ανθρώπου που νόμιζε πως ήταν ο χειρότερος αμαρτωλός. Αυτός ο άνθρωπος είχε σκοτώσει, είχε κλέψει, είχε ατιμάσει. Και μια μέρα πήγε σε έναν πνευματικό που του είπε: “Εγώ είμαι χειρότερος από σένα. Εγώ δεν είχα καμία ελπίδα. Και όμως ο Θεός με δέχτηκε”.
– Ποιος ήταν αυτός ο άνθρωπος, πάτερ;
-Αυτός ο άνθρωπος είμαι εγώ, παιδί μου.

Ο ληστής τον κοίταξε με απορία.
Ο γέροντας ήταν γνωστός για την αγιότητά του.
– Μα πάτερ, εσείς είστε άγιος!
-Όχι, παιδί μου. Ήμουν όπως εσύ. Αλλά ο Θεός με δέχτηκε όταν μετανόησα. Και αν εμένα με δέχτηκε, εσένα γιατί να μη σε δεχτεί;
Ο ληστής έκλαψε πικρά. Ομολόγησε όλες του τις αμαρτίες και άλλαξε ζωή. Έγινε μοναχός και έζησε ασκητικά μέχρι το τέλος της ζωής του.

Χρόνια αργότερα, όταν κάποιος μοναχός τον ρώτησε πώς άντεξε τόση μετάνοια, εκείνος απάντησε:
-Γιατί ποτέ δεν ξέχασα ότι ο γέροντας που με δέχτηκε ήταν, όπως μου είπε, χειρότερος από μένα. Και αν εκείνος σώθηκε, θα σωθώ κι εγώ. Αργότερα όμως έμαθα ότι ο αββάς Ζωσιμάς ήταν άγγελος από μικρός. Το είπε για να μη με αφήσει να χαθώ.

 

Και πρόσθεσε:
– Τέτοια αγάπη μόνο ο Χριστός έχει. Και μέσα από τον γέροντα, με άγγιξε ο ίδιος ο Χριστός.

ΣΤΥΛΟΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

 

 

Αγιος Κήρυκος και η μητέρα του Αγία Ιουλίττα.(15 Ιουλίου)


