Τετάρτη 26 Αυγούστου 2026

Η ΥΠΕΡΑΓΙΑ ΘΕΟΤΟΚΟΣ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΝΙΚΟΔΗΜΟ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗ

«ΚΑΙ ΠΑΝΤΕΧΝΉΜΟΝΙ ΛΌΓΩ ΣΆΡΚΑ ΔΑΝΕΊΣΑΣΑ» ΈΓΡΑΨΕ Ο ΆΓΙΟΣ ΝΙΚΌΔΗΜΟΣ ΌΤΙ Ο ΥΙΌΣ ΤΟΥ ΘΕΟΎ ΕΊΝΑΙ ΧΡΕΏΣΤΗΣ ΣΤΗΝ ΠΑΝΑΓΊΑ


bbbbbb.jpg 
Ο άγιος Νικόδημος ως ορθόδοξος χριστιανός πρώτα, και υστέρα ως μοναχός και ιδιαίτερα αγιορείτης, έτρεφε μεγάλο σεβασμό και αγάπη στη Μητέρα του Κυρίου μας, την Υπεραγία Θεοτόκο. Ο Άθως “το άνθος των ορέων”, όπου είχε φθάσει ο άγιος Νικόδημος με τρόπο θαυμαστό και είχε εγκαταβιώσει από τα εικοσιέξι του χρόνια, είναι όπως γνωρίζουμε κάτω από τα προστατευτικά φτερά της Πάναγνης Μαρίας, της Κυρίας και Βασίλισσας των αγγέλων. Την ιερή γη του Άθωνα η Παναγία “απέδειξεν άνωθεν και εξ αρχαίων χρόνων Παράδεισον εαυτής και οικείον περίβολον”.

Η Παναγία ήταν το αγαλλίαμα της καρδίας του αγίου Νικοδήμου, αλλά και Εκείνη τον είχε κάτω από τη σκέπη και τη σκιά των πτερύγων της. Θρυλείται ότι όταν έγραφε ο άγιος για την Παναγία εμφανίσθηκε Εκείνη και του είπε· «Σε ευλογώ τέκνον μου Νικόδημε, και σε ενισχύω να γράφεις».

Ήταν Θεοτοκόφιλος άγιος και Θεοτοκόληπτος. Όταν έγραφε για την Παναγία, που δάνεισε σάρκα στον Απερίγραπτο Λόγο, κυριολεκτικά καταλαμβανόταν από ένθεο ενθουσιασμό και υπερεκχειλίζουσα αγάπη για το ιερό της Πρόσωπο και την εγκωμίαζε με όλη τη δύναμη της ψυχής του. Η Παναγία τον φώτιζε και τον ενίσχυε στο έργο αυτό «τη δραστική δυνάμει και φωτοφόρω αυτής χάριτι».

Στο βιβλίο του «Αόρατος Πόλεμος» ο Άγιος Νικόδημος στο ΜΘ’ κεφάλαιο έγραψε ότι η Παναγία αποτελεί «μεθόριον αναμεταξύ της ακτίστου και κτιστής φύσεως· αύτη μόνη είναι Θεός άμεσος μετά τον Θεόν και έχει τα δευτερεία της Αγίας Τριάδος, ως ούσα μήτηρ αληθώς του Θεού».Στην υποσημείωση δε του ΜΘ’ κεφαλαίουέγραψε ένα εξαίσιο κείμενο για την Παναγία «ουκ αποφαντικώς και δογματικώς αλλά διστακτικώς και μετά υποθέσεως». Στο κείμενο αυτό ο άγιος Νικόδημος έγραφε ότι αν τα εννέα τάγματα των αγγέλων έπεφταν από τον ουρανό, αν όλοι οι άνθρωποι γινόντουσαν κακοί, και αν τα λοιπά κτίσματα αποστατούσαν και έβγαιναν από τη φυσική τάξη που έθεσε ο Δημιουργός, αν όλα αυτά συνέβαιναν, δεν θα ήταν αρκετά να λυπήσουν τον Θεό, γιατί υπήρχε η Θεοτόκος που τον αγάπησε τόσο πολύ, υπάκουσε στο θέλημα του και έγινε χωρητική και δεκτική όλων των χαρισμάτων που διαμοίρασε στην κτίση· ένας κόσμος δεύτερος, ασύγκριτα υπέρτερος από τον αισθητό και νοητό κόσμο. Επίσης ότι ο αισθητός και νοητός κόσμος έγινε για την Παναγία, και η Παναγία για τον Χριστό «καθώς το περιβόλι γίνεται διά να φυτευθεί το δένδρον και πάλιν το δένδρον φυτεύεται διά τον καρπόν».

Το κείμενο αυτό ενόχλησε ορισμένους θεολόγους. Έτσι αναγκάσθηκε να γράψει την Απολογία του και να εκθειάσει την Παναγία Μητέρα του Κυρίου, βασισμένος και πάλι στους Πατέρες της Εκκλησίας και ιδιαίτερα στον θεοφόρο Μάξιμο Ομολογητή, στον Ανδρέα Κρήτης, και ιδιαίτερα στον φωστήρα της Θεσσαλονίκης Γρηγόριο Παλαμά που είχε λάβει το χάρισμα της Θεολογίας από την ίδια τη Θεομήτορα στην έρημο του Αγίου Όρους, κατά τον βιογράφο του άγιο Φιλόθεο Κόκκινο.

Στο «Εορτοδρόμιό» του, ένα έργο χαρμόσυνο και εορταστικό, που ανεβάζει στον ουρανό, ερμήνευσε τους κανόνες των δεσποτικών και θεομητορικών εορτών και του δόθηκε η ευκαιρία μαζί με τους υμνωδούς να υμνήσει κι’ αυτός με τη σειρά του την Πανάσπιλη Μητέρα του Κυρίου μας. Ερμήνευσε τον κανόνα του Ευαγγελισμού, ποίημα του Χρυσορρόα ποταμού Ιωάννη του Δαμασκηνού, αφού όπως αναφέρει στα Προλεγόμενα επικαλέσθηκε τη βοήθεια της Παναγίας· «Την βοήθειαν και χάριν της κεχαριτωμένης επικαλεσάμενος, ετόλμησα να ποιήσω κάποιαν ερμηνείαν εις αυτόν». Ερμήνευσε επίσης τους κανόνες της Κοιμήσεως που συνέθεσε «η εν Χριστώ τριπόθητος και ομόφρων δυάς των πνευματοκινήτων μουσικών» Ιωάννη Δαμάσκηνου και Κοσμά Μελωδού και έγραψε στα Προλεγόμενα ότι «ο της σοφίας χορηγός και ειρηνικός Βασιλεύς ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, ο Υιός της Αειπαρθένου Μαρίας, ηθέλησε να παραλάβει την Παναγίαν Μητέρα του, και να μεταθέσει αυτήν εις τα εν ουρανοίς αχειροποίητα Άγια των Αγίων, καθώς τα ωνόμασεν ο Παύλος, ίνα όπου εστίν ο Υιός εκεί ευρίσκεται και η Μήτηρ, και όπου βασιλεύει ο Υιός, εκεί να συμβασιλεύη και η τούτον γεννήσασα».

