Κυριακή 10 Μαΐου 2026

Ἡ γῆ δέχεται τὸν σπόρο. Ἡ καρδιὰ ἄραγε δέχεται τὸν Χριστό;


Ἡ γῆ ποὺ ποτίζεται μὲ προσευχὴ
«Ὁ σπείρων ἐν δάκρυσιν, ἐν ἀγαλλιάσει θεριεῖ.» Ψαλμός 125
Δὲν εἶναι μόνο τὸ χώμα ποὺ χρειάζεται καλλιέργεια. Εἶναι καὶ ἡ καρδιά τοῦ ἀνθρώπου. Γιατί ἡ γῆ, ὅταν μείνει ἀκαλλιέργητη, γεμίζει ἀγκάθια. Καὶ ἡ ψυχή, ὅταν ἀφήσει τὴν προσευχὴ καὶ τὴν ταπείνωση, γεμίζει λογισμούς, σκληρότητα καὶ ψυχρότητα.
Ὁ μοναχὸς ποὺ σκύβει στὴ γῆ γιὰ νὰ φυτέψει, δὲν κάνει μόνο ἕνα χειρωνακτικὸ διακόνημα. Διδάσκει μυστικὰ ὅτι ὁ ἄνθρωπος πλαστῆκε γιὰ νὰ κοπιάζει μὲ εὐλογία, νὰ ἱδρώνει μὲ εὐχαριστία καὶ νὰ μεταμορφώνει τὸν κόπο σὲ δοξολογία Θεοῦ. Τὸ κάθε μικρὸ φυτό ποὺ μπαίνει στὴ γῆ μοιάζει μὲ μία μικρὴ ἐλπίδα ποὺ παραδίδεται στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ.
Στὶς παλιὲς ὀρθόδοξες πολιτείες, οἱ μοναχοὶ ἔσπερναν μὲ τὸ κομποσχοίνι στὸ χέρι. Ἡ γῆ γινόταν προσευχητάρι. Τὸ νερὸ γινόταν εὐλογία. Ὁ ἥλιος γινόταν μάρτυρας τοῦ τίμιου κόπου. Καὶ ὅταν φύτρωνε ὁ καρπός, κανείς δὲν ἔλεγε «τὸ κατάφερα». Ἔλεγαν «Δόξα τῷ Θεῷ».
Ἔτσι σώζεται ὁ ἄνθρωπος. Ὄχι μὲ μεγάλα λόγια καὶ θορύβους, ἀλλὰ μὲ ἥσυχο κόπο, μὲ καθαρὰ χέρια, μὲ προσευχὴ ποὺ ποτίζει τὴν καθημερινότητα. Γιατί ὁ Θεὸς δὲν κοιτάζει πόσο μεγάλο εἶναι τὸ χωράφι μας, ἀλλὰ πόση ταπείνωση ἔχει ἡ καρδιά μας.
Ὁ Ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ Σύρος λέγει: «Ἡ ταπείνωσις καὶ χωρὶς ἔργα πολλὰ συγχωρεῖ ἁμαρτήματα πολλά.»
Καὶ ἴσως τελικὰ αὐτὸς ποὺ φυτεύει μὲ εἰρήνη στὴ γῆ, νὰ φυτεύει τὴν ἴδια ὥρα καὶ λίγη Βασιλεία Θεοῦ μέσα στὸν κόσμο.
Ἂς μάθουμε ξανά νὰ ἀγαποῦμε τὸν εὐλογημένο κόπο, τὴ σιωπή, τὴν ἁπλότητα καὶ τὴν καθαρὴ ζωή. Γιατί ὅπου ὑπάρχει προσευχή, ταπείνωση καὶ τίμιος ἱδρώτας, ἐκεῖ ἀναπαύεται ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ.
Ἡ γῆ δέχεται τὸν σπόρο. Ἡ καρδιὰ ἄραγε δέχεται τὸν Χριστό;
Σὲ ὅλους ἐκείνους ποὺ κοπιάζουν σιωπηλά, μακριὰ ἀπὸ ἐπαίνους καὶ φωνές, καὶ κρατοῦν ἀκόμη λίγη καθαρότητα μέσα στὸν κόσμο.
Στὸν ἥσυχο κόπο τῆς γῆς, πολλὲς φορὲς κρύβεται ἡ πιο καθαρὴ προσευχή.

Ἡ ψυχὴ δὲν γεννήθηκε γιὰ τὴ γῆ. Θυμήσου ποῦ ἀνήκεις.


«Γνῶθι, ψυχή μου, τὴν ἄνω πατρίδα»
«Τὰ ἄνω φρονεῖτε, μὴ τὰ ἐπὶ τῆς γῆς.» Πρὸς Κολοσσαεῖς γ´ 2
Ὁ ἄνθρωπος δὲν ἐπλάσθη διὰ τὴν φθοράν, οὐδὲ διὰ νὰ καταλήξῃ εἰς τὸ χώμα τῆς λήθης. Ὁ Θεός, διὰ τοῦ ἀχράντου Λόγου καὶ τοῦ Παναγίου Πνεύματος, ἐδημιούργησε τὰ σύμπαντα μὲ σοφίαν καὶ ἀγαθότητα, καὶ μέσα εἰς αὐτὴν τὴν κτίσιν ἔθεσε τὸν ἄνθρωπον ὡς λογικὸν καὶ πνευματικὸν πρόσωπον, διὰ νὰ δοξάζῃ τὸ Πανάγιον Ὄνομα Αὐτοῦ. Ἀλλὰ ἡ ψυχὴ ποὺ ἐλησμόνησε τὴν καταγωγήν της, προσκολλᾶται εἰς τὰ γήϊνα, καὶ ἀντὶ νὰ ἀναβαίνῃ πρὸς τὸ φῶς, βαραίνει μέσα εἰς τὴν μέριμναν, τὴν φιλαυτίαν καὶ τὴν φθοράν.
«Ἐγὼ εἶπα· θεοί ἐστε καὶ υἱοὶ Ὑψίστου πάντες.» Ψαλμός πα´ 6
Μεγάλη εἶναι ἡ εὐγένεια τῆς ψυχῆς. Δὲν εἶναι πλασμένη διὰ νὰ σύρεται μέσα στὰ πάθη καὶ στὴν γῆν, ἀλλὰ διὰ νὰ κοινωνῇ τῆς θείας ζωῆς. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος λησμονῇ τὴν ἄνω πατρίδα, τότε τὸ χεῖρον νικᾷ τὸ κρεῖττον· τὸ σῶμα ἐξουσιάζει τὴν ψυχήν, καὶ ἡ καρδία ψυχραίνεται ἀπὸ τὴν χάριν. Ὅμως ὁ Κύριος δὲν παύει νὰ περιμένῃ τὴν ἐπιστροφὴν τοῦ ἀνθρώπου. Δὲν ἀποστρέφεται τὸ πλάσμα Του, ἀλλὰ σπλαγχνίζεται ἐκεῖνον ποὺ μετανοεῖ καὶ κράζει ἐκ βάθους καρδίας· «φεῖσαι δέομαι».
Ὁ κόσμος ὅλος παρέρχεται. Τὰ σώματα γη γίνονται, οἱ δόξες σβήνουν, τὰ πλούτη χάνονται, καὶ ὅσα φαίνονται μεγάλα εἰς τοὺς ἀνθρώπους γίνονται σκιὰ καὶ καπνός. Μόνον ἡ ψυχὴ ποὺ ἔμαθε νὰ ἐλπίζῃ εἰς τὸν Κύριον μένει ἀκλόνητος. Διότι ἡ ἀληθινὴ πατρίδα τοῦ ἀνθρώπου δὲν εἶναι ἡ γῆ, ἀλλὰ ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.
Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς λέγει ὅτι ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου ὅταν καθαρθῇ, θυμᾶται τὴν οὐράνια καταγωγήν του καὶ ποθεῖ τὸ Ἄκτιστον Φῶς. Αὐτὸς ὁ πόθος εἶναι ἡ μυστικὴ νοσταλγία τῆς ψυχῆς διὰ τὸν Θεόν.
Ἀδελφέ, μὴ παραδώσῃς τὴν ψυχὴν σου εἰς τὰ πρόσκαιρα. Μὴ κάμῃς κατοικίαν σου τὴν φθοράν. Ἔγερσαι ἀπὸ τὸν ὕπνον τῆς ραθυμίας καὶ μνήσθητι τίνος εἶσαι εἰκών. Ἡ ψυχὴ σου ἐπλάσθη διὰ τὴν αἰωνιότητα.
Ἡ καρδία ποὺ ἐλπίζει εἰς τὸν Χριστόν, δὲν χάνεται ποτέ.
Ἀφιερώνεται εἰς κάθε ψυχὴ ποὺ κουράστηκε ἀπὸ τὸ βάρος τοῦ κόσμου, ἀλλὰ μέσα της διατηρεῖ ἀκόμη τὴν μυστικὴ δίψα τῆς οὐρανίου πατρίδος.
Ἡ ψυχὴ δὲν γεννήθηκε γιὰ τὴ γῆ. Θυμήσου ποῦ ἀνήκεις.

