«Βαστάζετε αλλήλων τα βάρη, και ούτως αναπληρώσατε τον νόμον του Χριστού» γράφει ο Απόστολος Παύλος στην προς Γαλάτας επιστολή του. Στον μοναχικό βίο η εντολή αυτή δεν είναι απλώς λόγος της Γραφής, αλλά καθημερινή πράξη ζωής. Ο μοναχός δεν αγωνίζεται μόνο για τη δική του σωτηρία. Σηκώνει μυστικά και τον πόνο του αδελφού του. Και πολλές φορές ο αγώνας αυτός γίνεται αθέατος, τη νύχτα, όταν όλα φαίνονται σιωπηλά και μόνο ο Θεός γνωρίζει τι συμβαίνει μέσα στις καρδιές των ανθρώπων.
Σε μια μεγάλη Σκήτη του Αγίου Όρους ζούσε κάποτε ένας ηλικιωμένος ιερομόναχος, ο παπα Νικόλας. Ήταν άνθρωπος απλός, ήσυχος και ταπεινός. Οι περισσότεροι τον θεωρούσαν έναν γέροντα χωρίς ιδιαίτερη φήμη. Κανείς όμως δεν γνώριζε τον μυστικό αγώνα που έκανε κάθε νύχτα για τους αδελφούς του.
Πριν ακόμη χτυπήσει το τάλαντο για τον Όρθρο, ο παπα Νικόλας σηκωνόταν από το κελί του. Έπαιρνε στο χέρι ένα μικρό φανάρι ή ένα αναμμένο δαδί και άρχιζε να περπατά αργά στους διαδρόμους της Σκήτης. Στο άλλο του χέρι κρατούσε το κομποσκοίνι. Οι κόμποι περνούσαν αθόρυβα ανάμεσα στα δάχτυλά του καθώς ψιθύριζε την ευχή.
Σταματούσε έξω από κάθε κελί μοναχού. Δεν χτυπούσε την πόρτα. Δεν ήθελε να ταράξει κανέναν. Ακουμπούσε απλώς το μέτωπό του επάνω στο ξύλο της πόρτας για λίγα δευτερόλεπτα. Ψιθύριζε μια μικρή προσευχή και ύστερα έκανε μια μετάνοια. Με τον ίδιο τρόπο περνούσε από όλα τα κελιά, ένα προς ένα.
Ένας νεαρός δόκιμος, γεμάτος απορία για τη συνήθεια του γέροντα, τον παρακολούθησε ένα βράδυ. Όταν ο παπα Νικόλας έφτασε μπροστά στο δικό του κελί, ο νεαρός βγήκε ξαφνικά έξω.
Γέροντα, γιατί το κάνετε αυτό κάθε βράδυ; Γιατί δεν ξεκουράζεστε πριν την εκκλησία;
Ο γέροντας στάθηκε ήρεμα και του απάντησε με πραότητα.
Ευλογημένο παιδί, κάνω τον έλεγχο της αγάπης.
Ο νεαρός δεν κατάλαβε. Τότε ο παπα Νικόλας του αποκάλυψε το μυστικό του.
Η νύχτα είναι η πιο δύσκολη ώρα για τον μοναχό. Τότε πολεμά ο πειρασμός. Άλλος πονά στο σώμα και δεν μπορεί να κοιμηθεί. Άλλος πολεμά με τις αναμνήσεις του κόσμου. Άλλος νιώθει απελπισία και δεν βρίσκει δύναμη να σηκωθεί για την προσευχή.
Γι’ αυτό περνώ από κάθε κελί και λέω μια μικρή προσευχή.
Κύριε Ιησού Χριστέ, δώσε δύναμη στον αδελφό που είναι πίσω από αυτή την πόρτα. Αν είναι λυπημένος, παρηγόρησέ τον. Αν είναι άρρωστος, γιάτρεψέ τον. Αν πολεμάται από λογισμούς, δώσε ειρήνη στην καρδιά του. Αν βαριέται, άναψε μέσα του τον πόθο της προσευχής.
Και τότε πρόσθεσε με ταπεινή φωνή.
Το δαδί που κρατώ δεν φωτίζει τον δρόμο μου. Φωτίζει τις ψυχές τους.