Η εκκλησία τιμά σήμερα ένα τρίχρονο νήπιο και την αγία μητέρα του!
Η εκκλησία μας τιμά την ήμερα αυτή ένα νήπιο τριών χρονών! Ναι, έναν άγιο, που αγίασε στην νηπιακή ηλικία του («Νηπιάζοντι σώματι και τελειοτάτω Μάρτυς φρονήματι, τον άρχέκακον κατέβαλες…», ψάλλει στον «Ορθρον ή Εκκλησία).
Πρόκειται για τον «Αγιο Μάρτυρα Κήρυκο, που συνεορτάζεται με την επίσης Αγία Μητέρα του Ίουλίττα. Κι όταν γιορτάζει η Εκκλησία έναν «Αγιο, δεν είναι μόνον για να τιμήσει την μνήμη του, οΰτε μόνο για να παρακαλέσει όπως μεσιτεύσει στην ‘Αγία Τριάδα υπέρ όλου του κόσμου, υπέρ νεκρών και ζώντων. Ή εορτή έχει επίσης σκοπόν να προβάλει στους πιστούς ένα υπόδειγμα βίου, ένα πρότυπο ζωής. Γι’αυτό μας υπενθυμίζει τον Βίο και την Πολιτεία του και μας παρακινεί στην μίμησή του, αφού πρότυπο όλων των Αγίων είναι και ήταν πάντοτε ό Θεάνθρωπος Ιησούς Χριστός.
«Δεύτε και θεάσασθε άπαντες ξένον θέαμα και παράδοξον. Τις έώρακε νήπιον, τριετή όντα, τύραννον αίσχύναντα;».
Αυτή είναι η αρχή από το Δοξαστικόν (του Εσπερινού) για τον «Αγιο Κήρυκο και σε σύγχρονη γλώσσα θέλει να πει:
«Ελάτε να δήτε ένα παράδοξο καί ασυνήθιστο θέαμα. Ποιος είδε ένα νήπιο τριών χρονών να ντροπιάζη τύραννο;».
Και είναι αλήθεια ότι το μικρό νήπιο μπόρεσε να ντροπιάση τον Ρωμαίο Τύραννο της Ταρσού με την πίστη του στον Χριστό. Καλύτερα όμως να δοϋμε τι γράφει το Συναξάρι του αγιασμένου αύτοΰ ζευγαριού — μητέρας και παιδιού — που αρχίζει με τους στίχους:
«Ίουλίττα σύναθλος υίώ Κηρύκω η λαιμότμητος τω κάραν τεθλασμένω…».
Σέ σημερινή άπόδοσι σημαίνει:
«Ή Ίουλίττα υπήρξε συναθλήτρια με τον γιο της Κήρυκο, εκείνη, πού της έκοψαν τον λαιμό, με εκείνον, πού του έσπασαν το κρανίο του…».
Γράφει λοιπόν το Συναξάρι (βιογραφία) ότι ή Αγία Ίουλίττα καταγόταν από το Ικόνιο της Μικράς «Ασίας και έζησε στην εποχή του αυτοκράτορας Διοκλητιανου, πού ήταν μεγάλος διώκτης των Χριστιανών, γύρω στο τέλος του τρίτου αιώνος. Επειδή όμως γίνονταν φοβεροί διωγμοί εναντίον εκείνων, πού πίστευαν στον Κύριο μας Ιησού Χριστό, πήρε το γιο της Κήρυκο, πού ήταν τότε τριών χρονών και πήγε για περισσότερη ασφάλεια στην πόλι Σελεύκεια. «Αλλά κι’ έκεί τα ίδια και χειρότερα γίνονταν είς βάρος των πιστών. Φυλακίσεις, βασανιστήρια, θανατώσεις τρομερές, κατασχέσεις και άλλα φρικτά και απαίσια. Οι Χριστιανοί αναγκάζονταν να κρύβωνται και να συναντιούνται μυστικά, για να τελέσουν την θεία Λειτουργία (ενώ σήμερα, πού γίνεται ελεύθερα παντού, πολλοί Χριστιανοί αδιαφορούν και δεν πηγαίνουν να προσευχηθούν μαζί και να κοινωνήσουν τα θεια και άχραντα Μυστήρια…). «Ετσι αναγκάστηκε να φύγη κι από κεί και να πάη στην Ταρσό της Κιλικίας, πού βρίσκεται και αυτή στην Μ. Ασία.
Την πόλι εκείνη την διοικούσε τότε ένας πολύ σκληρός και άγριος ηγεμόνας, πού τον έλεγαν Αλέξανδρο. Και ήταν φοβερός και μαυρόψυχος για τους Χριστιανούς, πού τους κυνηγούσε μέρα και νύχτα και τους δίκαζε ό ίδιος με αυστηρότητα και μεγάλη εχθρότητα. Τους βασάνιζε με μύριους τρόπους και προσπαθούσε να τους άναγκάση να αρνηθούν τον Χριστό.
Μια μέρα οί στρατιώτες του συνέλαβαν, μαζί με άλλους χριστιανούς και την Ιουλίττα με τον μικρό γιο στην αγκαλιά και τους παρουσίασαν στον Αλέξανδρο. Εκείνος διέταξε αμέσως να τους ρίξουν όλους στα υπόγεια των φυλακών και να τους βασανίσουν, μέχρι πού ν’ αρνηθούν τον Κύριο και να προσκυνήσουν τα είδωλα. Καθώς κοίταγε όμως τους αλυσοδεμένους Χριστιανούς, του έκανε έντύπωσι ή νεαρή Ιουλίττα, με τον Κήρυκο στην αγκαλιά. Γι’ αυτό και την άλλη μέρα, πού κάθισε στον δικαστικό θρόνο για να κρίνη τους συλληφθέντες, θέλησε να έκμεταλλευθή την μητρική άγάπη της Ίουλίττας.
— Φέρτε μου αυτήν με το παιδί, διέταξε.