Αγίων Εννέα Μαρτύρων των εν Κυζίκω 28 Απριλίου



Οι Άγιοι εννέα μάρτυρες της Κυζίκου δηλ. ο Θεόγνις, ο Ρούφος, ο Αντίπατρος, ο Θεόστιχος, ο Αρτεμάς, ο Μάγνος, ο Θεόδουλος, ο Θαυμάσιος και ο Φιλήμονας καταγόταν από διάφορους τόπους. Συνελήφθησαν όμως όλοι μαζί στη Κύζικο
την περίοδο των διωγμών. Όταν οδηγήθηκαν μπροστά στον τοπικό άρχοντα επέδειξαν θαυμαστή γενναιότητα και υπερασπίσθηκαν με παρρησία και θάρρος την πίστη τους. για το λόγο αυτό και για να καμφθεί το σθένος τους ρίχθηκαν στη φυλακή. Εκεί χωρίς νερό και ψωμί προσευχόταν και δοξολογούσαν τον Κύριό τους ο οποίος τούς αξίωσε να υποφέρουν για Εκείνον και ο ένας έδινε θάρρος στον άλλον. Όταν ο άρχοντας από τη φυλακή και τούς ρώτησε για τελευταία φορά αν επιμένουν να πιστεύουν στο Χριστό όλοι «εν ενί στόματι και μία καρδία» του απάντησαν ότι προτιμούν το μαρτύριο από το να αρνηθούν τον Πλάστη και Δημιουργό και Σωτήρα του κόσμου. Έξαλλος από οργή ο άρχοντας διέταξε αμέσως τον αποκεφαλισμό τους χαρίζοντάς τους την ουράνια δόξα.
Ἀπολυτίκιον (Κατέβασμα)
Ἦχος γ'. Θείας πίστεως.
Θείας πίστεως, τὴ συμφωνία, ἐννεάριθμος, Μαρτύρων δῆμος, ἐν Κυζίκῳ ἱερῶς ἠνδραγάθησε, τὸν γὰρ Ὑπέρθεον Λόγον κηρύξαντες, ὑπὲρ αὐτοῦ ὡς ἀμνοὶ σφαγιάζονται, ὅθεν ἄφεσιν, αἰτοῦνται ἠμὶν καὶ ἔλεος, τοὶς μέλπουσιν αὐτῶν τὴν θείαν ἄθλησιν

Σάββατο 9 Μαΐου 2026

Οἱ ἀληθινοὶ ποιμένες τῶν ψυχῶν.



«Εἶναι ἀληθινὰ σπάνιοι, καὶ μάλιστα τώρα, αὐτοὶ ποὺ γνωρίζουν νὰ ποιμαίνουν καλὰ καὶ νὰ γιατρεύουν λογικὲς ψυχές». Ἅγιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος, Λόγος Εἰκοστός
Ζοῦμε καιροὺς ποὺ πολλοὶ μιλούν, ἀλλὰ λίγοι θεραπεύουν. Πολλοὶ διδάσκουν μὲ λόγια, ἀλλὰ ἐλάχιστοι σκύβουν μὲ πόνο πάνω στὴν πληγωμένη ψυχή τοῦ ἀνθρώπου. Καὶ ὅμως, ἡ ψυχὴ δὲν ζητεῖ ἀπλῶς μία συμβουλή. Ζητεῖ πατέρα. Ζητεῖ ἄνθρωπο προσευχῆς. Ζητεῖ καρδιὰ ποὺ νὰ ἔχει γευθεῖ τὸν Χριστό.
Ὁ ἀληθινὸς ποιμένας δὲν εἶναι ἐκεῖνος ποὺ κυριαρχεῖ, ἀλλὰ ἐκεῖνος ποὺ σταυρώνεται γιὰ τοὺς ἄλλους. Δὲν θεραπεύει μὲ ψυχολογικὲς τεχνικὲς, ἀλλὰ μὲ δάκρυα, νηστεία, ἀγρυπνία καὶ προσευχή. Ἡ παρουσία του γαληνεύει, διότι μέσα του κατοικεῖ ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ.
«Ἐγώ εἰμι ὁ ποιμὴν ὁ καλός· καὶ γινώσκω τὰ ἐμά, καὶ γινώσκομαι ὑπὸ τῶν ἐμῶν».
Κατὰ Ἰωάννην 10:14
Ὁ καλὸς ποιμένας γνωρίζει τὴν πληγὴ τοῦ κάθε ἀνθρώπου χωρὶς νὰ τὸν ταπεινώνει. Διορθώνει χωρὶς σκληρότητα. Ἐλέγχει χωρὶς ὀργή. Ἀγαπᾶ χωρὶς συμφέρον. Γι’ αὐτὸ καὶ εἶναι σπάνιος. Διότι χρειάζεται νὰ νεκρωθεῖ τὸ ἴδιον θέλημα καὶ νὰ κατοικήσει μέσα στὴν καρδιὰ ἡ ταπείνωσις τοῦ Χριστοῦ.
Οἱ Ἅγιοι Πατέρες δὲν θεωροῦσαν τὴν ποιμαντικὴ ἐξουσία, ἀλλὰ διακονία αἵματος. Γι’ αὐτὸ καὶ ἔτρεμαν μπροστὰ στὴν εὐθύνη μιᾶς ψυχῆς. Διότι μία ψυχὴ ἀξίζει περισσότερο ἀπὸ ὅλον τὸν κόσμο.
«Πείθεσθε τοῖς ἡγουμένοις ὑμῶν καὶ ὑπείκετε· αὐτοὶ γὰρ ἀγρυπνοῦσιν ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ὑμῶν ὡς λόγον ἀποδώσοντες».
Πρὸς Ἑβραίους 13:17
Καὶ ὅπως τὸ σώμα χρειάζεται ἰατρό, ἔτσι καὶ ἡ ψυχὴ χρειάζεται πνευματικὸ θεραπευτή. Ἄνθρωπο φωτισμένο. Ἄνθρωπο ποὺ νὰ ἔχει πολεμήσει τοὺς λογισμούς του. Ποὺ νὰ ἔχει περάσει μέσα ἀπὸ τὴν κάμινο τῶν πειρασμῶν καὶ νὰ μὴν ἔχασε τὴν ἀγάπη.
Ὁ κόσμος σήμερα διψᾶ γιὰ λόγια παρηγοριάς, ἀλλὰ περισσότερο διψᾶ γιὰ ἀληθινὰ παραδείγματα. Διότι ἡ ἁγιότητα δὲν φωνάζει. Ἡ ἁγιότητα θεραπεύει σιωπηλά.
Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ὁ Μέγας Ποιμήν τῶν προβάτων, χάρισέ μας ποιμένες ὀρθοτομοῦντας τὸν λόγον τῆς Σῆς ἀληθείας. Φώτισον τοὺς πνευματικοὺς πατέρες, στήριξον τοὺς κοπιῶντας καὶ ἴασαι τὰς ψυχὰς ἡμῶν διὰ τῆς χάριτός Σου. Ἀμήν.
Ὅταν ἡ ψυχὴ βρεῖ ἀληθινὸ ποιμένα, τότε ἀναπαύεται ὅπως τὸ παιδὶ στὴν ἀγκαλιὰ τῆς μητέρας του.

Κυριακή τῆς Σαμαρείτιδος (Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου)





Σήμερα ὁ Χριστὸς διαλαλεῖ σὲ μᾶς τοὺς ἄθλους τῆς Σαμαρείτιδος καὶ πρέπει τὸ φτωχὸ πλοιάριο τοῦ λόγου μου νὰ διαπλεύση τὸ πέλαγος τῶν κατορθωμάτων της. Βλέπω τὴν πίστη της καὶ θέλω νὰ φτιάξω τὸ ἐγκώμιό της καὶ μαζί σας νὰ ἐπαινέσω τὴν φτωχιὰ καὶ τὴν πλούσια, τὴν πόρνη καὶ τὴν ἀπόστολο, τὴν ἄσωτη καὶ τὴν πιστή, τὴν πολύγαμο καὶ πολυδύναμη, αὐτὴ ποὺ πολλοὺς ἐμόλυνε καὶ ποὺ τὸν μονογενῆ γιὸ τοῦ Θεοῦ ὑπηρέτησε. Αὐτὴ ποὺ μολύνθηκε καὶ καθαρίστηκε, ποὺ δίψασε κι ἐπιθύμησε νερὸ ζωντανό, καὶ κληρονόμησε τὰ νάματα τῆς χάρης τοὐρανοῦ.

Τί λέει ὁ Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης ποὺ βροντερὰ φανέρωσε τὰ ἄρρητα μυστήρια; Φτάνει ὁ Ἰησοῦς σὲ μιὰ πόλη τῆς Σαμαρείας, ποὺ λέγεται Συχάρ, καὶ στὸ μέρος ποὺ ὁ Ἰακώβ ἔδωσε στὸ γιό του τὸν Ἰωσήφ. Ἦταν ἐκεῖ τὸ πηγάδι τοῦ Ἰακώβ, κουρασμένος λοιπὸν ὁ Ἰησοῦς ἀπὸ τὴν ὁδοιπορία κάθισε πάνω στὸ χεῖλος τοῦ πηγαδιοῦ. Ἦταν ἡ ἕκτη ὥρα περίπου. Ἦρθε μιὰ γυναῖκα ἀπ’ τὴ Σαμάρεια νὰ βγάλη νερό. Τῆς λέει ὁ Ἰησοῦς, δός μου νὰ πιῶ. Οἱ μαθηταί του εἶχαν φύγει στὴν πόλη γιὰ ν’ ἀγοράσουν τρόφιμα. Κουρασμένος ὁ Ἰησοῦς.