Προεόρτια της κοιμήσεως της Θεοτόκου 14 Αυγούστου



Ἀπολυτίκιον

Ἦχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.
Λαοὶ προσκιρτήσατε, χείρας κροτοῦντες πιστῶς, καὶ πόθῳ ἀθροίσθητε, σήμερον χαίροντες, καὶ φαιδρῶς ἀλαλάζοντες, πάντες ἐν εὐφροσυνῃ· τοῦ Θεοῦ γὰρ ἡ Μήτηρ, μέλλει τῶν ἐπιγείων, πρὸς τὰ ἄνω ἀπαίρειν ἐνδόξως· ἣν ἐν ὕμνοις ἀεί, ὡς Θεοτόκον δοξάζομεν.
Κοντάκιον
Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Τῇ ἐνδόξῳ μνήμη σου ἡ οἰκουμένη, τῷ ἀϋλῳ Πνεύματι, πεποικιλημένη νοερῶς, ἐν εὐφροσύνῃ κραυγάζει σοι, Χαῖρε Παρθένε, Χριστιανῶν τὸ καύχημα.

 

Τρίτη 25 Αυγούστου 2026

Αγία Ειρήνη η βασιλίσσα, της διά του αγίου και αγγελικού σχήματος μετονομασθείσης Ξένης Mοναχής. 13 Αυγούστου

 

Η Αγία Ειρήνη έζησε τον 12ο αιώνα μ.Χ. και ήταν κόρη ωραία και ενάρετη. Αυτό το παρατήρησε ο βασιλιάς Αλέξιος ο Κομνηνός και την πάντρεψε με το γιο του Ιωάννη, τον επονομαζόμενο Καλοϊωάννη λόγω των πολλών του αρετών. Η ενάρετη λοιπόν βασίλισσα Ειρήνη, ξόδευε με απλοχεριά σε φιλανθρωπικά έργα, μόνη μάλιστα πήγαινε σε φτωχικές καλύβες, για να δώσει όχι μόνο χρήματα, αλλά και ανώτερη ενίσχυση και παρηγοριά της ελπίδας στο Χριστό. Επίσης έκτισε γηροκομεία και ξενώνες, και άφησε σ' αυτά μεγάλα χρηματικά ποσά για την ασφαλή και άνετη συντήρηση τους. Στη συνέχεια όμως, η Ειρήνη δοκίμασε μεγάλες θλίψεις. Ο άντρας της σε μια εκστρατεία του στη Συρία το 1143 μ.Χ., πέθανε. Αργότερα το ίδιο συνέβη και με τα δύο από τα τέσσερα παιδιά της. Τότε η Ειρήνη, θέλησε να βρει ανακούφιση στις θλίψεις της μέσα στη μοναχική ζωή. Αφού λοιπόν πήρε και τη συγκατάθεση του βασιλιά γιου της Μανουήλ, αποσύρθηκε στη μονή Παντοκράτορος, όπου και έγινε μοναχή, μετονομασθείσα Ξένη. Εκεί τη βρήκε ο θάνατος και την κήδευσαν με μεγάλη απλότητα, όπως η ίδια το επιθυμούσε. Διότι λίγο πριν πεθάνει έλεγε, ότι η βασίλισσα Ειρήνη είχε πεθάνει προ πολλού, και δεν έμενε πλέον παρά μόνο η μοναχή Ξένη.

Δευτέρα 24 Αυγούστου 2026

Μέσα στον ναό δεν στεκόμαστε μόνοι.



Υπάρχουν στιγμές που η σιωπή είναι πιο δυνατή από κάθε λόγο. Και μία από αυτές είναι η ώρα που ο άνθρωπος στέκεται μέσα στον ναό, μπροστά στον Θεό.
Ο Όσιος Νήφων μάς παραδίδει μια αυστηρή, μα βαθιά κατανυκτική διδαχή: όταν μπαίνεις στην εκκλησία, φύλαγε τον νου σου, τη γλώσσα σου και την καρδιά σου. Μην αφήνεις το γέλιο, τις άσκοπες κουβέντες, τα σχόλια για τους άλλους και τις βιοτικές μέριμνες να κλέβουν εκείνη την ώρα που ανήκει στον Θεό. Και ακόμη κι όταν ψάλλεις, μην ψάλλεις για να ακουστείς από τους ανθρώπους· ψάλλε για να ακουστεί η καρδιά σου από τον Ουρανό.
Γιατί ο ναός δεν είναι τόπος κοινωνικής συναναστροφής. Είναι τόπος παρουσίας Θεού.
Κατά την πατερική διήγηση, μαζί με τους πιστούς στέκονται αοράτως και οι άγγελοι, υμνώντας τον Κύριο. Κι όταν ο άνθρωπος, αντί για προσευχή, παραδίδεται σε αργολογία, κατάκριση και περισπασμό, τότε αυτό που για εμάς μπορεί να φαίνεται μικρό, ενώπιον του Θεού αποκτά άλλο βάρος.
Σκέψου το.
Ο Θεός σου χάρισε εκείνη την ώρα για να Του μιλήσεις. Να Του αφήσεις τον πόνο σου. Να ζητήσεις έλεος. Να Τον ευχαριστήσεις. Να σταθείς για λίγο μακριά από τον θόρυβο του κόσμου.
Κι εμείς πολλές φορές γεμίζουμε αυτή την ιερή σιωπή με λόγια που θα μπορούσαμε να πούμε οπουδήποτε αλλού.
Δεν χρειάζεται φόβος που οδηγεί στην απόγνωση. Χρειάζεται εκείνος ο παλαιός, ευλογημένος φόβος Θεού που γεννά σεβασμό, ταπείνωση και συναίσθηση του πού βρισκόμαστε.
Όταν περνάς λοιπόν το κατώφλι της εκκλησίας, άφηνε για λίγο τον κόσμο έξω.
Μην κοιτάζεις ποιος μπήκε, τι φόρεσε, πώς ψάλλει ή τι έκανε. Μην ψάχνεις τα ελαττώματα των άλλων. Εκείνη την ώρα υπάρχει μία ψυχή που χρειάζεται να προσέξεις περισσότερο απ’ όλες.
Τη δική σου.
Και αν κάποτε σου ξεφύγει ένας μάταιος λόγος, μην απελπιστείς. Σώπασε. Μάζεψε πάλι τον νου σου. Κάνε μέσα σου μια μικρή μετάνοια και γύρισε την καρδιά σου εκεί όπου έπρεπε να βρίσκεται από την αρχή.
Στον Χριστό.
Γιατί μέσα στον ναό δεν ερχόμαστε για να μας δουν οι άνθρωποι.
Ερχόμαστε για να σταθούμε ενώπιον Εκείνου που βλέπει την καρδιά.
«Ὁ δὲ Κύριος ἐν τῷ ναῷ τῷ ἁγίῳ αὐτοῦ· εὐλαβείσθω ἀπὸ προσώπου αὐτοῦ πᾶσα ἡ γῆ.»
Ἀββακοὺμ 2,20
Εμπνευσμένο από διδαχή του Ὁσίου Νήφωνος, Ἐπισκόπου Κωνσταντιανῆς τῆς κατ’ Ἀλεξάνδρειαν.
Μπαίνοντας στην εκκλησία, θυμήσου: δεν σε βλέπουν μόνο οι άνθρωποι…
Αν αυτή η διδαχή άγγιξε την καρδιά σου, κράτησέ την για την επόμενη φορά που θα περάσεις το κατώφλι ενός ναού.