Κυριακή 26 Ιουλίου 2026

Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης (1749-1809) 14 Ιουλίου

      

Για τον Άγιο Νικόδημο τρέφουμε οι ορθόδοξοι Έλληνες μεγάλο θαυμασμό και βαθειά ευγνωμοσύνη. Η απόπειρα απόδοσης Βίου, «Συναξαρίου», του συγγραφέα του «Μεγάλου Συναξαριστού», ξεπερνάει τη συνηθισμένη μας τόλμη, αλλά όχι και το χρέος να εκφράσουμε σε λίγες έστω γραμμές απέραντη τιμή γι’ αυτόν τον νέο Άγιο, που φώτισε το πιο βαθύ σκοτάδι των τελευταίων χρόνων της σκλαβιάς του γένους μας.

Γεννήθηκε στη Νάξο στα 1749, από γονείς καλλιεργημένους και πλούσιους. Πολύ μικρός έδειξε εξαιρετική ικανότητα στα γράμματα και σπάνια φιλομάθεια. Στα 1765, σε ηλικία 16 ετών, ο Νικόλαος Καλλιβούρτσης, όπως ήταν το κοσμικό όνομα του Αγίου, αποστέλλεται από τον Επίσκοπο του νησιού τουστην περίφημη Σχολή της Σμύρνης να σπουδάσει. Μένει στη Σχολή πέντε χρόνια, όπου φανερώνει ασυνήθιστα πνευματικά χαρίσματα και υπέροχο ήθος.
Από αυτά τα εφηβικά του χρόνια μεταφέρουμε λίγα, απ’ όσα διέσωσαν οι βιογράφοι του, όσο για να γνωρίσουμε την αξιοθαύμαστη βιοτή ενός γεννημένου στη σκλαβιά Έλληνα σπουδαστή, που αναδείχτηκε φάρος παιδείας και αγιότητας και πλούτισε τη νεότερη Ελλαδική Εκκλησία με έργα Ορθοδόξου πίστεως και πνευματικής οικοδομής ανεκτίμητα.
Στη Σχολή, γράφουν, προκάλεσε την έκπληξη και το θαυμασμό δασκάλων και συμμαθητών για τηνεξαιρετική μνήμη, τη φωτεινή κρίση και το λαμπρό ήθος, τον ονομάζουν «εξαίσιον θαύμα της εποχής». Είχε συσπουδαστές τους μετέπειτα Πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως Νεόφυτο τον Ζ’ και Γρηγόριο τον Ε’ και άλλους άνδρες επισημότατους, οι οποίοι αναδείχτηκαν Ιεράρχες και Λογάδες, Δάσκαλοι του Γένους στα χρόνια του Ελληνικού Διαφωτισμού. Γνώριζε απ’ έξω όχι μόνον τις φιλοσοφικές, οικονομικές, ιατρικές, αστρονομικές και στρατιωτικές ακόμη πραγματείες, αλλά και όλους τους ποιητές, τους ιστορικούς, παλαιούς και νέους, Έλληνες και Λατίνους, καθώς και τα συγγράμματα των Ελλήνων Πατέρων. Έφτανε να διαβάσει ένα βιβλίο μία φορά και να το θυμάται σ’ όλη τη ζωή του.

Σάββατο 25 Ιουλίου 2026

Των 630 ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΗΣ Δ΄ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ

Η Εκκλησία μας δεν είναι κοινωνία Αγγέλων, είναι κοινωνία αμαρτωλών ανθρώπων, τους οποίους η Εκκλησία αγιάζει και τους εισάγει στην αιωνιότητα. 
Γι αυτό και αυτή η Εκκλησία μας σαν σήμερα το Πατριο εορτολόγιο μας παρουσιάζει 630 μορφές Αγίων.
Των Πατέρων της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου, η οποία συνήλθε στην Καρχηδόνα με πρωτοβουλία της αυτοκράτειρας Πουλχερίας και του Μαρκιανού.
Γιατί συνήλθε η Σύνοδος αυτή; Διότι είχε να αντιμετωπίσει προβλήματα. Πάντοτε η Εκκλησία είχε τα προβλήματά της και πάντοτε τα αντιμετώπιζε με αγάπη, στοργή και ενδιαφέρον.
Η Εκκλησία βλέπει όλα της τα παιδιά. Και τα παιδιά αυτά που αμαρτάνουν τα αγκαλιάζει, δεν τα λιθοβολεί, δεν τα αφορίζει, δεν τα πετάει.
Αλλά με στοργή και ενδιαφέρον τα προσφέρει ό,τι είναι δυνατόν για να σταθούν όρθια, να κρατηθούν στην πίστη, να αγωνισθούν, να λύσουν τα προβλήματά τους και να επιτύχουν τον αγιασμό και την σωτηρία.
Πάντοτε η Εκκλησία μας στάθηκε κοντά στον αμαρτωλό. Ο Χριστός μας ήλθε και πλησίασε τους αμαρτωλούς ανθρώπους για να τους σώσει. Δεν τους απομάκρυνε, δεν κράτησε αποστάσεις. «Ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθον βαλέτω», είπε. Έτσι αντιμετώπισε και η Εκκλησία τα παιδιά της που λύγιζαν, σκόνταφταν, ξεγλιστρούσαν, έπεφταν, αμάρταναν. Όμως η Εκκλησία είχε και άλλα παιδιά, τα οποία δεν ήσαν απλώς αμαρτωλά, ήσαν αιρετικοί. Ποια ήταν αυτά τα παιδιά της; Ήταν εκείνα τα οποία παραχάραξαν την διδασκαλία του Ευαγγελίου. Και όπως οι παραχαράκτες του εθνικού μας νομίσματος παραβιάζουν τους νόμους του Ελληνικού Κράτους, συλλαμβάνονται και οδηγούνται στην δικαιοσύνη, έτσι ακριβώς και η Εκκλησία μας αντιμετώπιζε τους αιρετικούς, τους παραχαράκτες της αληθείας του Ευαγγελίου.

Αλλωστε και ο Απόστολος Παύλος στην προς Τίτον επιστολή, μας είπε «αιρετικόν άνθρωπον μετά μίαν και δευτέραν νουθεσίαν παραιτού, ειδώς ότι εξέστραπται ο τοιούτος και αμαρτάνει ων αυτοκατάκριτος».
Λέει, αιρετικό άνθρωπο αν τον συμβουλεύσεις μια και δυο άστον, γιατί αυτός πλανήθηκε και αμαρτάνει. Είναι αδύνατον να τον επαναφέρεις.
Ο αιρετικός είναι αυτός που παίρνει ένα μέρος, μια σελίδα του Ευαγγελίου και την διαστρέφει. Αντιτάσσεται στο ορθόδοξο δόγμα της Εκκλησίας μας.
Γι αυτούς τους ανθρώπους μας μίλησε και ο Ευαγγελιστής της Αγάπης, ο Ιωάννης, ο οποίος είπε: «Ει τις έρχεται προς υμάς και ταύτην την διδαχήν ου φέρει, μη λαμβάνετε αυτόν εις οικίαν, και χαίρειν αυτώ μη λέγετε». Όποιος δεν φέρνει το Ευαγγέλιο αυτό που σας κηρύττω εγώ, να μην τον χαιρετάτε και να μην τον βάζετε μέσα στο σπίτι σας.
Έτσι αντιμετώπισε η Εκκλησίας μας τους αιρετικούς.
Και όταν αυτός ο μαθητής της Αγάπης, συνάντησε στο βαλανίον έναν μεγάλο αιρετικό, τον Κύρινθο και έμαθε ότι είναι μέσα εκεί, είπε στην συνοδεία του να φύγουν μην τυχόν και πέσει το βαλανίον και τους σκεπάσει.
Κάποτε ένας φημισμένος αγιος, ο αββάς Αγάθων, δέχθηκε μια επίσκεψη. Κάποιοι άνθρωποι τον πλησίασαν και τον ρώτησαν: «Εσύ είσαι ο αββάς Αγάθων, ο υπερήφανος, ο ψεύτης, ο παλιάνθρωπος, ο απατεώνας;». Ναι! (Σε όλα απαντούσε θετικά). «Εσύ είσαι ο αββάς Αγάθων ο αιρετικός;». Ύψωσε τότε την φωνή του, διαμαρτυρήθηκε, ένωσε τα τρία του δάκτυλα και είπε: «Όχι, αμαρτωλός είμαι, αιρετικός δεν είμαι. Πιστεύω εις το Όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Αμήν».