Τί λέει λοιπὸν ὁ Ἡσαΐας ὁ προφήτης; Ὁ Θεὸς, ὁ μέγας δὲν θὰ πεινάση, οὔτε θὰ διψάση  οὔτε θὰ κοπιάση. Οὔτε τὸ βάθος τῆς σοφίας του θὰ βρεθῆ. Ἀλλὰ καὶ ὁ εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος γράφει γι’ αὐτὸν στὸ εὐαγγέλιό του: Κι ἀφοῦ νήστεψε σαράντα μέρες καὶ σαράντα νύχτες ἔπειτα ἐπείνασε. Ἔτσι κι ὁ Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης ὅπως ἄκουσες πρὶν ἀπὸ λίγο λέει.  Κουρασμένος ὁ Ἰησοῦς ἀπὸ τὴν ὁδοιπορία κάθισε στὸ χεῖλος τοῦ πηγαδιοῦ.

Ἦταν ἡ ἕκτη ὥρα τῆς ἡμέρας. Ὁ ἕνας λέει ὅτι ἐπείνασε, ὁ ἄλλος ὅτι ἐκοπίασε κι ὁ προφήτης Ἡσαΐας ἐμπνευσμένος  ἀπὸ τὸ ἅγιο Πνεῦμα δηλώνει ὅτι ὁ Θεὸς ὁ μέγας οὔτε θὰ πείναση, οὔτε θὰ διψάση, οὔτε θὰ κοπιάση. Οὔτε θὰ βρεθῆ τὸ βάθος τῆς σοφίας του. Πῶς θὰ γίνη δυνατὸ νὰ διασωθῆ ἡ ὁμοφωνία τῶν Εὐαγγελίων καὶ τῆς προφητείας; Ἐπειδὴ ἡ οἰκονομία τοῦ μεγάλου Θεοῦ οἰκονομήσε γιὰ τὸ Σωτῆρα μας ἕνα διπλὸ καὶ παράδοξο συνδυασμὸ Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου κατὰ τὴν εὐχαρίστηση καὶ τὸ θέλημά του, γι’ αὐτὸ ὁ προφήτης ἐξαγγέλλει τὴ δύναμη καὶ τὸ μεγαλεῖο τῆς θεότητας, ἐνῷ οἱ ἀπόστολοι καὶ εὐαγγελιστές δείχνουν ἀληθινὴ τὴν οἰκονομία τοῦ σώματος.  Κουρασμένος λοιπὸν ὁ Ἰησοῦς ἀπὸ τὴν ὁδοιπορία καθόταν ἔτσι πάνω στὸ πηγάδι. 

Ἦταν περίπου ἕκτη ὥρα. Ἔρχεται μιὰ γυναῖκα ἀπὸ τὴ Σαμάρεια νὰ ἀντλήση νερὸ καὶ ὁ Ἰησοῦς τῆς λέει·  δῶσε μου νὰ πιῶ. Οἱ μαθηταὶ του εἶχαν φύγει στὴν πόλη γιὰ ν’ ἀγοράσουν τρόφιμα καὶ ἡ Σαμαρείτισσα τοῦ εἶπε· Πῶς ἐσὺ ποὺ εἶσαι Ἰουδαῖος ζητεῖς νὰ πιῆς ἀπὸ μένα ποὺ εἶμαι Σαμαρείτισσα;

Εἶναι ἀνάγκη, ἀγαπητοὶ, νὰ ἐξετάσωμε γιατὶ ὥρισε καὶ τὸν τόπο καὶ τὴν ὥρα καὶ τὴν ἀπουσία τῶν μαθητῶν. Τὸν τόπο, κάθισε κοντὰ στὸ πηγάδι· τὴν ὥρα, ἦταν περίπου ἡ ἕκτη ὥρα·  τὴν ἀπουσία τῶν μαθητῶν, οἱ μαθηταὶ του εἶχαν πάει στὴν πόλη γιὰ νὰ ἀγοράσουν τρόφιμα. Γιὰ ποιὸν λόγο ἀνάφερε τὸν τόπο; Ἐπειδὴ ὑπῆρχε πνευματικὸ θήραμα πῆγε στὸ μέρος αὐτό, γιὰ νὰ τὸ συλλάβη. Δὲν βλέπεις τὶ κάνουν οἱ ψαράδες; Δὲν ἀνεβοκατεβαίνουν σὲ κάθε μεριὰ τῆς θάλασσας ἀλλὰ σ’ ὥρισμένο μέρος ποὺ ξέρουν ὅτι ὑπάρχουν ψάρια.  Γιατὶ αὐτὰ πηγαίνουν περισσότερο σὲ ὡρισμένα σημεία.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΔΟΣ - Εὐαγγέλιον - Ἀπόστολος