Άγιοι Φώτιος και Ανίκητος 12 Αυγούστου


Ιερά Λείψανα: Μέρη της Κάρας του Αγίου Φωτίου βρίσκονται στις Μονές Ιβήρων και Διονυσίου Αγίου Όρους.
Αποτμήματα του Ιερού Λειψάνου του Αγίου Ανίκητου βρίσκονται στις Μονές Μεγ. Λαύρας Αγίου Όρους και Κύκκου Κύπρου.
 
Ο Φώτιος ήταν ανεψιός του Ανίκητου. Κατάγονταν και οι δύο από τη Νικομήδεια. Όταν ο Διοκλητιανός θέλησε να κινήσει διωγμό κατά των χριστιανών, μίλησε μπροστά στη Σύγκλητο με τους πιο υβριστικούς λόγους εναντίον τους. Εκεί ήταν παρών και ο Ανίκητος, που όταν άκουσε αυτά τα λόγια του βασιλιά, όχι μόνο δεν φοβήθηκε, αλλά σηκώθηκε με θάρρος, δήλωσε ότι είναι χριστιανός και είπε στο Διοκλητιανό: «Πλανάσαι, βασιλιά, αν νομίζεις ότι με τα μέτρα κατά των Χριστιανών θα πετύχεις τους ασεβείς σκοπούς σου. Μάθε ότι οι χριστιανοί αποτελούν σήμερα την υγιέστερη μερίδα της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Και θα ήταν ανόητοι και αναίσθητοι αν πίστευαν στα είδωλα. Γι' αυτό όποια μέτρα και αν πάρεις εναντίον τους, στο τέλος ζημιωμένος θα είσαι εσύ, ενώ αυτοί ένδοξοι μάρτυρες». Ο Διοκλητιανός, προσβεβλημένος από την παρατήρηση του Ανίκητου, διέταξε και τον έριξαν τροφή σε ένα τρομερό λιοντάρι. Αλλά το λιοντάρι σταμάτησε την άγρια ορμή του και ημέρεψε σαν πρόβατο. Τότε έγινε μεγάλος σεισμός και συνετρίβησαν πολλά ειδωλολατρικά αγάλματα. Κατόπιν τον έβαλαν σε τροχό με αναμμένη φωτιά από κάτω. Αλλά ω του θαύματος, ο τροχός σταμάτησε και η φωτιά έσβησε. Τότε έτρεξε και τον αγκάλιασε ο ανεψιός του Φώτιος. Μόλις είδαν αυτό οι ειδωλολάτρες, έδεσαν και τους δύο μέσα στο λεγόμενο λουτρό του Αντωνίου. Και αφού υπερθέρμαναν το νερό, παρέδωσαν και οι δύο ένδοξα το πνεύμα τους.
Ἀπολυτίκιον (Κατέβασμα)
Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Θείας πίστεως, τὴ συμφωνία, τὴν οἰκείωσιν, τῆς συγγενείας, δι' ἀγώνων ἱερῶν ἐλαμπρύνατε, θεομακάριστε Μάρτυς Ἀνίκητε, σὺν τῷ Φωτίῳ φωτὸς τῷ θεράποντι. Ἀλλὰ αἰτήσασθε, δοθήναι πταισμάτων ἄφεσιν, τοὶς μέλπουσιν ὑμῶν τὴν θείαν ἄθλησιν.

Κυριακή 23 Αυγούστου 2026

Νομίζεις...

 

Νομίζεις, ὅτι ἄδικα κοπιάζεις, ὑποφέροντας κόπους καὶ θλίψεις; ὄχι, ὁ Θεὸς δὲν θέλει τὸν κόπο σου, ἀλλὰ ἐσὺ τοῦ προσφέρεις ὡς θυσία ἀγάπης τις δικές σου θλίψεις καὶ στενοχώριες.
Αὐτὴ τὴν διάκρισι δείχνουν ὅλοι, ὅσοι ἀγαποῦν τὸν Θεό, στενοχωρώντας καὶ θλίβοντας τὸν ἑαυτό τους γιὰ τὴν ἀγάπη πρὸς αὐτόν· διότι ὅσοι προθυμοποιοῦνται νὰ ζήσουν με φόβο Θεοῦ, ὑποφέρουν κάθε θλῖψι καὶ ὑπομένουν κάθε διωγμό γι' αὐτόν· καὶ τότε αὐτὸς τοὺς κάνει ἐξουσιαστὲς τῶν δικῶν του κρυπτῶν θησαυρῶν.
 
Ἅγιος Ἰσαάκ ὁ Σύρος
 

 

Ο ΑΟΡΑΤΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ ΑΡΧΙΖΕΙ ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ



Μην ψάχνεις πάντοτε τον εχθρό έξω σου. Ο πιο λεπτός πόλεμος γίνεται εκεί όπου γεννιούνται και κρίνονται οι λογισμοί σου.
Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, επικαλούμενος τον θεῖο Διάδοχο, αποκαλύπτει μία από τις λεπτότερες μεθοδείες του πονηρού: να μη γνωρίζει ο άνθρωπος πού πραγματικά διεξάγεται ο πνευματικός του αγώνας.
Ο εχθρός θέλει τον άνθρωπο να κοιτάζει συνεχώς έξω του. Να κατηγορεί πρόσωπα, περιστάσεις και γεγονότα· να αναζητεί την αιτία του πολέμου παντού, εκτός από τον τόπο όπου χρειάζεται πρωτίστως νήψη και φύλαξη: την καρδιά.
Ο Άγιος Διάδοχος Φωτικής διδάσκει ότι η Χάρη του Θεού κατοικεί στο βάθος του νου, ενώ τα πονηρά πνεύματα περιφέρονται γύρω από τα μέλη της καρδιάς και επιχειρούν, με λογισμούς, πάθη και φαντασίες, να αποσπάσουν τον νου από τη μνήμη του Θεού.
Γι’ αυτό ακριβώς ο πονηρός δεν θέλει ο άνθρωπος να μάθει την τέχνη της νήψεως.
Γιατί όταν ο νους αρχίσει να φυλάσσει την καρδιά και η καρδιά να επικαλείται το παντοδύναμο Όνομα του Κυρίου, τότε ο λογισμός παύει να περνά απαρατήρητος.
«Πάσῃ φυλακῇ τήρει σὴν καρδίαν· ἐκ γὰρ τούτων ἔξοδοι ζωῆς.»
Παροιμίες 4,23
Δεν είναι κάθε σκέψη δική μας. Δεν είναι κάθε λογισμός αλήθεια. Δεν πρέπει κάθε εσωτερική κίνηση να γίνεται δεκτή, να συζητείται και τελικά να ριζώνει μέσα μας.
Η νηπτική παράδοση της Εκκλησίας μάς διδάσκει πρώτα να διακρίνουμε, έπειτα να αντιστεκόμαστε και πάνω απ’ όλα να στρέφουμε αμέσως τον νου προς τον Χριστό.
«Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με.»
Λίγες λέξεις. Μα μέσα τους ολόκληρη ομολογία πίστεως, επίκληση του Σωτήρος και κραυγή ανθρώπου που γνωρίζει ότι μόνος του δεν μπορεί να νικήσει τον αόρατο πόλεμο.
«Ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε.»
Α΄ Θεσσαλονικεῖς 5,17
Η καρδιακή προσευχή δεν είναι μαγική τεχνική ούτε ψυχολογική αυτοσυγκέντρωση. Είναι έργο μετανοίας, ταπεινώσεως και Χάριτος, μέσα στη ζωή της Εκκλησίας και, ιδιαιτέρως όταν κανείς εισέρχεται βαθύτερα στη νοερά εργασία, με διάκριση και πνευματική καθοδήγηση.
Δεν κυνηγούμε αισθήσεις. Δεν ζητούμε οράματα. Δεν αναζητούμε «πνευματικές εμπειρίες».
Ζητούμε τον Χριστό.
Και όταν έρχεται ο λογισμός, δεν καθόμαστε να συνομιλήσουμε μαζί του.
Επιστρέφουμε στην προσευχή.
Επιστρέφουμε στη μετάνοια.
Επιστρέφουμε στο Όνομα που τρέμει ολόκληρη η δύναμη του εχθρού.
«Καρδίαν καθαρὰν κτίσον ἐν ἐμοί, ὁ Θεός, καὶ πνεῦμα εὐθὲς ἐγκαίνισον ἐν τοῖς ἐγκάτοις μου.»
Ψαλμός 50,12
Ο Άγιος Νικόδημος δεν αποκάλυψε αυτή την τέχνη του διαβόλου για να φοβηθεί ο άνθρωπος.
Την αποκάλυψε για να μάθει να πολεμά.
Με νήψη.
Με μετάνοια.
Με ταπείνωση.
Με τη μνήμη του Θεού.
Με το γλυκύτατο και παντοδύναμο Όνομα του Ιησού Χριστού.
Φύλαγε την καρδιά σου. Εκεί κρίνεται πολλές φορές ολόκληρος ο πόλεμος. Και κράτα τον Χριστό μέσα στη μνήμη σου, πριν ο λογισμός προλάβει να γίνει πάθος.
Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης
Παραπομπή στον Άγιο Διάδοχο Φωτικής, Κεφ. λγ΄, Φιλοκαλία
Εσύ, όταν έρχεται ο λογισμός, τον συζητάς ή καταφεύγεις πρώτα στην προσευχή;

Άγιος Νήφων Πατριάρχης Κωνσταντινούπολης 11 Αυγούστου




Πρόκειται για τον Πατριάρχη Νήφωνα τον Β', που πατριάρχευσε τρεις φορές: α) 1486-1488. β) 1497-1498 και γ) 1502. Καταγόταν από την Πελοπόννησο και γεννήθηκε από τους Μανουήλ και Μαρία. Το κοσμικό του όνομα ήταν Νικόλαος. Προσκολλήθηκε σε κάποιον μοναχό Αντώνιο και έγινε μοναχός στην Επίδαυρο με το όνομα Νήφων. Μετά τον θάνατο του γέροντα του, πήγε στο κάστρο της Νάρδας, όπου γνώρισε τον ενάρετο Αγιορείτη Ζαχαρία, με τον όποιο εγκαταστάθηκε στη Μονή της Θεοτόκου στην Αχρίδα. Όταν ο Ζαχαρίας εκλέχτηκε αρχιεπίσκοπος Αχριδών, ο Νήφων αναχώρησε στο Άγιον Όρος, όπου χειροτονήθηκε διάκονος και Ιερέας στη Μονή Διονυσίου. Από τη Μονή αυτή κλήθηκε να γίνει Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης και από εκεί, μετά τον θάνατο του Συμεών, ανέλαβε τον οικουμενικό θρόνο. Απομακρύνθηκε δύο φορές από τον θρόνο και κατέφυγε στη Βλαχία και από κει στο Άγιον Όρος στη Μονή Διονυσίου. Την τρίτη φορά που κλήθηκε στον Οικουμενικό θρόνο δεν πήγε στην Κωνσταντινούπολη και πέθανε στη Μονή, αφού έζησε ζωή ασκητική.
Ἀπολυτίκιον
Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Ἔργοις ἔλαμψας, τῆς εὐσέβειας, πᾶσαν ηὔγασας, τὴν Ἐκκλησίαν, τῆς ταπεινώσεως τρόποις ὑψούμενος, ἀσκητικῶς δοξασθεῖς γὰρ ἐν Ἄθωνι, Πατριαρχῶν καλλονὴ ἐχρημάτισας. Νήφων ἔνδοξε, θείων χαρίτων ἔμπλησον, τοὺς πίστει καὶ πόθω σὲ μεγαλώνοντας.

Σάββατο 22 Αυγούστου 2026

Άγιοι Λαυρέντιος αρχιδιάκονος, Ξύστος πάπας Ρώμης και Ιππόλυτος 10 Αυγούστου

Αποτέλεσμα εικόνας για Άγιοι Λαυρέντιος αρχιδιάκονος, Ξύστος πάπας Ρώμης και Ιππόλυτος 10 Αυγούστου

Ιερά Λείψανα: Μεγάλο μέρος των Λειψάνων του Αγίου Λαυρεντίου βρίσκονται στον ὁμώνυμο ρωμαιοκαθολικό Ναό «ἐκτός τῶν Τειχῶν» Ρώμης.
Αποτμήματα ου Ιερού Λειψάνου του Αγίου Λαυρεντίου βρίσκονται στις Μονές Παντελεήμονος Αγίου Όρους και Κύκκου Κύπρου.