Οι Πατέρες της Εκκλησίας διδάσκουν ότι η προσευχή για τον αδελφό είναι από τα μεγαλύτερα έργα αγάπης. Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέγει ότι τίποτε δεν ενώνει τόσο τους ανθρώπους όσο η προσευχή που γίνεται ο ένας για τον άλλον. Ο δε Άγιος Ισαάκ ο Σύρος διδάσκει ότι καρδιά ελεήμων είναι εκείνη που καίγεται από αγάπη για όλη την κτίση και προσεύχεται ακόμη και για εκείνους που δεν το γνωρίζουν.
Στην μοναχική παράδοση του Αγίου Όρους αυτός ο αγώνας της κρυφής προσευχής θεωρείται μεγάλο διακόνημα. Ο μοναχός γίνεται μυστικός φύλακας των αδελφών του. Όπως λέγει η Γραφή, «αγρυπνείτε και προσεύχεσθε, ίνα μη εισέλθητε εις πειρασμόν».
Με τον καιρό πολλοί μοναχοί της Σκήτης παρατηρούσαν κάτι παράξενο. Κάποιες νύχτες, όταν η καρδιά τους ήταν βαριά ή όταν η προσευχή τους είχε παγώσει, ένιωθαν ξαφνικά μια γλυκιά ειρήνη να περνά μέσα στο κελί τους. Η λύπη έφευγε και η ψυχή ζεσταινόταν. Σηκώνονταν από το κρεβάτι και έτρεχαν στον ναό για τον Όρθρο.
Χρόνια αργότερα ο παπα Νικόλας κοιμήθηκε ένα παγωμένο χειμωνιάτικο βράδυ. Οι πατέρες της Σκήτης τον έθαψαν απλά, όπως ζούσε. Όμως κάποιοι από αυτούς έλεγαν ότι σε δύσκολες νύχτες, όταν ένας νέος μοναχός παλεύει με τη μοναξιά ή τον λογισμό της φυγής, ακούγονται ελαφρά βήματα στους διαδρόμους της Σκήτης. Και μια λεπτή μυρωδιά από καμένο δαδί και λιβάνι περνά μέσα από τις χαραμάδες των θυρών.
Τότε οι παλαιοί χαμογελούν και λένε σιγανά.
Ο παπα Νικόλας συνεχίζει ακόμη τον έλεγχο της αγάπης.
Η ιστορία αυτή θυμίζει μια μεγάλη αλήθεια της πνευματικής ζωής. Η πιο δυνατή βοήθεια που μπορεί να προσφέρει ένας άνθρωπος στον αδελφό του δεν είναι πάντα ένας λόγος ή μια πράξη που φαίνεται. Συχνά είναι η κρυφή προσευχή που γίνεται τη νύχτα, όταν κανείς δεν βλέπει. Εκείνη η προσευχή που σηκώνει τον πόνο του άλλου μπροστά στον Θεό και ζητά έλεος για όλο τον κόσμο.
Όπως διδάσκει και ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, όποιος αγαπά αληθινά τον αδελφό του, προσεύχεται γι’ αυτόν όπως προσεύχεται για τον εαυτό του. Και τότε η αγάπη γίνεται φως που φωτίζει όχι μόνο έναν άνθρωπο, αλλά ολόκληρη την αδελφότητα.
Όταν η νύχτα γίνεται τόπος προσευχής, τότε ακόμη και το μικρό φως ενός δαδιού μπορεί να γίνει φλόγα που ζεσταίνει πολλές ψυχές.
Αν κάποτε βρεθείς σε δύσκολη ώρα και νιώσεις την καρδιά σου να βαραίνει μέσα στη νύχτα, θυμήσου ότι ίσως κάπου κάποιος προσεύχεται για σένα χωρίς να το γνωρίζεις. Και αυτή η μυστική προσευχή είναι πολλές φορές το πιο αληθινό σημείο ότι η αγάπη του Θεού εργάζεται σιωπηλά μέσα στον κόσμο.
Στη σιωπή της νύχτας, εκεί όπου ακούγεται μόνο η ευχή, γεννιέται η πιο καθαρή μορφή αγάπης.
Ένας γέροντας που προσευχόταν κρυφά για τους αδελφούς του θυμίζει ότι η αληθινή αγάπη δεν κάνει θόρυβο. Προσεύχεται.