5 Τῷ καιρῷ ἐκείνω, ἔρχεται ὁ ᾿Ιησοῦς εἰς πόλιν τῆς Σαμαρείας λεγομένην Συχάρ, πλησίον τοῦ χωρίου ὃ ἔδωκεν ᾿Ιακὼβ ᾿Ιωσὴφ τῷ υἱῷ αὐτοῦ· 6 ἦν δὲ ἐκεῖ πηγὴ τοῦ ᾿Ιακώβ. ὁ οὖν ᾿Ιησοῦς κεκοπιακὼς ἐκ τῆς ὁδοιπορίας ἐκαθέζετο οὕτως ἐπὶ τῇ πηγῇ· ὥρα ἦν ὡσεὶ ἕκτη.
7 ἔρχεται γυνὴ ἐκ τῆς Σαμαρείας ἀντλῆσαι ὕδωρ. λέγει αὐτῇ ὁ ᾿Ιησοῦς· δός μοι πιεῖν. 8 οἱ γὰρ μαθηταὶ αὐτοῦ ἀπεληλύθεισαν εἰς τὴν πόλιν ἵνα τροφὰς ἀγοράσωσι. 9 λέγει οὖν αὐτῷ ἡ γυνὴ ἡ Σαμαρεῖτις· πῶς σὺ ᾿Ιουδαῖος ὢν παρ' ἐμοῦ πιεῖν αἰτεῖς, οὔσης γυναικὸς Σαμαρείτιδος; οὐ γὰρ συγχρῶνται ᾿Ιουδαῖοι Σαμαρείταις.
10 ἀπεκρίθη ᾿Ιησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῇ· εἰ ᾔδεις τὴν δωρεὰν τοῦ Θεοῦ, καὶ τίς ἐστιν ὁ λέγων σοι, δός μοι πιεῖν, σὺ ἂν ᾔτησας αὐτόν, καὶ ἔδωκεν ἄν σοι ὕδωρ ζῶν. 11 λέγει αὐτῷ ἡ γυνή· Κύριε, οὔτε ἄντλημα ἔχεις, καὶ τὸ φρέαρ ἐστὶ βαθύ· πόθεν οὖν ἔχεις τὸ ὕδωρ τὸ ζῶν;
12 μὴ σὺ μείζων εἶ τοῦ πατρὸς ἡμῶν ᾿Ιακώβ, ὃς ἔδωκεν ἡμῖν τὸ φρέαρ, καὶ αὐτὸς ἐξ αὐτοῦ ἔπιε καὶ οἱ υἱοὶ αὐτοῦ καὶ τὰ θρέμματα αὐτοῦ; 13 ἀπεκρίθη ᾿Ιησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῇ· πᾶς ὁ πίνων ἐκ τοῦ ὕδατος τούτου διψήσει πάλιν·
14 ὃς δι' ἂν πίῃ ἐκ τοῦ ὕδατος οὗ ἐγὼ δώσω αὐτῷ, οὐ μὴ διψήσῃ εἰς τὸν αἰῶνα, ἀλλὰ τὸ ὕδωρ ὃ δώσω αὐτῷ, γενήσεται ἐν αὐτῷ πηγὴ ὕδατος ἁλλομένου εἰς ζωὴν αἰώνιον.
15 λέγει πρὸς αὐτὸν ἡ γυνή· Κύριε, δός μοι τοῦτο τὸ ὕδωρ, ἵνα μὴ διψῶ μηδὲ ἔρχωμαι ἐνθάδε ἀντλεῖν. 16 λέγει αὐτῇ ὁ ᾿Ιησοῦς· ὕπαγε φώνησον τὸν ἄνδρα σου καὶ ἐλθὲ ἐνθάδε. 17 ἀπεκρίθη ἡ γυνὴ καὶ εἶπεν· οὐκ ἔχω ἄνδρα. λέγει αὐτῇ ὁ ᾿Ιησοῦς· καλῶς εἶπας ὅτι ἄνδρα οὐκ ἔχω· 18 πέντε γὰρ ἄνδρας ἔσχες, καὶ νῦν ὃν ἔχεις οὐκ ἔστι σου ἀνήρ· τοῦτο ἀληθὲς εἴρηκας. 19 λέγει αὐτῷ ἡ γυνή· Κύριε,
θεωρῶ ὅτι προφήτης εἶ σύ. 20 οἱ πατέρες ἡμῶν ἐν τῷ ὄρει τούτῳ προσεκύνησαν· καὶ ὑμεῖς λέγετε ὅτι ἐν ῾Ιεροσολύμοις ἐστὶν ὁ τόπος ὅπου δεῖ προσκυνεῖν.
 21 λέγει αὐτῇ ὁ ᾿Ιησοῦς· γύναι, πίστευσόν μοι ὅτι ἔρχεται ὥρα ὅτε οὔτε ἐν τῷ ὄρει τούτῳ οὔτε ἐν ῾Ιεροσολύμοις προσκυνήσετε τῷ πατρί. 22 ὑμεῖς προσκυνεῖτε ὃ οὐκ οἴδατε, ἡμεῖς προσκυνοῦμεν ὃ οἴδαμεν· ὅτι ἡ σωτηρία ἐκ τῶν ᾿Ιουδαίων ἐστίν.
23 ἀλλ' ἔρχεται ὥρα, καὶ νῦν ἐστιν, ὅτε οἱ ἀληθινοὶ προσκυνηταὶ προσκυνήσουσι τῷ πατρὶ ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ· καὶ γὰρ ὁ πατὴρ τοιούτους ζητεῖ τοὺς προσκυνοῦντας αὐτόν. 24 πνεῦμα ὁ Θεός, καὶ τοὺς προσκυνοῦντας αὐτὸν ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ δεῖ προσκυνεῖν.
 25 λέγει αὐτῷ ἡ γυνή· οἶδα ὅτι Μεσσίας ἔρχεται ὁ λεγόμενος Χριστός· ὅταν ἔλθῃ ἐκεῖνος, ἀναγγελεῖ ἡμῖν πάντα.26 λέγει αὐτῇ ὁ ᾿Ιησοῦς· ἐγώ εἰμι ὁ λαλῶν σοι.
 27 καὶ ἐπὶ τούτῳ ἦλθον οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ, καὶ ἐθαύμασαν ὅτι μετὰ γυναικὸς ἐλάλει· οὐδεὶς μέντοι εἶπε, τί ζητεῖς ἢ τί λαλεῖς μετ' αὐτῆς; 28 ᾿Αφῆκεν οὖν τὴν ὑδρίαν αὐτῆς ἡ γυνὴ καὶ ἀπῆλθεν εἰς τὴν πόλιν, καὶ λέγει τοῖς ἀνθρώποις·
29 δεῦτε ἴδετε ἄνθρωπον ὃς εἶπέ μοι πάντα ὅσα ἐποίησα· μήτι οὗτός ἐστιν ὁ Χριστός; 30 ἐξῆλθον οὖν ἐκ τῆς πόλεως καὶ ἤρχοντο πρὸς αὐτόν.
31 ᾿Εν δὲ τῷ μεταξὺ ἠρώτων αὐτὸν οἱ μαθηταὶ λέγοντες· ραββί, φάγε. 32 ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· ἐγὼ βρῶσιν ἔχω φαγεῖν, ἣν ὑμεῖς οὐκ οἴδατε. 33 ἔλεγον οὖν οἱ μαθηταὶ πρὸς ἀλλήλους· μή τις ἤνεγκεν αὐτῷ φαγεῖν; 34 λέγει αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς· ἐμὸν βρῶμά ἐστιν ἵνα ποιῶ τὸ θέλημα τοῦ πέμψαντός με καὶ τελειώσω αὐτοῦ τὸ ἔργον.
35 οὐχ ὑμεῖς λέγετε ὅτι ἔτι τετράμηνός ἐστι καὶ ὁ θερισμὸς ἔρχεται; ἰδοὺ λέγω ὑμῖν, ἐπάρατε τοὺς ὀφθαλμοὺς ὑμῶν καὶ θεάσασθε τὰς χώρας, ὅτι λευκαί εἰσι πρὸς θερισμὸν ἤδη. 36 καὶ ὁ θερίζων μισθὸν λαμβάνει καὶ συνάγει καρπὸν εἰς ζωὴν αἰώνιον, ἵνα καὶ ὁ σπείρων ὁμοῦ χαίρῃ καὶ ὁ θερίζων.
37 ἐν γὰρ τούτῳ ὁ λόγος ἐστὶν ὁ ἀληθινός, ὅτι ἄλλος ἐστὶν ὁ σπείρων καὶ ἄλλος ὁ θερίζων. 38 ἐγὼ ἀπέστειλα ὑμᾶς θερίζειν ὃ οὐχ ὑμεῖς κεκοπιάκατε· ἄλλοι κεκοπιάκασι, καὶ ὑμεῖς εἰς τὸν κόπον αὐτῶν εἰσεληλύθατε.
39 ᾿Εκ δὲ τῆς πόλεως ἐκείνης πολλοὶ ἐπίστευσαν εἰς αὐτὸν τῶν Σαμαρειτῶν διὰ τὸν λόγον τῆς γυναικός, μαρτυρούσης ὅτι εἶπέ μοι πάντα ὅσα ἐποίησα. 40 ὡς οὖν ἦλθον πρὸς αὐτὸν οἱ Σαμαρεῖται, ἠρώτων αὐτὸν μεῖναι παρ' αὐτοῖς· καὶ ἔμεινεν ἐκεῖ δύο ἡμέρας.
 41 καὶ πολλῷ πλείους ἐπίστευσαν διὰ τὸν λόγον αὐτοῦ, 42 τῇ τε γυναικὶ ἔλεγον ὅτι οὐκέτι διὰ τὴν σὴν λαλιὰν πιστεύομεν· αὐτοὶ γὰρ ἀκηκόαμεν, καὶ οἴδαμεν ὅτι οὗτός ἐστιν ἀληθῶς ὁ σωτὴρ τοῦ κόσμου ὁ Χριστός.

ΑΠΟΔΟΣΗ

Εκείνο τον καιρό πήγε ο Ιησούς στην πόλη της Σαμάρειας πού λεγόταν Συχάρ, κοντά στον τόπο πού έδωσε ο Ιακώβ στο γιο του Ιωσήφ. Ήταν δε εκεί ένα πηγάδι, πού το είχε ανοίξει ο Ιακώβ· ο Ιησούς λοιπόν, κουρασμένος όπως ήταν από την οδοιπορία, πήγε και καθόταν απλά και ταπεινά κοντά στο πηγάδι· η ώρα ήταν πάνω-κάτω μεσημέρι.

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΔΟΣ Καί ὅτι πρέπει νά καταφρονοῦμε τά παρόντα (Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ)



Ὅλη αὐτή τήν περίοδο πού διανύομε τώρα, ἐπεκτεινομένη σέ πενήντα ἡμέρες, ἑορτάζομε τήν ἀπό τούς νεκρούς ἀνάστασι τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ καί Σωτῆρος μας ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, δεικνύοντας μέ αὐτή τήν παράτασι τήν ὑπεροχή της ἀπέναντι στίς ἄλλες ἑορτές. ῎Αν καί βέβαια αὐτή ἡ περίοδος τῶν ἡμερῶν περιλαμβάνει καίτήν ἐπέτειο μνήμη τῆς ἐπανόδου στούς οὐρανούς, ἀλλά καί αὐτή δεικνύει τή διαφορά τοῦ ἀναστάντος Δεσπότου πρός τούς ἀνθρώπους ἐκείνους πού κατά καιρούς ἔχουν ἀναβιώσει.
Πραγματικά ὅλοι ὅσοι ἀναστήθηκαν ἀπό τούς νεκρούς ἀναστήθηκαν ἀπό ἄλλους καί, ἀφοῦ ἀπέθαναν πάλι, ἐπέστρεψαν στή γῆ. Ὁ δέ Χριστός, ἀφοῦ ἀναστήθηκε ἀπό τούς νεκρούς, δέν κυριεύεται πλέον καθόλουἀπό τόν θάνατο. Διότι μόνο αὐτός, ἀφοῦ ἀνέστησε τόν ἑαυτό του τήν τρίτη ἡμέρα, δέν ἐπέστρεψε πάλι στή γῆ,ἀλλά ἀνέβηκε στόν οὐρανό, καθιστώντας τό φύραμά μας πού εἶχε λάβει ὁμόθρονο μέ τόν Πατέρα ὡς ὁμόθεο.
Γι᾿ αὐτό εἶναι ὁ μόνος πού ἔγινε ἀρχή τῆς μελλοντικῆς ἀναστάσεως ὅλων καί ὁ μόνος πού κατέστη ἀπαρχή τῶν νεκρῶν καί πρωτότοκος ἀπό τούς νεκρούς καί πατέρας τοῦ μέλλοντος αἰῶνος. Καί ὅπως ὅλοι,ἁμαρτωλοί καί δίκαιοι, ἀποθαίνουν στόν ᾿Αδάμ, ἔτσι στόν Χριστό θά ζωοποιηθοῦν ὅλοι, ἁμαρτωλοί καί δίκαιοι,ἀλλ᾿ ὁ καθένας στήν τάξι του. Ἀπαρχή εἶναι ὁ Χριστός, ἔπειτα οἱ ὀπαδοί τοῦ Χριστοῦ κατά τήν παρουσία του,ἔπειτα οἱ τελευταῖοι, ὅταν καταργήση κάθε ἀρχή καί ἐξουσία καί δύναμι καί θέση ὅλους τούς ἐχθρούς του κάτωἀπό τά πόδια του.
Τελευταῖος ἐχθρός πού θά καταργηθῆ εἶναι ὁ θάνατος (Α´ Κορ. 15,22 ἑἑ), κατά τήν κοινή ἀνάστασι, μέ τήν ἐσχάτη σάλπιγγα. Διότι πρέπει τό φθαρτό τοῦτο στοιχεῖο νά ἐνδυθῆ ἀφθαρσία καί τό θνητό τοῦτο νά ἐνδυθῆ ἀθανασία (Α´ Κορ. 15,53).