Οι Άγιοι Λαυρέντιος αρχιδιάκονος, Ξύστος πάπας Ρώμης και Ιππόλυτος μαρτύρησαν το 253 μ.Χ.
Ο άρχιδιάκονος Λαυρέντιος ήταν από τους πιο γνωστούς κληρικούς της ρωμαϊκής Εκκλησίας, και του είχαν εμπιστευθεί τη διαχείριση της περιουσίας της. Όταν έγινε ο διωγμός κατά των χριστιανών, ο πάπας Ρώμης Ξύστος (ή Σίξτος) ο Β', που καταγόταν από την Αθήνα, πρώτος πρόσφερε θυσία τον εαυτό του, ομολογώντας τον Χριστό και αποκεφαλίστηκε.
Κατόπιν συνέλαβαν και το Λαυρέντιο. Επειδή ήταν διαχειριστής της Εκκλησίας, τον διέταξαν να παραδώσει τους θησαυρούς της. Ο Λαυρέντιος δέχθηκε, και μετά από λίγο επέστρεψε με μια μεγάλη φάλαγγα αμαξών, γεμάτες φτωχούς, ορφανά και αναπήρους. Και απάντησε στον ηγεμόνα ότι σε όλους αυτούς τους πάσχοντες είναι αποταμιευμένοι οι θησαυροί της Εκκλησίας, «ὅπου οὔτε σῆς οὔτε βρῶσις ἀφανίζει, καὶ ὅπου κλέπται οὐ διορύσσουσιν οὐδὲ κλέπτουσιν» (Ευαγγέλιο Ματθαίου, στ' 20). Δηλαδή, όπου ούτε σκόρος, ούτε σαπίλα και σκουριά αφανίζουν αυτούς τους θησαυρούς, και όπου ούτε κλέφτες μπορούν να τρυπήσουν τους τοίχους αυτών των θησαυροφυλακίων, για να κλέψουν το πολύτιμο περιεχόμενο τους. Εξαγριωμένοι τότε οι ειδωλολάτρες, έψησαν το Λαυρέντιο ζωντανό, πάνω σε σιδερένια σχάρα.
Το λείψανο του παρέλαβε κάποιος ευσεβής χριστιανός, ο Ιππόλυτος. Όταν, όμως, το έμαθε αυτό ο ηγεμόνας, διέταξε και τον έσυραν άγρια άλογα μέσα σε αγκάθια, και έτσι μαρτυρικά τελείωσε τη ζωή του και ο Ιππόλυτος.
Ἀπολυτίκιον (Κατέβασμα)
Ἦχος γ’. Τὴν ὡραιότητα.
Τῷ θείῳ Πνεύματι, καταυγαζόμενος, ὡς ἄνθραξ ἔφλεξας, πλάνης τὴν ἄκανθαν, Ἀρχιδιάκονε Χριστοῦ, Λαυρέντιε Ἀθλοφόρε, ὅθεν ὡς θυμίαμα, λογικὸν ὁλοκαύτωσαι, τῷ σὲ μεγαλύναντι, τῷ πυρὶ τελειούμενος, διό τούς σὲ τιμώντας θεόφρον, σκέπε ἐκ πάσης ἐπήρειας.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΒ' ΜΑΤΘΑΙΟΥ: - Εὐαγγέλιον - Ὁμιλία πρός τοῦς πλουτοῦντας (Μέγας Βασίλειος).



ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΒ' ΜΑΤΘΑΙΟΥ: Εὐαγγέλιον - Ὁμιλία πρός τοῦς πλουτοῦντας (Μέγας Βασίλειος)

Τω καιρώ εκείνω, είς προσελθών είπεν τω Ιησού: διδάσκαλε αγαθέ, τί αγαθόν ποιήσω ίνα έχω ζωήν αιώνιον? Ο δέ είπεν αυτώ: τί με λέγεις αγαθόν; Ουδείς αγαθός ει μή είς ο Θεός. Ει δέ θέλεις εισελθείν εις την ζωήν, τήρησον τας εντολάς. Λέγει αυτώ: ποίας; Ο δέ Ιησούς είπε: το ου φονεύσεις, ου μοιχεύσεις, ου κλέψεις, ου ψευδομαρτυρήσεις, τίμα τον πατέρα και την μητέρα, και αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν. Λέγει αυτώ ο νεανίσκος: πάντα ταύτα εφυλαξάμην εκ νεότητός μου. Τί έτι υστερώ; Έφη αυτώ ο Ιησούς: ει θέλεις τέλειος είναι, ύπαγε πώλησόν σου τα υπάρχοντα και δός πτωχοίς, και έξεις θησαυρόν εν ουρανώ, και δεύρο ακολούθει μοι. Ακούσας δέ ο νεανίσκος τον λόγον απήλθε λυπούμενος’ ήν γάρ έχων κτήματα πολλά. Ο δέ Ιησούς είπε τοις μαθηταίς Αυτού: αμήν λέγω υμίν, ότι δυσκόλως πλούσιος εισελεύσεται εις την βασιλείαν των ουρανών. Πάλιν δέ λέγω υμίν, ευκοπώτερόν εστί κάμηλον δια τρυπήματος ραφίδος διελθείν, ή πλούσιον εις την βασιλείαν του Θεού εισελθείν. Ακούσαντες δέ οι μαθηταί αυτού εξεπλήσσοντο σφόδρα λέγοντες: τίς άρα δύναται σωθήναι; Εμβλέψας δέ ο Ιησούς είπεν αυτοίς: παρά ανθρώποις τούτο αδύνατόν εστί, παρά δέ Θεώ πάντα δυνατά εστι.
Ομιλία του Αγίου Βασιλείου Αρχιεπισκόπου Καισαρείας της Καππαδοκίας του Μεγάλου, προς τους πλουτούντας


Παρασκευή 21 Αυγούστου 2026

«Από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση»