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΗΣ Δ΄ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ (Ἡ Δ΄Οἰκουμενική Σύνοδος καί οἱ αἰρετικοί Μονοφυσίτες)






Η Εκκλησία διαχρονικά προκαλείτο από διάφορους αιρετικούς. Τα προβλήματα που αυτοί προκαλούσαν, ως προβατόσχημοι λύκοι, καθώς και τα ζητήματα που προέκυπταν τα αντιμετώπιζε Συνοδικά. Διά των Συνόδων η Εκκλησία εξήγησε ό,τι ήταν ήδη παραδεδομένο από το Θεό -αλλά αμφισβητήθηκε από την αίρεση- και μάλιστα, κατα τρόπο που να μην επιδέχεται πλέον παρερμηνεία, ώστε οι πιστοί να γνωρίζουν επακριβώς την πίστη τους και έτσι, έχοντας ορθά θεολογικά κριτήρια, να μην παρασύρονται από τους κακοπροαίρετους αιρεσιάρχες. Το έτος 451 μ.Χ., λοιπόν, επί Αυτοκρατορίας του Αγίου Μαρκιανού και της Αγίας Πουλχερίας, συγκλήθηκε Σύνοδος από 630 Πατέρες στην Χαλκηδόνα (πόλη που βρίσκεται στις ακτές του Βοσπόρου, απέναντι από την Κωνσταντινούπολη), η οποία εκαλείτο να αντιμετωπίσει την αίρεση του μονοφυσιτισμού, της οποίας κύριοι εκπρόσωποι απέβησαν οι αιρετικοί Ευτυχής και Διόσκορος. Η Σύνοδος του 451 αναγνωρίστηκε από την Εκκλησία ως η Δ’ Οικουμενική.


Ο Ευτυχής




Ο Ευτυχής ήταν αρχιμανδρίτης και ηγείτο ενός μοναστηριού στην Κωνσταντινούπολη. Σύμφωνα με τη θεωρία του, στο ένα πρόσωπο του Ιησού Χριστού δεν υπάρχουν δύο φύσεις, αλλά μόνο μία, η Θεία, διότι δεν δεχόταν πως ο σαρκωθείς Υιός και Λόγος του Θεού, ως άνθρωπος, είχε ομοούσια φύση με την μητέρα του, την Κυρία Θεοτόκο. Το καίριο και κύριο αυτό δογματικό ολίσθημα ο Ευτυχής επιχειρούσε να δικαιολογήσει λέγοντας ότι η ανθρώπινη φύση του Χριστού απορροφήθηκε από τη Θεία του φύση. Έτσι ο Ευτυχής ακύρωνε το έργο της Θείας Οικονομίας.



Ως εκ τούτου, λοιπόν, ο Ευτυχής καθαιρέθηκε, από Ενδημούσα Σύνοδο στην Κωνσταντινούπολη, η οποία συγκλήθηκε με Πρόεδρο τον Αρχιεπίσκοπο τον Άγιο Φλαβιανό. Ο αιρεσιάρχης Ευτυχής, όμως, συνεργούντος του Χρυσαφίου, κατάφερε να πετύχει αποκατάστασή του με σύγκλιση μεγάλης συνόδου στήν Έφεσο, όπου αυτή τη φορά προήδρευε ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας Διόσκορος. Η σύνοδος αυτή έγινε το 449 και ονομάστηκε Ληστρική, λόγω των θλιβερών και αντιεκκλησιαστικών γεγονότων που σημειώθηκαν κατά την διάρκειά της.