Τέτοια δωρεά μᾶς προσφέρει ἡ ἀνάστασις τοῦ Κυρίου, καί γι᾿ αὐτό μόνο αὐτήν ἑορτάζομε μέ τόση διάρκεια σάν ἀθάνατη καί ἀνώλεθρη καί ἀΐδια, προεικονίζοντας μέ αὐτά καί τήν μέλλουσα μακαριότητα τῶνἁγίων, ἀπό τήν ὁποία ἔχει ἐξαφανισθῆ κάθε ὀδύνη, λύπη καί στεναγμός. Ὑπάρχει δέ σ᾿ αὐτήν εὐφροσύνη καίπανήγυρις ἐνθουσιώδης καί ἀναλλοίωτη. Διότι ἐκεῖ εἶναι πραγματικά ἡ κατοικία τῶν εὐφραινομένων.
Γι᾿ αὐτό ἡ χάρις τοῦ Πνεύματος ἐνομοθέτησε πρίν ἀπό τίς ἡμέρες αὐτές νά τελοῦμε τήν ἱεράτεσσαρακοστή μέ νηστεία καί ἀγρυπνία καί μέ προσευχή καί κάθε εἶδος ἀσκήσεως τῶν ἀρετῶν. Μέ τήν τεσσαρακοντάδα τῶν ἡμερῶν δεικνύει ὅτι σ᾿ αὐτόν τόν αἰῶνα ἡ ζωή τῶν σωζομένων δέν εἶναι τίποτε ἄλλο παρά μετάνοια καί θεοφιλής βίος. Μέ τήν πεντηκοστή δέ αὐτή, πού διανύομε τώρα, ἐπιδεικνύει τήν ἄνεσι καί ἀπόλαυσι πού θά ὑποδεχθῆ αὐτούς πού ἔζησαν ἐδῶ ἐναγωνίως γιά τόν Θεό.
Γι᾿ αὐτό ἐκείνη μέν εἶναι τεσσαρακοστή, ἔχει συνακόλουθη τήν μνήμη τῶν σωτηρίων παθῶν καί μετά τήν ἑβδόμη ἑβδομάδα λαμβάνει τήν λύσι τῆς νηστείας.αὐτή δέ σάν πεντηκοστή συμπεριλαμβάνει καί τήν ἀπό τή γῆ μετάθεσι στόν οὐρανό καί τήν κατάβασι καί διάδοσι τοῦ θείου Πνεύματος. Διότι αὐτός ἐδῶ ὁ αἰών εἶναι ἑβδοματικός καί συνίσταται ἀπό τέσσερις ἐποχές καί μέρη καί στοιχεῖα καί γι᾿ αὐτούς πού σ᾿ αὐτόν καθιστοῦν τούς ἑαυτούς των κοινωνούς τῶν παθημάτων τοῦ Χριστοῦ ἐπιφέρει τήν ἑορτή τῆς Πεντηκοστῆς, πού ἀρχίζει ἀπό τήν ὀγδόη καί καταλήγει στήν ὀγδόη καί ἀφοῦ ξεπεράση τήν ἑβδομάδα καί τήν τετρακτύ, διά τῆςἀναστάσεως τοῦ Κυρίου καί τῆς ἔπειτα ἀπό αὐτήν ἀναλήψεως παριστάνει τήν μέλλουσα ἀνάστασι τοῦ ἀνθρωπίνου γένους καί τήν κατ᾿ αὐτήν ἀνύψωσι τῶν ἀξίων στά σύννεφα πρός τήν θεία συνάντησι καί στήν συνέχεια τήν συνύπαρξι καί ἀνάπαυσι μέ τόν Θεό στούς αἰῶνες.

Ὁ Ἅγιος Συμεὼν ὁ Ἀδελφόθεος Ἐπίσκοπος Ἱεροσολύμων 27 Απριλίου

Αποτέλεσμα εικόνας για Ὁ Ἅγιος Συμεὼν ὁ Ἀδελφόθεος Ἐπίσκοπος Ἱεροσολύμων 27 Απριλίου
Ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυρας Συμεών, ἀναδείχθηκε διάδοχος τοῦ Ἁγίου Ἰακώβου τοῦ Ἀδελφοθέου (κοιμήθηκε τὸ 62 μ.Χ.), μετὰ τὴν καταστροφὴ τῆς Ἱερουσαλὴμ ἀπὸ τοὺς Ρωμαίους τὸ 70 μ.Χ.
Κατὰ τὸν Ἠγήσιππο ἦταν υἱὸς τοῦ Κλωπᾶ, ἀδελφοῦ τοῦ Ἰωσὴφ καὶ ἀδελφὸς τοῦ Ἰούδα. Κατὰ ἄλλη δὲ ἐκδοχὴ ἦταν υἱὸς τοῦ Ἰωσὴφ τοῦ Μνήστορος καὶ ἀδελφὸς τοῦ Ἁγίου Ἰακώβου τοῦ Ἀδελφοθέου.
Ἐνῷ ἐπισκόπευε στὴν Ἱερουσαλήμ, ἐπὶ αὐτοκράτορα Τραϊανοὺ (98-117 μ.Χ.), διαβλήθηκε ἀπὸ τοὺς αἱρετικοὺς στὸν ὕπατο Ἀττικὸ γιὰ τὸν ἀποστολικό του ζῆλο.
Ὁ Συμεὼν κατηγορήθηκε ὄχι ἀπὸ Χριστιανοὺς αἱρετικούς, ἀλλὰ ἀπὸ Ἰουδαίους. Ἡ κατηγορία περιελάμβανε δυὸ σκέλη. Τὸ ἕνα ἦταν ὅτι καταγόταν ἀπὸ τὸ γένος Δαβὶδ καὶ τὸ ἄλλο ὅτι ἦταν Χριστιανός.
Ἀφοῦ συνελήφθη, βασανίσθηκε σκληρὰ καὶ στὴν συνέχεια ὁδηγήθηκε σὲ σταυρικὸ θάνατο, τὸ ἔτος 107 μ.Χ., σὲ ἡλικία ἑκατὸν εἴκοσι ἐτῶν.
Στοὺς Παρισινοὺς Κώδικες βρίσκεται Ἀκολουθία τοῦ Ἁγίου Συμεών, ποίημα τοῦ ὑμνογράφου Θεοφάνους.
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’. Χορὸς Ἀγγελικός.
Χριστοῦ σὲ συγγενῆ, Συμεὼν Ἱεράρχα, καὶ Μάρτυρα στερρόν, ἱερῶς εὐφημοῦμεν, τὴν πλάνην ὀλέσαντα, καὶ τὴν πίστιν τηρήσαντα, ὅθεν σήμερον, τὴν παναγίαν σου μνήμην, ἑορτάζοντες, ἁμαρτημάτων τὴν λύσιν, εὐχαίς σου λαμβάνομεν.

Παρασκευή 8 Μαΐου 2026

9 ΜΑΪΟΥ 1956. Όταν ο «Εθνάρχης» Καραμανλής στην Αθήνα, έπνιγε στο αίμα διαδήλωση κατά της εκτέλεσης Καραολή-Δημητρίου και ΥΠΕΡ της ΕΝΩΣΗΣ της Κύπρου με την Ελλάδα. Τρεις Έλληνες διαδηλωτές νεκροί, εκατοντάδες τραυματίες από σφαίρες αστυνομικών. Η ιστορία που ΠΟΤΕ δεν έμαθες.


9 Μαΐου 1956 : 

Παραμονές του απαγχονισμού (=κρεμάλα για τους νεότερους που ίσως δεν καταλαβαίνουν την λέξη)
από τους Βρετανούς, στην Κύπρο, 
των αγωνιστών της ΕΟΚΑ Μιχαήλ Καραολή και Ανδρέα Δημητρίου.






9 Μαΐου 1956. Αθήνα: 

Με εντολή του «Εθνάρχη» Καραμανλή η αστυνομία έπνιγε στο αίμα την διαδήλωση στην Αθήνα κατά της εκτέλεσης Καραολή-Δημητρίου και υπέρ της ΕΝΩΣΗΣ της Κύπρου με την Ελλάδα. 
Τρεις Έλληνες διαδηλωτές νεκροί, εκατοντάδες τραυματίες (αρκετοί από σφαίρες "Ελλήνων" αστυνομικών - όπως πάντα η αστυνομία είναι οι πραιτοριανοί του καθεστώτος, τίποτε λιγότερο, τίποτε περισσότερο).


Τα παραπάνω ΔΕΝ διαβάσαμε -και δεν διδάξαμε- ΠΟΤΕ σε ΚΑΝΕΝΑ σχολικό βιβλίο Ελληνικής Ιστορίας. 