Διηγήθηκε Γέρων: «Κάποτε ήρθαν και με προσκύνησαν τα δαιμόνια, ενώ έψελνα το Χερουβικό και είχα φθάσει στο "καί τῇ ζωοποιῷ Τριάδι".
Έρχονται λοιπόν πέντε δαίμονες, ένας μεγάλος αξιωματικός με πηλίκιο και κάτι σήματα δαιμονικά, γαλόνια και κέρατα που έβγαιναν δίπλα απ’ το πηλίκιο, και τέσσερις μικροί μαλλιαροί, και πέφτουν στα γόνατα μπροστά μου.
Ο μεσαίος, ο αξιωματικός, είχε το ένα πόδι γονατιστό και το άλλο μισολυγισμένο όπως οι καθολικοί και μου λέε: "Είσαι σπουδαίος ψάλτης! Είσαι θαυμάσιος! Είσαι άφθαστος!". Είχε το κεφάλι ψηλά, ενώ οι άλλοι τέσσερις είχαν το κεφάλι κάτω.
Εγώ μονολόγησα: "Τα δαιμόνια θα μου πάρουν το μυαλό. Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με. Κύριον τον Θεόν μας προσκυνήσωμεν και Αυτώ μόνω λατρεύσωμεν".
Αμέσως έγιναν άφαντοι. Αυτά εν ριπή οφθαλμού. Εγώ αγρίεψα μέσα μου. Σκέφθηκα: "Αυτός που δεν δέχεται να προσκυνήση τον Θεό και να πη ελέησον με ο Θεός, ήρθε να προσκυνήση εμένα να με κάνη συμμέτοχο στην υπερηφάνειά του; Αγρίεψα και άρχισα να λέω το "Τριάδι" του Παπανικολάου.
Μόλις τελείωσα, μου λένε οι πατέρες: "Τι Τριάδι ήταν αυτό! Πανηγύρι μας έφερες". "Ε, λέω, καμμιά φορά μας πιάνουν και τα μεράκια".
»Μετά την τράπεζα συναντώ στην αυλή ένα μοναχό αγιορείτη, όχι του Μοναστηριού, που ήταν παρών στην Λειτουργία. Τον χαιρέτισα και μου λέει:
- Βρε, τι ήταν αυτό σήμερα! Τι ωραία ψαλμωδία! Μας ανέβασες στον ουρανό. Νιώσαμε κατάνυξη.
- Όχι εγώ, ο πατήρ τάδε, του είπα.
- Ποιος πατήρ τάδε. Εσύ, η δική σου φωνή, και μου είπε και διάφορα

Η Σμύρνη καιγόταν! Στο στρατόπεδο φώναζαν τα μεγάφωνα. Πόλεμος!


Με διέταξαν να πάω με καμιά δωδεκαριά να επιθεωρώ το λιμάνι και την ομαλή επιβίβαση των αμάχων στα πλοία. Εκεί, κορούλα μου, στο λιμάνι άραζαν τα γαλλικά και τα εγγλέζικα πλοία. Πήγαινε ο κόσμος μέχρι εκεί και σκαρφάλωνε, μπας και σωθεί. Οι ξένοι στρατιώτες τους κόβανε τα χέρια και πέφτανε στη θάλασσα. Κάποιοι πνιγόντουσαν, μερικοί φώναζαν βοήθεια… Ποιος να πρωτοσωθεί;
(απόσπασμα από αληθινή μαρτυρία)

Το βράδυ πριν να φύγω για Μικρασία έδωσα λόγο με τη γιαγιά σου. Πήγα στον πατέρα της τον μπαρμπα -Αντώνη και του είπα το και το:

«Την θέλω τη Ρηνιώ να την κάνω γυναίκα μου».

«Είσαι ίδιος ο πατέρας σου, ευθύς και αποφασιστικός», μού λέει. «Κάτσε να πιούμε ένα κρασί και θα στείλω να φωνάξουν τη Ρηνιώ. Αν πει το Ναι, χαλάλι σου».

«Η Ρηνιώ κι εγώ αγαπιόμαστε από παιδιά», του είπα.

Το ίδιο βράδυ περάσαμε σημάδι αρραβώνα. Η μάνα της η θεια Ανθή μου πέρασε στο λαιμό ένα σταυρό.
«Να σε φυλάει εκεί πέρα που θα πάτε».

 

Η Ρηνιώ με ξεπροβόδισε στην πόρτα. Έσκυψα και την φίλησα.
«Στο καλό Γιωργή. Να μου γράφεις».
«Θα σου γράφω κάθε μέρα. Τώρα είσαι δικιά μου», της είπα.

Στο δρόμο για το σπίτι ένιωθα σαν να είχα φτερά. Ένιωθα σαν αετός στον ουρανό. Δεν φοβόμουν πια τον πόλεμο. Ήθελα μόνο να γυρίσω πίσω για τη Ρηνιώ μου.

Το πρωί παρουσιάστηκα στο στρατό. Ντύθηκα με τη στολή του φαντάρου. Σε δυο μέρες φτάσαμε με πλοίο στη Σμύρνη. Ήταν ‘Ανοιξη, Μάιος του 1919. Ο κόσμος μας υποδέχτηκε στο λιμάνι του Κε με μεγάλη χαρά και ελληνικές σημαίες. Ώσπου να φτάσουμε στο στρατόπεδο μας σταματούσαν στο δρόμο και μας κερνούσαν κάθε λογής γλυκίσματα και σερμπέτια!

 

Στο στρατόπεδό μας είχε ησυχία. Ο πόλεμος ήταν μακριά από την πόλη. Εγώ ήξερα λίγα γράμματα και ανέλαβα γραμματικός στο γραφείο του διοικητή. Μην φανταστείς τίποτα σπουδαίο. Ξεδιάλεχνα τα γράμματα που έφταναν από την πατρίδα σε σακούλες και τα μοίραζα στον στρατώνα.

Είχα κάνει και φιλίες με έναν στρατιώτη τον Γιάννο από τη Χαλκίδα. Όταν βγαίναμε με άδεια φοράγαμε τις στολές μας σενιαρισμένες, γκραν. Πηγαίναμε στα καφέ αμάν στην παραλία. Τι μεράκια κάναμε. Ρίχναμε και κανένα γύρο. Σαν έβλεπε ο διοικητής μου πως είχαμε ξεχάσει τον πόλεμο κι είχαμε τον νου στα γλέντια, με πιάνει μια μέρα και μου λέει:
«Γιωργή. Το νου σου μην ξεμυαλίζεσαι με τα κάλλη της Σμύρνης. Εδώ ήρθαμε για πόλεμο, όχι για βεγγέρα».

Ο διοικητής μου ήταν άνθρωπος αψύς μα δίκαιος.
«Έννοια σου, κυρ διοικητά. Εγώ ήρθα να κάνω το στρατιωτικό μου και να γυρίσω πίσω στο χωριό. Με περιμένει η Ρηνιώ. Είμαι λογοδοσμένος. Κι αν θέλεις να μας στεφανώσεις σαν πάμε πίσω στην πατρίδα».
«Αν γυρίσουμε ζωντανοί, θα γίνουμε κουμπάροι. Έχεις τον λόγο μου».
Δώσαμε τα χέρια. Σαν τι να ξέρει τούτος έλεγα με τον νου μου. Αν γυρίσουμε ζωντανοί;

Έγραφα όλα τα νέα στη Ρηνιώ, χαρτί και καλαμάρι. Τι φάγαμε; τι

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΜΑΤΘΙΑΣ 9 Αὐγούστου Πάτριο Ὀρθόδοξο Ἑορτολόγιο