Ο Διόσκορος

Σύναξη του Αρχαγγέλου Γαβριήλ 13 Ιουλίου



Να, συν τοις άλλοις, πως η Εκκλησία υμνεί τον αρχάγγελο Γαβριήλ σ' αυτή τη γιορτή του:

«Θρόνω παριστάμενος τῆς τρισηλίου Θεότητας καὶ πλουσίως λαμπόμενος, ταὶς θείαις λαμπρότησι, ταὶς ἐκπεμπομέναις, ἀπαύστως ἐκεῖθεν, τοὺς ἐπὶ γῆς χαρμονικῶς, χοροστατοῦντας καὶ εὐφημούντας σέ, παθῶν ἀχλύος λύτρωσαι, καὶ φωτισμῶ καταλάμπρυνον, Γαβριὴλ Ἀρχιστράτηγε, πρεσβευτὰ τῶν ψυχῶν ἠμῶν.
Τῶν ἀσωμάτων λειτουργῶν ὡς πρωτεύων, τὸ πρὸ αἰώνων ὁρισθὲν ὄντως μέγα, σὺ Γαβριὴλ πεπίστευσαι μυστήριον, τόκον τὸν ἀπόρρητον, τῆς ἁγίας Παρθένου, Χαῖρε, προσφωνῶν αὕτη, ἡ κεχαριτωμένη. Χρεωστικῶς σὲ ὅθεν οἱ πιστοί, ἐν εὐφροσύνῃ ἀεὶ μακαρίζαμεν».
Για ποιον λόγο γίνεται μνεία την Συνάξεως του Αρχαγγέλου Γαβριήλ, δεν γνωρίζουμε. Ίσως να συνδέεται με κάποια ευεργεσία του Αρχαγγέλου που ποίησε αυτή την ημέρα στους Χριστιανούς ή να συνδέετε με το γεγονός ότι η Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως ήθελε να δείξει με αυτή την εορτή την αφοσίωση της στον Αρχάγγελο Γαβριήλ και αυτό ίσως να έγινε περί τον 9ο μ.Χ. αιώνα.
Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ'. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ὡς θεῖος Ἀρχάγγελος, τῶν νοερῶν στρατιῶν, Τριάδος τὴν ἔλλαμψιν, καθυποδέχη λαμπρῶς, Γαβριὴλ Ἀρχιστράτηγε, ὅθεν ἐκ πάσης βλάβης, καὶ παντοίας ἀνάγκης, σῷζε ἀπαρατρώτους, τοὺς πιστῶς σὲ τιμώντας, καὶ πόθω ἀνευφημούντας, τὰ σὰ θαυμάσια.

Παρασκευή 24 Ιουλίου 2026

ΣΥΝΑΞΙΣ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΤΗΣ ΤΡΙΧΕΡΟΥΣΑΣ (12 Ιουλίου)



Στην εικόνα αυτή κατέφυγε με δίκαιο παράπονο και προσευχήθηκε ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός κρατώντας το κομμένο δεξί του χέρι, που συνέγραφε τους λόγους υπέρ των Αγίων Εικόνων και του κόπηκε από επιβουλή των εικονομάχων.

Η Παναγία θαυματούργησε συγκολλώντας και ζωογονώντας το νεκρό χέρι του και εκείνος της αφιέρωσε ΑΣΗΜΕΝΙΟ ΧΕΡΙ, που η θέση του στην εικόνα το κάνει να φαίνεται σαν ένα ΤΡΙΤΟ χέρι της Παναγίας.

Η εικόνα μέχρι το 12 αιώνα μ.Χ. φυλαγόνταν στη Λαύρα του αγίου Σάββα, δωρήθηκε στον Άγιο Σάββα Αρχιεπίσκοπο Σερβίας, κτίτορα της μονής Χιλανδαρίου κατά την επίσκεψή του στους Αγίους Τόπους. Αυτός τη μετέφερε στη Σερβία, από όπου αργότερα μετακομίστηκε με θαυμαστό τρόπο στο Άγιο Όρος, κατά τις διαταραχές που συνέβησαν στη Σερβία , ο ημίονος που την μετέφερε πάντοτε προ του στρατεύματος στις διάφορες μάχες χάθηκε και προχωρώντας μόνος του έφθασε μέχρι το Χιλανδάρι.

11.000 νεομάρτυρες Κληρικοί και Μοναχοί πυροβολήθηκαν το 1918 στη Μονή Οράνκι της Ρωσίας από τους κομουνιστές.