Μήπως ήρθε η ώρα ΕΣΥ να διδάξεις 

Η αποκαλυπτική εισήγηση του Μοναχού Παϊσίου Καρεώτη για τον Οικουμενισμό - Ειδήσεις - Ενωση Ορθοδοξων Δημοσιογραφων

 



Εδώ όμως πρέπει να πούμε, ότι υπήρξε Ορθόδοξη Συνοδική καταδίκη της οικουμενιστικής παναιρέσεως. Το εκκλησιαστικό γεγονός ήταν η Σύνοδος της Μόσχας τον Ιούλιο του 1948, ένα μόλις μήνα πριν το ιδρυτικό Συνέδριο του ΠΣΕ στο Άμστερνταμ! Το Συνέδριο της Μόσχας έγινε στο περιθώριο των εορτασμών των 500 ετών αυτοκεφαλίας του Πατριαρχείου της.

Ουσιαστικά, ήταν μια πανορθόδοξη Σύνοδος στην οποία συμμετείχαν με αντιπροσώπους ή επικεφαλής ιεράρχες όλες οι Ορθόδοξες Εκκλησίες, πλην εκείνων που βρισκόταν σε άμεση εξάρτηση από τον Δυτικό παράγοντα:

  1. Του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, καθοδηγούμενου υπό του ακραίου οικουμενιστή και Μασόνου Μητροπολίτη Θυατείρων Γερμανού, με τον Πατριάρχη Μάξιμο Ε’ σε ουσιαστική ομηρία (οδηγήθηκε σε παραίτηση τον Οκτώβριο του 1948 υπό το πρόσχημα της ψυχοπάθειας), έως ότου αντικατασταθεί από τον Αρχιεπίσκοπο Αμερικής Αθηναγόρα (ο οποίος κατέφθασε στην Τουρκία με το προσωπικό αεροπλάνο του Προέδρου Τρούμαν, τον Ιανουάριο του 1949).
  2.  
  3. Της Εκκλησίας της Ελλάδος, με την Ελλάδα να βιώνει τις τελευταίες τραγικές ημέρες του Εμφυλίου Πολέμου, (που προκάλεσε η Μ. Βρετανία), και ουσιαστικά να βρίσκεται υπό Αμερικανική στρατιωτική κατοχή).
  4.  
  5. Και της Εκκλησίας της Κύπρου (με την Κύπρο ακόμη υπό σκληρή Βρετανική κατοχή).

Οι αποφάσεις της Μόσχας αποτέλεσαν καίριο πλήγμα στο επερχόμενο αμερικανοκίνητο ιδρυτικό συνέδριο του ΠΣΕ, καθώς τορπίλισαν θεολογικά -επαναλαμβάνω: 

Ὁ Ἅγιος Βασιλέας ὁ Ἱερομάρτυρας Ἐπίσκοπος Ἀμασείας 26-04

26 Απριλίου Συναξαριστής. Βασιλέως Ἱερομάρτυρα, Γλαφυρῆς, Ἰούστας Ὁσίας, Νέστορος Ὁσίου, Ἀνατολίου Σιναΐτου, Λέοντος Ἐπισκόπου, Γεωργίου Ὁσίου, Καλανδίωνος Ὁσίου, Στεφάνου Ἐπισκόπου, Ἀνακομιδὴ λειψάνων τοῦ Ὁσίου Ἰωαννικίου τοῦ Ἀναχωρητῆ.


Ὁ Ἅγιος Βασιλέας ὁ Ἱερομάρτυρας Ἐπίσκοπος Ἀμασείας

Ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυς Βασιλεὺς ἔζησε κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ βασιλέως Λικινίου (307-323 μ.Χ.) καὶ ἦταν Ἐπίσκοπος τῆς Ἀμασείας τοῦ Πόντου. Ὁ Ἐπίσκοπος Βασιλεὺς διακρινόταν γιὰ τὸν ζῆλο του ὑπὲρ τῆς πίστεως καὶ τὴν ἀκοίμητη δραστηριότητα στὴν ἐπιτέλεση τῶν καθηκόντων του.
Ἐπειδὴ παντοῦ ὑπῆρχαν καὶ πλάνες καὶ κίνδυνοι, ἔσπευδε παντοῦ καὶ ὁ ἴδιος κηρύττοντας, συμβουλεύοντας, παρηγορώντας, ἐνισχύοντας, στηρίζοντας, ἐλκύοντας, πυκνώνοντας καὶ ἐγκαρδιώνοντας τὶς Χριστιανικὲς τάξεις καὶ ἀναδεικνύοντας αὐτὲς ὅσο τὸ δυνατὸν ἰσχυρότερες πνευματικὰ ἔναντι τοῦ εἰδωλολατρικοῦ κόσμου.
Γι’ αὐτὸν τὸν λόγο οἱ ἱερεῖς καὶ οἱ ἄρχοντες τῶν εἰδωλολατρῶν, ἔτρεφαν ἐναντίον του σφοδρὴ ἔχθρα. Καὶ ὅταν ὁ Λικίνιος, τὸ ἔτος 322 μ.Χ., προέβη στὰ δυσμενῆ καὶ διωκτικὰ μέτρα ἐναντίον τῶν Χριστιανῶν, κατήγγειλαν πρὸς αὐτὸν τὸν Ἐπίσκοπο Ἀμασείας, Βασιλέα.
Ἕνα ἰδιαίτερο περιστατικὸ κορύφωσε τὴν ὀργὴ τοῦ Λικινίου ἐναντίον τοῦ Ἐπισκόπου Βασιλέως. Κοντὰ στὴν αὐτοκράτειρα Κωνσταντία διέμενε ἄλλοτε ὡς ἀκόλουθος μία νεαρὴ καὶ ὡραιότατη κόρη, ποὺ ὀνομαζόταν Γλαφύρα. Ἐξαιτίας τῆς ὀμορφιᾶς της ὁ Λικίνιος ἀνεφλέγη ἀπὸ ἁμαρτωλὸ πάθος, ὡς δοῦλος σαρκικῶν παθῶν, καθὼς ἦταν.
Ἡ κόρη ἀντιλήφθηκε τὸν κίνδυνο ποὺ ἀπειλοῦσε τὴν τιμή της. Ὡς γνήσια Χριστιανὴ ὅμως δὲν δελεάσθηκε καθόλου ἀπὸ τὸ βασιλικὸ ἔρωτα, ἀλλὰ ἔφριξε καὶ ζήτησε τὴν σωτηρία της στὴν φυγή. Ἐνδύθηκε λοιπὸν μὲ ἀνδρικὰ ροῦχα καὶ κάποια νύχτα, βοηθούμενη ἀπὸ τὴν βασίλισσα ποὺ ἔμαθε ὅσα συμβαίνουν, ἄφησε τὴν Κωνσταντινούπολη καὶ ἔφθασε στὴν Ἀμάσεια, ὅπου παρουσιάσθηκε στὸν Ἐπίσκοπο Βασιλέα καὶ ζήτησε τὴν ἠθική του προστασία.
Ὁ Ἐπίσκοπος ἐπαίνεσε τὴν γνήσια εὐσέβεια καὶ τὴν ἀδούλωτη σύνεση τῆς νέας, τὴν τοποθέτησε δὲ κοντὰ σὲ ἡλικιωμένη Χριστιανὴ γυναῖκα ποὺ ἦταν ἐντελῶς ἀφοσιωμένη στὴν ὑπηρεσία τοῦ Χριστοῦ καὶ βοηθοῦσε σημαντικότατα τὸν Ἐπίσκοπο στὸ ἔργο τῶν γυναικῶν τῆς Ἐκκλησίας.
Ἡ Γλαφύρα ἐξέφρασε τὴν βαθιὰ εὐγνωμοσύνη της καὶ χάρηκε ἰδιαίτερα ποὺ τῆς δόθηκε ἡ εὐκαιρία νὰ ἀσχοληθεῖ καὶ αὐτὴ μὲ θεάρεστες ἀσχολίες.

Πέμπτη 7 Μαΐου 2026

Πατερικό Ανθολόγιο.