Πώς ο Ματθίας κατατάχθηκε στο χορό των δώδεκα Αποστόλων, το γνωρίζουμε από τις Πράξεις των Αποστόλων.
Μετά την προδοσία και τον απαγχονισμό του Ιούδα και μετά την Ανάληψη του Κυρίου, οι έντεκα μαθητές με την Παναγία βρίσκονταν στο υπερώον. Τότε ο Πέτρος πρότεινε να εκλεγεί άλλος αντί του Ιούδα, από τους άνδρες που ακολουθούσαν υπηρετώντας το Χριστό. Η πρόταση έγινε δεκτή και τέθηκαν δύο υποψήφιοι: ο Ιωσήφ ο καλούμενος Βαρσαββάς και ο Ματθίας. Τότε έβαλαν κλήρο, και δίνοντας σε όλους εμάς παράδειγμα εναπόθεσης κάθε εκλογής μας στο Θεό, προσευχήθηκαν όλοι μαζί ως εξής: «Σὺ Κύριε, καρδιογνῶστα πάντων, ἀνάδειξαν ὃν ἐξελέξω ἐκ τούτων τῶν δυὸ ἕνα, λαβεῖν τὸν κλῆρον τῆς διακονίας ταύτης καὶ ἀποστολῆς» (Πράξεις των Αποστόλων, α' 23-26). Δηλαδή: Συ Κύριε, που γνωρίζεις τις καρδιές όλων, φανέρωσε καθαρά εκείνον που εξέλεξες, ένα από αυτούς τους δύο, για να επωμισθεί το αξίωμα της αποστολικής διακονίας. Στη συνέχεια ο κλήρος έπεσε στο Ματθία. Και έτσι προστέθηκε στους έντεκα Αποστόλους.
Από τη μετέπειτα ζωή του Ματθία, γνωρίζουμε ότι κήρυξε το Ευαγγέλιο στην Αιθιοπία, όπου και τελείωσε τη ζωή του μαρτυρικά.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Θείω Πνεύματι, κεκληρωμένος, συνεπλήρωσας, τῶν Ἀποστόλων, τὴν δωδεκάριθμον φάλαγγα ἔνδοξε, μεθ' ὧν κηρύξας τοῦ Λόγου τὴν κένωσιν, ἐθαυμαστώθης Ματθία Ἀπόστολε. Ἀλλὰ πρέσβευε, δοθήναι τοὶς σὲ γεραίρουσι, πταισμάτων ἱλασμὸν καὶ μέγα ἔλεος

Πέμπτη 20 Αυγούστου 2026

ΠΡΟΣΕΧΕ ΜΗΝ ΓΙΝΕΙΣ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΠΟΛΕΜΑΣ



Υπάρχουν μάχες που πρέπει να δοθούν. Υπάρχουν στιγμές που ο άνθρωπος οφείλει να σταθεί απέναντι στην αδικία, στο ψεύδος, στην κακία και στην προσβολή της αλήθειας. Όμως υπάρχει ένας κίνδυνος πιο ύπουλος ακόμη κι από τον ίδιο τον εχθρό: να πολεμήσεις τόσο πολύ το σκοτάδι, ώστε στο τέλος να αφήσεις λίγο από το σκοτάδι να κατοικήσει μέσα σου.
Γι’ αυτό η Αγία Γραφή προειδοποιεί: «Μὴ νικῶ ὑπὸ τοῦ κακοῦ, ἀλλὰ νίκα ἐν τῷ ἀγαθῷ τὸ κακόν» (Ρωμ. 12,21).
Δεν αρκεί λοιπόν να νικήσεις το κακό. Πρέπει να το νικήσεις χωρίς να γίνεις όμοιός του.
Όταν σε μισούν, είναι εύκολο να πιστέψεις πως δικαιούσαι να μισήσεις. Όταν σε αδικούν, ο θυμός ψιθυρίζει πως τώρα έχεις δικαίωμα να ανταποδώσεις. Όταν απέναντί σου βρίσκεται ένας σκληρός άνθρωπος, η καρδιά κινδυνεύει να θεωρήσει τη δική της σκληρότητα δικαιοσύνη.
Μα ο Χριστός δεν μας δίδαξε να αντιγράφουμε τον τρόπο του εχθρού. Μας έδωσε δυσκολότερο δρόμο: «Ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν… καὶ προσεύχεσθε ὑπὲρ τῶν ἐπηρεαζόντων ὑμᾶς» (Ματθ. 5,44).
Αυτό δεν σημαίνει αδυναμία. Δεν σημαίνει ότι αφήνεις την αδικία να περνά ατιμώρητη ούτε ότι παραιτείσαι από την αλήθεια. Σημαίνει ότι υπερασπίζεσαι το σωστό χωρίς να παραδίδεις την ψυχή σου στο πάθος.
Γιατί ο θυμός, ακόμη κι όταν ξεκινά από δίκαιη αφορμή, μπορεί εύκολα να γίνει αμαρτία. Γι’ αυτό ο Απόστολος Παύλος λέει: «Ὀργίζεσθε καὶ μὴ ἁμαρτάνετε… μηδὲ δίδοτε τόπον τῷ διαβόλῳ» (Εφ. 4,26-27).
Η πραγματική δύναμη δεν φαίνεται μόνο στο αν κατάφερες να νικήσεις εκείνον που σου έκανε κακό. Φαίνεται στο αν, μετά τη μάχη, η καρδιά σου παρέμεινε καθαρή. Στο αν η αλήθεια σου έμεινε αλήθεια και δεν μετατράπηκε σε εκδίκηση. Στο αν η δικαιοσύνη σου παρέμεινε δικαιοσύνη και δεν έγινε μίσος.
«Πάσῃ φυλακῇ τήρει σὴν καρδίαν» μας διδάσκει η Γραφή (Παρ. 4,23). Γιατί η μεγαλύτερη μάχη του ανθρώπου δεν διεξάγεται πάντοτε γύρω του. Πολύ συχνά διεξάγεται μέσα του.
Να αντιστέκεσαι λοιπόν στο κακό. Να υπερασπίζεσαι εκείνον που αδικείται. Να λες την αλήθεια όταν οι άλλοι σιωπούν. Να θέτεις όρια όταν χρειάζεται. Αλλά κάθε τόσο να στρέφεσαι και προς τα μέσα και να ρωτάς τον εαυτό σου:
«Τι άνθρωπος γίνομαι μέσα από αυτή τη μάχη;»
Διότι υπάρχει και ένας εχθρός που δεν φαίνεται. Είναι η υπερηφάνεια που γεννιέται όταν νομίσουμε πως εμείς είμαστε πάντοτε οι δίκαιοι. Γι’ αυτό και ο Απόστολος προειδοποιεί: «Ὁ δοκῶν ἑστάναι βλεπέτω μὴ πέσῃ» (Α΄ Κορ. 10,12).
Μπορεί να νικήσεις έναν αντίπαλο και να χάσεις την ειρήνη σου. Μπορεί να αποδείξεις πως είχες δίκιο και να χάσεις την αγάπη σου. Μπορεί να πολεμήσεις ένα τέρας και, αν δεν φυλάξεις την καρδιά σου, να αρχίσεις αθόρυβα να του μοιάζεις.
Γι’ αυτό ο χριστιανικός αγώνας δεν είναι μόνο να καταπολεμήσουμε το κακό που βρίσκεται απέναντί μας.
Είναι να μην επιτρέψουμε στο κακό που πολεμάμε να γεννηθεί μέσα μας.
Να αγωνίζεσαι, λοιπόν, με ανδρεία· αλλά και με προσευχή. Με αλήθεια· αλλά χωρίς μίσος. Με σταθερότητα· αλλά χωρίς σκληροκαρδία.
Και όταν η μάχη γίνει βαριά, να θυμάσαι πως η μεγαλύτερη νίκη δεν είναι να δεις τον εχθρό σου να πέφτει.
Είναι να φτάσεις στο τέλος και να έχεις ακόμη μέσα σου Χριστό.
Αν αυτός ο λόγος άγγιξε την καρδιά σου, κράτησέ τον για τη στιγμή που ο θυμός θα προσπαθήσει να σε πείσει πως το κακό νικιέται με περισσότερο κακό. Και μοιράσου τον με έναν άνθρωπο που δίνει τη δική του δύσκολη μάχη.