Λίγα λόγια για την Ιερά Μονή Οράνκι.
Η Ιερά Μονή Οράνκι της Ρωσίας ιδρύθηκε τον 18ο αιώνα κοντά στο ποτάμι Βόλγα για τους Ρώσους αριστοκράτες. Λειτούργησε μέχρι την επανάσταση του 1918, οπότε και κλείστηκε από τους αθέους και μετατράπηκε σε φυλακή.
Τους τοίχους του Ναού τους έβαψαν με ασβέστη για να σκεπαστούν οι τοιχογραφίες. Την μετέβαλαν σε φυλακή γυναικών. Το 1942 έγινε στρατόπεδο συγκεντρώσεως για τους αιχμαλώτους πολέμου. Τώρα είναι πάλι γυναικεία φυλακή.
-Πείτε μας, πάτερ Δημήτριε, κάτι για το στρατόπεδο συγκεντρώσεως στη Μονή Οράνκι, και για τους μοναχούς που μαρτύρησαν εκεί.
-Οράνκι ήταν το Μοναστήρι των Ρώσων αριστοκρατών και βρισκόταν στο κέντρο της Ρωσίας, κοντά στον ποταμό Βόλγα. Το 1918 οι κομουνιστές το κατάργησαν και έκαναν εκεί το στρατόπεδο συγκεντρώσεως για τους μοναχούς, μαζεύοντας εκεί πάνω από 11.000 μοναχούς από όλα τα μοναστήρια της Ρωσίας. Ήταν και ιερομόναχοι αλλά και παντρεμένοι ιερείς, με επικεφαλής έναν Επίσκοπον.
Το 1918 ήρθε από την Μόσχα μια στρατιωτική κομουνιστική επιτροπεία και τους είπε:
«Έρχεστε μαζί μας, ή όχι; Έχετε 24 ώρες να σκεφθείτε!».
Ο Επίσκοπος όμως τους είπε:
«Είναι πάρα πολύ μέχρι αύριο. Θα σας δώσουμε την απάντηση σε 10 λεπτά».
Τότε ο Επίσκοπος στράφηκε προς τους μοναχούς και τους είπε:
«Αδελφοί, τώρα έχετε την ευκαιρία να γίνετε Μάρτυρες για τον Χριστό. Θέλετε να ενωθείτε με τους κομουνιστές, ή θέλετε να παραδώσετε την ζωή σας για τον Χριστό και να συγκραταριθμηθείτε στην χορεία των αγίων μαρτύρων; Μη φοβάστε. Ο Χριστός είναι μαζί μας. Ο Χριστός μας καλεί σ' Αυτόν!».
Τότε φώναξαν όλοι ομόφωνα:
«Θέλουμε να πεθάνουμε για τον Χριστόν», και στην συνέχεια τους σκότωσαν όλους.
Τους πυροβολούσαν στο κεφάλι. Σε ένα μήνα, από 300-500 άτομα την ημέρα, τους εξετέλεσαν όλους και τους έθαψαν σε μια μεγάλη χαράδρα στην αυλή του Μοναστηριού. Μερικοί έσκαβαν μια τάφρο, μετά τους σκότωσαν, άλλοι τους σκέπαζαν με χώμα και έσκαβαν στη συνέχεια την τάφρο μετά και αυτούς, με την σειρά τους, τους σκότωναν, μέχρι που τους έθαψαν όλους. Τον Επίσκοπο τον σκότωσαν στο τέλος και τον έθαψαν καθισμένο σε μια μικρή καρέκλα.
Ήταν μια μαζική σφαγή των Ρώσων μοναχών από τους κομουνιστές, μοναδική στην ιστορία της σύγχρονης Εκκλησίας, για την οποία κανείς δεν λέγει τίποτε, ούτε γράφτηκε κάτι μέχρι τώρα. Εγώ είμαι ο μοναδικός ορθόδοξος ιερέας που ζω ακόμη, αυτόπτης μάρτυς στην αποκάλυψη των λειψάνων των αγίων μαρτύρων από το Οράνκι, όπου έμεινα στο στρατόπεδο ως στρατιωτικός ιερεύς μεταξύ των ετών 1942-1948. έγραψα και ένα βιβλίο, σχετικά με αυτό το γεγονός, που ονομάζεται «Οράνκι».