«Ἐκείνοι ποὺ ἔλαβαν τὴν ἀπαρχὴ τοῦ Παναγίου Πνεύματος μέσα ἀπὸ τὴν ἀναγέννηση τοῦ Ἁγίου Βαπτίσματος καὶ φύλαξαν ἄσβεστη τὴν χάρη, αὐτοὶ στενάζουν ἀπὸ τὰ βάθη τῆς καρδίας τους, ὄχι ἀπὸ ἀπόγνωση, ἀλλὰ ἀπὸ θεία προσδοκία. Βλέπουν τὴν ἀσθένεια τῆς σαρκός, τὸ βάρος τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου, καὶ περιμένουν μὲ πόθο τὴν πλήρωση τοῦ Παρακλήτου, γιὰ νὰ φανερωθεῖ μέσα τους ἡ υἱοθεσία τῶν τέκνων τοῦ Θεοῦ. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα γίνεται παρηγορία, δύναμη, ἀνάσα καὶ μεσιτεία μὲ στεναγμοὺς ἀλαλήτους, διότι ὁ νοῦς τους ζητεῖ τὰ ἄνω καὶ ἡ καρδία τους διψᾶ γιὰ τὴν ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ.
Ἡ ζωή τοῦ χριστιανοῦ δὲν μετριέται ἀπὸ λόγια, ἀλλὰ ἀπὸ καρπούς. Ὅπου κατοικεῖ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, ἐκεῖ γεννιέται ἡ ἀγάπη, ἡ εἰρήνη, ἡ πραότητα, ἡ χαρὰ ποὺ δὲν καταλύεται ἀπὸ τὶς θλίψεις τοῦ κόσμου. Ἡ μακροθυμία, ἡ ἐγκράτεια καὶ ἡ πίστη γίνονται ἡ σφραγίδα τῆς ψυχῆς ποὺ ἔμαθε νὰ ταπεινώνεται καὶ νὰ ἐλπίζει στὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ.
Ἀντίθετα, ὅπου κυριαρχεῖ τὸ πνεῦμα τοῦ κόσμου καὶ τῶν παθῶν, ἐκεῖ φυτρώνουν ὁ φθόνος, ἡ κατάκριση, ἡ ἀκαταστασία, ἡ μέθη, ἡ ὑπερηφάνεια καὶ ἡ ταραχή. Ἡ ψυχὴ χάνει τὴν εἰρήνη της καὶ σκοτίζεται ὁ νοῦς. Γι’ αὐτὸ οἱ Ἅγιοι Πατέρες μᾶς διδάσκουν νὰ προσέχουμε τοὺς καρποὺς καὶ ὄχι τὰ φαινόμενα. Διότι «ἀπὸ τοῦ καρποῦ γνωρίζεται τὸ δένδρον». Ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἔχει μέσα του τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ σκορπίζει παρηγορία, ἡσυχία καὶ ἀνάπαυση. Ὁ ἄνθρωπος ποὺ κυριαρχεῖται ἀπὸ τὰ πάθη μεταδίδει σύγχυση καὶ σκοτισμό.
Στὶς ἡμέρες μας, ποὺ ἡ ταραχὴ καὶ ἡ πνευματικὴ ξηρασία πληθαίνουν, ὁ πιστὸς καλείται νὰ φυλάξει ἄσβεστη τὴν χάρη τοῦ Βαπτίσματος μὲ προσευχὴ, μετάνοια, ἐξομολόγηση, συμμετοχὴ στὰ Μυστήρια καὶ μνήμη Θεοῦ. Διότι ἡ σωτηρία δὲν εἶναι θεωρία, ἀλλὰ ἀλλοίωση ζωῆς. Ὅταν ὁ Χριστὸς κατοικεῖ μέσα στὴν καρδιά, τότε ἀκόμη καὶ ὁ πόνος γίνεται ἐλπίδα καὶ ἡ θλίψη μεταμορφώνεται σὲ εὐλογία.
Ἂς παρακαλοῦμε τὸ Πανάγιο Πνεῦμα νὰ καθαρίζει τὸν νοῦ μας, νὰ φωτίζει τὴν καρδιά μας καὶ νὰ μὴν ἐπιτρέψει νὰ σβήσει μέσα μας ἡ φλόγα τῆς θείας χάριτος. Διότι ὅποιος γεύεται τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ, δὲν μπορεῖ πλέον νὰ ἀναπαυθεῖ στὰ πρόσκαιρα τοῦ κόσμου τούτου.
Ὅσιος Νικήτας ὁ Στηθάτος
Ἡ ψυχὴ ποὺ κρατᾶ μέσα της τὸ Ἅγιο Πνεῦμα γίνεται φῶς μέσα στὸ σκοτάδι τοῦ κόσμου.

Ὁ Ἅγιος Μᾶρκος ὁ Ἀπόστολος καὶ Εὐαγγελιστής (25 Ἀπριλίου)




Ὁ Ἅγιος Ἀπόστολος καὶ Εὐαγγελιστὴς Μᾶρκος, ὁ ὁποῖος ὀνομαζόταν καὶ Ἰωάννης, ἦταν Ἰουδαῖος Ἑλληνιστὴς καὶ ἡ μητέρα του ὀνομαζόταν Μαρία. Καταγόταν ἀπὸ εὔπορη οἰκογένεια καὶ κατὰ τὴν συνήθεια τῆς ἐποχῆς νὰ παίρνουν οἱ Ἰουδαῖοι καὶ ἕνα δεύτερο ὄνομα ἑλληνικὸ ἢ ρωμαϊκό, ὀνομάσθηκε καὶ Μᾶρκος. Ἡ οἰκογένειά του διέθετε τὸ προφανῶς εὐρύχωρο σπίτι της στὴν Ἱερουσαλὴμ γιὰ τὶς συνάξεις τῶν Χριστιανῶν. Ὁρισμένοι παλαιότεροι ἐρευνητὲς δέχονται ὅτι στὸ σπίτι αὐτὸ ἔλαβε χώρα τὸ τελευταῖο δεῖπνο τοῦ Ἰησοῦ μὲ τοὺς Μαθητές Του καὶ ὅτι ὁ ἄνθρωπος, «ὁ κεράμιον ὕδατος βαστάζων», ὁ ὁποῖος θὰ ἔδειχνε στοὺς δύο Μαθητὲς ποὺ ἔστειλε ὁ Ἰησοῦς γιὰ τὴν προετοιμασία τοῦ δείπνου τὸ «ἀνώγαιον μέγα ἐστρωμένον ἕτοιμον», ἦταν ὁ Ἰωάννης Μᾶρκος.

Ἡ καταγωγὴ τοῦ Ἀποστόλου Μάρκου ἦταν μᾶλλον ἀπὸ τὴν Κύπρο. Ἀπὸ νεαρὴ ἡλικία ἄρχισε τὴν διακονία τῆς κηρύξεως τοῦ Εὐαγγελίου, συνοδεύοντας τὸν θεῖο του Ἀπόστολο Βαρνάβα καὶ τὸν Ἀπόστολο Παῦλο στὶς διάφορες περιοδεῖες τους.
Στὴν πρώτη περιοδεία τοῦ Ἀποστόλου Παύλου διακόπτει τὴν συνεργασία, ὅταν ὁ Παῦλος καὶ οἱ συνεργάτες του ἔφθασαν ἀπὸ τὴν Κύπρο στὴν Πέργη τῆς Παμφυλίας καὶ ἀπὸ ἐκεῖ ἐπιστρέφει στὰ Ἱεροσόλυμα. Στὴν ἀρχὴ τῆς δεύτερης περιοδείας, μετὰ τὴν Ἀποστολικὴ Σύνοδο, κατὰ τὸν «παροξυσμό» ποὺ παρατηρήθηκε μεταξὺ Παύλου καὶ Βαρνάβα, ὁ τελευταῖος μὲ τὸν Μᾶρκο ἀπέπλευσαν στὴν Κύπρο καὶ ὁ Παῦλος μὲ τὸν Σίλα ξεκίνησαν γιὰ τὴ νοτιοδυτικὴ Μικρὰ Ἀσία. Ἀργότερα ὁ Μᾶρκος βρίσκεται πάλι κοντὰ στὸν Παῦλο κατὰ τὸν χρόνο ποὺ γράφει ὁ Ἀπόστολος τὶς Ἐπιστολὲς τῆς αἰχμαλωσίας καὶ τέλος μνημονεύεται στὴν Α’ Ἐπιστολὴ τοῦ Πέτρου, ὡς συνεργάτης αὐτοῦ καὶ στὴν Β’ πρὸς Τιμόθεον Ἐπιστολή.
Διάφορες παραδόσεις γιὰ τὸν Ἀπόστολο Μᾶρκο ἀπηχοῦνται σὲ ἐκκλησιαστικοὺς συγγραφεῖς ἢ σὲ ἀρχαία λατινικὰ χειρόγραφα τοῦ Εὐαγγελίου του. Ὁ Ἰππόλυτος τὸν ὀνομάζει «κολοβοδάκτυλον», εἴτε γιατί εἶχε δυσανάλογα μικρὰ δάχτυλα σὲ σχέση πρὸς τὸ σῶμα του, εἴτε γιατί ἀπέκοψε ὁ ἴδιος ἕνα ἀπὸ τὰ δάχτυλά του ὅταν ἔγινε Χριστιανός, γιὰ νά μὴν θεωρεῖται ἄρτιος καὶ ἱκανὸς νὰ τελεῖ τὰ καθήκοντά του ὡς λευΐτης ποὺ ἦταν, εἴτε τέλος, σύμφωνα μὲ ἄλλη, ἀλληγορικὴ αὐτὴ τὴ φορὰ ἑρμηνεία, γιατί τὸ Εὐαγγέλιό του στερεῖται εἰσαγωγῆς καὶ ἐπιλόγου. Ὁ Ἐπιφάνιος διασώζει τὴν πληροφορία ὅτι ὁ Μᾶρκος ὑπῆρξε ἕνας ἀπὸ τοὺς Ἑβδομήκοντα Μαθητὲς τοῦ Κυρίου καὶ ὅτι ἀνῆκε σὲ ἐκείνους ποὺ σκανδαλίσθηκαν ἀπὸ τὰ λόγια ποὺ εἶπε ὁ Ἰησοῦς στὸ κατὰ Ἰωάννην Εὐαγγέλιο γιὰ τὴ βρώση τῆς Σάρκας Του καὶ τὸν ἐγκατέλειψαν. Ἄλλοι ὑποστηρίζουν ὅτι ὁ Εὐαγγελιστὴς Μᾶρκος ἵδρυσε καὶ τὴν Ἐκκλησία τῆς Ἀκηλυΐας τῆς Ἰταλίας καὶ ἐργάσθηκε ἀποστολικὰ στὴ Δύση, στὴ Ρώμη καὶ στὰ Μεδιόλανα. Τέλος, ἡ ἐκκλησιαστικὴ παράδοση γενικότερα θεωρεῖ τὸν Ἀπόστολο Μᾶρκο ἱδρυτὴ καὶ πρῶτο Ἐπίσκοπο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἀλεξάνδρειας.