Ἅγιος Νεομάρτυρας Τριαντάφυλλος ἐκ Ζαγορᾶς τοῦ Πηλίου (8 Αὐγούστου)



Μία μεγάλη πλειάδα Νεομαρτύρων ἦταν νεαρὰ παιδιά, ἀγόρια καὶ κορίτσια, τὰ ὁποῖα, παρὰ τὸ ἄγουρο τῆς ἡλικίας τους, ἐνέταξαν τὴν ἑδραία πίστη τους στὸν ἀληθινὸ Τριαδικὸ Θεό, ἀπέναντι στοὺς ἀλλόθρησκους Ὀθωμανοὺς τυράννους, οἱ ὁποῖοι ἤθελαν νὰ τοὺς ἐξισλαμίσουν καὶ αὐτόματα νὰ χάσουν καὶ τὴν ἑλληνική τους συνείδηση. Ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς ὑπῆρξε καὶ ὀ άγιος Νεομάρτυρας Τριαντάφυλλος.


Γεννήθηκε στά 1663 στήν Ζαγορὰ τοῦ Πηλίου, στὰ μαῦρα χρόνια, ποὺ Τὸ Γένος μας καὶ ὅλοι οἱ ὀρθόδοξοι λαοὶ τῶν Βαλκανίων ζοῦσαν κάτω ἀπὸ μία, ἀπὸ τῆς πιὸ τυραννικὲς περιόδους τῆς ἱστορίας. Οἱ γονεῖς του ἦταν ἄνθρωποι ἁπλοὶ καὶ φτωχοί, ἀλλὰ θεοσεβούμενοι, οἱ ὁποῖοι τὸν ἀνάθρεψαν μὲ παιδεία καὶ νουθεσία Κυρίου. Στάλαξαν στὴν παιδική του ψυχὴ τὴν πίστη στὸν μόνο ἀληθινὸ Τριαδικὸ Θεό, τὸν Ὁποῖο μᾶς γνώρισε ὁ ἐνανθρωπίσας Υἱὸς καὶ Λόγος Του, Ἰησοῦς Χριστός. Νὰ ἔχει προσήλωση στὴν ἁγία Ἐκκλησία Του, τὸ ἀσφαλὲς καταφύγιο κάθε ψυχῆς. Γι’ αὐτὸ καὶ τὸν ὁδηγοῦσαν συχνὰ στὴν ἐκκλησία. Καὶ ἐκεῖνος ἔτρεχε μὲ χαρὰ καὶ ἀγαλλίαση γιὰ νὰ βοηθᾶ τὸν ἱερέα καὶ τὸν ψάλτη τοῦ χωριοῦ. Ἔμαθε νὰ ἀγαπᾶ τὸ Χριστὸ καὶ τοὺς ἁγίους, νὰ τοὺς θεωρεῖ φίλους του, νὰ κουβεντιάζει ὧρες ὁλόκληρες μαζί τους. Ἰδιαίτερα σέβονταν καὶ ἀγαποῦσε τὴν Παναγία μας καὶ τὸν ἅγιο Γεώργιο, ὁ ὁποῖος...
εἶχε ὑποφέρει καὶ εἶχε πεθάνει ἡρωικὰ γιὰ τὴν πίστη του στὸ Χριστό.
Ἐνωρὶς εἶχε χάσει τοὺς ἀγαπημένους του γονεῖς, μένοντας ὀρφανός. Ἡ ἀκράδαντη πίστη του στὸ Θεὸ τὸν στήριξε στὴ δύσκολη ἐκείνη περίοδο τῆς ζωῆς του. Γιὰ νὰ μπορέσει νὰ ἐπιβιώσει ἀναζήτησε ἐργασία ὡς ναυτικός. Πράγματι ἕνας καραβοκύρης τὸν πῆρε τὴ δούλεψή του. Τὸν ἔκαμε ναύτη στὸ ἐμπορικό του καράβι, τὸ ὁποῖο ταξίδευε στὸ βόρειο Αἰγαῖο, μεταφέροντας ἐμπορεύματα. Ὁ νεαρὸς Τριαντάφυλλος τὸν εὐχαρίστησε καὶ τοῦ ὑποσχέθηκε πὼς δὲν θὰ μετανιώσει ποτέ, ποὺ τὸν προσέλαβε στὸ πλοῖο του, δείχνοντας ἀσυνήθιστη εὐσυνειδησία, τιμιότητα, ἐργατικότητα καὶ καλοσύνη. Ὅμως οἱ ἄλλοι ναῦτες, ἄνθρωποι σκληροὶ καὶ ἄπονοι, συμπεριφέρονταν βάναυσα  στὸν νεαρὸ Τριαντάφυλλο, τὸν ὁποῖο λοιδοροῦσαν καὶ περιέπαιζαν. Ἀνάμεσά τους ὑπῆρχαν καὶ τοῦρκοι, οἱ ὁποῖοι τὸν περιγελοῦσαν γιὰ τὴν θεοσέβειά του, βλέποντάς τον νὰ προσεύχεται συχνὰ καὶ νὰ μιλᾶ γιὰ τὸ Χριστὸ καὶ τοὺς ἁγίους. Ἐκεῖνος τοὺς ἀπέκρουε μὲ εὐγένεια καὶ ἀνεξικακία καὶ συνέχιζε νὰ προσεύχεται μὲ θέρμη καὶ πίστη στὸ Θεό. Νὰ ἐναποθέτει τὶς ἐλπίδες του σ’ Αὐτόν. Νὰ προσεύχεται καὶ γι’ αὐτούς, διότι ἤξερε ὅτι ἦταν θύματα τοῦ διαβόλου, ὁ ὁποῖος τοὺς ἔβαζε γιὰ νὰ τὸν πειράξουν καὶ νὰ τὸν ἀποσπάσουν ἀπὸ τὴν εὐσέβειά του.