Τετάρτη 6 Μαΐου 2026

Οσία Ελισάβετ η Θαυματουργή 24 Απριλίου


Η Οσία Ελισάβετ καταγόταν από την Ηράκλεια της Θράκης και έζησε τον 5ο αιώνα μ.Χ. Οι γονείς της, Ευνομιανός και Ευφημία, ήταν ξακουστοί και ονομαστοί, φημ
ισμένοι για τα πλούτη τους και περίφημοι για την αρετή τους. Κατοικούσαν κοντά στην Ηράκλεια, στον τόπο που από παλιά ονομαζόταν Θρακοκρήνη και αργότερα Αβυδηνοί. Ζούσαν με ευσέβεια έχοντας ως πρότυπο τον Ιώβ. Ποθώντας δε με πάθος να μιμηθούν την φιλοξενία του Αβραάμ, απλόχερα βοηθούσαν όλους, όσοι είχαν ανάγκες υλικές.
Όμως είχαν περάσει δεκαέξι χρόνια από τότε που νυμφεύθηκαν και ήταν ακόμη άτεκνοι. Γι' αυτό παρακαλούσαν αδιάκοπα τον Θεό να τους χαρίσει ένα παιδί, διάδοχο του γένους τους και κληρονόμο του πλούτου τους. Ο Κύριος, που ικανοποιεί τα αιτήματα των πιστών Του, άκουσε με ευμένεια τη δέησή τους και δεν παρέβλεψε την προσευχή τους.
Υπήρχε στον τόπο εκείνο ένα παλαιό έθιμο να συγκεντρώνονται οι Χριστιανοί στην μνήμη της Αγίας Μάρτυρος Γλυκερίας (τιμάται 13 Μαΐου) και να εορτάζουν μια ολόκληρη εβδομάδα. Τότε λοιπόν, βρέθηκαν εκεί μαζί με τους άλλους Χριστιανούς και οι γονείς της Οσίας. Έκαναν λιτανείες και ολονύκτιες δοξολογίες και επισκέπτονταν τους ναούς της πόλεως, που σε αυτούς φυλάσσονταν τα ιερά λείψανα των σαράντα Αγίων Γυναικών, του διακόνου Αμώς (βλέπε 1 Σεπτεμβρίου) και πολλών άλλων Αγίων. Λιτάνευαν τότε και την πολυσέβαστη κάρα της Αγίας Γλυκερίας. Όμως κατά την διάρκεια της Θείας Λειτουργίας, την οποία τελούσε ο Επίσκοπος της πόλεως Λέων, ο πατέρας της Ελισάβετ, Ευνομιανός, έβλεπε την αγία κάρα πότε να χαμογελά και πότε να λυπάται. Αυτό το θεώρησε ως σημείο της πίστεώς του στη Μάρτυρα και η ψυχή του γέμισε με χαρά και λύπη μαζί. Μαζί με την σύζυγό του ικέτευσαν την αθληφόρο Αγία, να λύσει τα δεσμά της στειρώσεώς τους και να τους χαρίσει ένα παιδί. Έτσι, όταν τους πήρε για λίγο ο ύπνος, ο Ευνομιανός είδε σε όνειρο την Αγία Γλυκερία, η οποία του είπε: «Γι' αυτό μου δημιουργείς κόπους, άνθρωπέ μου, και μου ζητάς αυτό που μόνο ο Θεός μπορεί να σου δώσει; Όμως, εάν στ' αλήθεια δίνεις τον λόγο σου πως θ' αποκτήσετε καρδιά και πνεύμα ταπεινό και πως ποτέ δεν θα καυχιέσαι σε βάρος των άλλων, ευχή κάνω να σου δώσει με τις πρεσβείες μου ο μεγαλόδωρος Κύριος, το γρηγορότερο, ένα κορίτσι. Αυτό θα το ονομάσεις Ελισάβετ, γιατί θα αναδειχθεί όμοια στην ψυχή με την μητέρα του Ιωάννου του Προδρόμου και Βαπτισθού».
Ο πατέρας της Οσίας συμφώνησε ότι θα κάνε αυτό που ζήτησε η Αγία Γλυκερία. Τότε εκείνη τον σφράγισε με το σημείο του Σταυρού και έφυγε. Η γυναίκα του συνέλαβε αμέσως και μετά από τη συμπλήρωση εννέα μηνών γέννησε κορίτσι.
Όταν η Ελισάβετ έγινε δώδεκα ετών, η μητέρα της έφυγε από την πρόσκαιρη ζωή. Μετά από τρία χρόνια έφυγε από την ζωή και ο πατέρας της. Η μακαρία Ελισάβετ απέμεινε ορφανή. Όμως αμέσως εμπιστεύθηκε τον εαυτό της στον Θεό και διακρίθηκε στη διακονία των φτωχών και των ελαχίστων αδελφών της. Χάρισε την περιουσία της στους φτωχούς και έτσι με τα χέρια τους την κατέθεσε στον Θεό, ενώ στους δούλους χάρισε την ελευθερία τους.
Έπειτα αναχώρησε για την Κωνσταντινούπολη. Έφθασε στη μονή του Μεγαλομάρτυρα Γεωργίου, που είχε το όνομα «Μικρός Λόφος» και που ηγουμένη εκεί ήταν κάποια θεία από τον πατέρα της. Στη μονή αυτή απαρνήθηκε τα εγκόσμια και τις βιοτικές μέριμνες και εκάρη μοναχή. Ζούσε με σκληραγωγία, νηστεία και άσκηση και περπατούσε ανυπόδητη. Το σώμα της ποτέ δεν δέχθηκε να το πλύνει με νερό. Το διατηρούσε όμως καθαρό λούζοντάς το καθημερινά με τις αστείρευτες πηγές των δακρύων της. Έτσι έφθασε στα ύψη της αγιότητας και ο Άγιος Θεός την αξίωσε του προορατικού χαρίσματος και αυτού της θαυματουργίας.

Τρίτη 5 Μαΐου 2026

Ό,τι δίνεις, το συναντάς ξανά.


Σ’ ένα μικρό χωριό ζούσε ένας άνθρωπος που πίστευε πως ό,τι κάνει χάνεται με τον χρόνο.
«Ποιος θυμάται;» έλεγε. «Όλα περνούν…»
Μια μέρα, πάνω στον θυμό του, πλήγωσε έναν συνάνθρωπό του με λόγια βαριά.
Έφυγε και το ξέχασε. Νόμιζε πως τελείωσε εκεί.
Μα δεν τελείωσε.
Τα λόγια του έμειναν. Όχι μόνο στην καρδιά εκείνου που τα άκουσε, αλλά και μέσα του.
Έγιναν σκιά στη σκέψη του, βάρος στην ψυχή του, μια σιωπηλή ταραχή που δεν εξηγούνταν.
Και όσο περνούσε ο καιρός, αναρωτιόταν γιατί δεν έχει ειρήνη.
Γιατί δεν μπορεί να χαρεί απλά πράγματα.
Γιατί κάτι μέσα του αντιστέκεται στη γαλήνη.
Δεν ήξερε ή δεν ήθελε να παραδεχτεί πως το κακό που έκανε δεν χάθηκε.
Έμεινε μαζί του.
Λίγο καιρό μετά, βρέθηκε μπροστά σε έναν άνθρωπο που είχε ανάγκη.
Δίστασε. Αυτή την φορά όμως, δεν μίλησε σκληρά.
Έσκυψε, άκουσε, βοήθησε.
Και έφυγε χωρίς να δώσει σημασία.
Μα εκείνο το καλό δεν χάθηκε.
Έκανε έναν κύκλο αθόρυβο.
Πέρασε από καρδιές, από προσευχές, από ευχαριστίες που δεν άκουσε ποτέ.
Και μια μέρα, όταν ο ίδιος βρέθηκε σε δυσκολία, ήρθε πίσω σε αυτόν όχι σαν ανταμοιβή, αλλά σαν φως.
Τότε κατάλαβε.
Το κακό που κάνεις, μένει μαζί σου σε βαραίνει, σε ακολουθεί, σε περιμένει μέχρι να το θεραπεύσεις.
Το καλό που κάνεις, επιστρέφει όχι πάντα όπως το περιμένεις, αλλά πάντα την ώρα που το χρειάζεσαι.
Και από εκείνη τη μέρα, πρόσεχε.
Όχι γιατί φοβόταν την τιμωρία,
αλλά γιατί κατάλαβε πως κάθε πράξη γράφεται μέσα στην αιωνιότητα της ψυχής.
Και άρχισε να ζει αλλιώς.
Με περισσότερη προσοχή, περισσότερη αγάπη, περισσότερη αλήθεια.
Γιατί έμαθε κάτι απλό, αλλά βαρύ:
Ό,τι δίνεις, το συναντάς ξανά. «Ό,τι κάνεις, γίνεται τρόπος ύπαρξης μέσα σου.»