Τετάρτη, 27 Φεβρουαρίου 2019

«Ο τελικός στόχος δεν είναι η ζωή. Είναι η ανάσταση των εθνών στο όνομα του Ιησού Χριστού του Σωτήρα» – Corneliu Codreanu (1899 – 1939)


ΚΟ: Ο Corneliu Zelea Codreanu (Κορνήλιος Ζέλεα Κοντρεάνου) υπήρξε το κυρίαρχο πρόσωπο του Ρουμανικού Εθνικισμού, ιδρυτής της «Λεγεώνας του Αρχάγγελου Μιχαήλ» ή «Σιδηράς Φρουράς» (‘Garda de Fier’). Γεννήθηκε στις 13 Σεπτεμβρίου του 1899 και δολοφονήθηκε στις 30 Νοεμβρίου 1938. Ο Codreanu υπήρξε αφοσιωμένος μαχητής για το ρουμανικό έθνος, καθώς και αφοσιωμένος Χριστιανός. Η Λεγεώνα ανέπτυξε μια επαναστατική θεωρία επικεντρωμένη γύρω από την ορθόδοξη χριστιανική πνευματικότητα, την αγάπη για το έθνος, τη θυσία, την ιεραρχία και την προσωπική ευθύνη για την εξάλειψη της πολιτικής διαφθοράς και του καθαρισμού του έθνους.Ο Ρουμάνος θρησκειολόγος, λογοτέχνης και καθηγητής του Πανεπιστημίου του Σικάγο, Mircea Eliade, είχε πει:
«Εάν, όπως λέγεται, ο εθνικοσοσιαλισμός βασίζεται πάνω στο έθνος και ο φασισμός πάνω στο κράτος, τότε το κίνημα των Λεγεωνάριων έχει το δικαίωμα να αξιώνει να είναι ο μοναδικός χριστιανικός μυστικισμός που μπορεί να καθοδηγήσει τις ανθρώπινες κοινωνίες. Μία χριστιανική επανάσταση, μία πνευματική επανάσταση, ασκητική και ανδρεία που δεν έχει ιδωθεί ποτέ πριν στην ευρωπαϊκή ιστορία».
Ο Codreanu έλεγε χαρακτηριστικά «αυτή η χώρα πεθαίνει λόγω έλλειψης Ανδρών, όχι προγραμμάτων». Ο ιστορικός Eugene Weber είχε γράψει ότι «κανένα από τα άλλα εθνικιστικά κινήματα δεν ήταν τόσο λαϊκό». Τον Δεκέμβριο του 1937 η Λεγεώνα κατεβαίνει στις εκλογές με το όνομα «Όλα για την Πατρίδα» (Totul Pentru Ţară) και γίνεται η τρίτη δύναμη της χώρας.

Άγιος Ονήσιμος ο Απόστολος 15 Φεβρουαρίου


Ο Άγιος Ονήσιμος, ένας από τους εβδομήκοντα Αποστόλους, ήταν δούλος στο σπίτι του Ρωμαίου άρχοντα Φιλήμονος, ο οποίος καταγόταν από την Φρυγία και έγινε Χριστιανός από τον Απόστολο Παύλο. Ο Ονήσιμος έφυγε κρυφά από τον κύριό του και μετέβη στη Ρώμη σε επίσκεψη του Αποστόλου Παύλου. Έτσι αφιερώθηκε στη Διακονία της Εκκλησίας και των Χριστιανών. Ο Παύλος τον απέστειλε πίσω στον Φιλήμονα με επιστολή του, στην οποία ανέφερε για τον Άγιο Ονήσιμο τα ακόλουθα: «Τέτοιος που είμαι, εγώ ο Παύλος ο ηλικιωμένος, και τώρα φυλακισμένος του Ιησού Χριστού, σε παρακαλώ για το παιδί μου, τον Ονήσιμο, ο οποίος άλλοτε σου ήταν άχρηστος, τώρα όμως είναι χρήσιμος και σε εσένα και σε εμένα. Σου τον αποστέλλω πάλι και συ δέξου αυτόν που είναι η καρδιά μου. Θα ήθελα να τον κρατήσω κοντά μου, για να με υπηρετεί, αντί σου, στην φυλακή που είμαι χάριν του Ευαγγελίου, αλλά δεν ήθελα να κάνω τίποτε χωρίς την δική σου συγκατάθεση, για να μην γίνει η αγαθή σου πράξη αναγκαστικά αλλά με την θέλησή σου. Ίσως γι' αυτό αποχωρίσθηκε προσωρινά από εσένα, για να τον έχεις παντοτινά, όχι πλέον σαν δούλο, αλλά περισσότερο από δούλο, σαν αδελφό αγαπητό, ιδιαίτερα για μένα, πόσο μάλλον για σένα και σαν άνθρωπο και σαν Χριστιανό. Εάν λοιπόν, με θεωρείς φίλο, δέξου τον σαν να ήμουν εγώ».
Ο Απόστολος Ονήσιμος επανέκαμψε στη Ρώμη προς τον Απόστολο Παύλο και τον διακονούσε. Μετά το μαρτύριο του Αποστόλου Παύλου συνελήφθη υπό του επάρχου Ρώμης Τερτύλου και εξορίσθηκε στους Ποτιόλους της Ιταλίας. Όμως ο Ονήσιμος συνέχισε με ζήλο να κηρύττει τον Λόγο του Θεού. Όταν ο έπαρχος Τέρτυλος επισκέφθηκε τον τόπο εξορίας του και πληροφορήθηκε τη χριστιανική του δράση, διέταξε να συλληφθεί ο Άγιος και να βασανισθεί. Τον κτύπησαν αλύπητα και με ραβδισμούς του έσπασαν τα σκέλη. Στο τέλος, μετά από φρικώδεις βασάνους, ο Άγιος Ονήσιμος μαρτύρησε και έλαβε το στεφάνι του μαρτυρίου. Το τίμιο λείψανό του παρέλαβε και ενταφίασε μια πλούσια αλλά ευσεβής Ρωμαία Χριστιανή.
Ναός προς τιμήν του Αγίου Αποστόλου Ονησίμου είχε ανεγερθεί κατά τον 10ο αιώνα μ.Χ. στην Κωνσταντινούπολη.
.
Ἀπολυτίκιον (Κατέβασμα)
Ἦχος α’. Τῆς Ἐρήμου πολίτης.
Ταὶς ἀκτίσι τοῦ Παύλου φωτισθεῖς τὴν διάνοιαν, ὤφθης ὑπηρέτης τοῦ Λόγου καὶ Ἀπόστολος ἔνθεος καὶ ὄνησιν ἐβράβευσας ζωῆς, Ὀνήσιμε θεράπων τοῦ Χριστοῦ, διὰ λόγων καὶ θαυμάτων θεοπρεπῶν, τοὶς πίστει ἐκβοώσι σοι, δόξα τῷ σὲ δοξάσαντι φαιδρῶς, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργούντι διὰ σοῦ, πάσιν ἰάματα.

Όσιος Αυξέντιος ο εν τω Όρει 14 Φεβρουαρίου


Αποτέλεσμα εικόνας για Όσιος Αυξέντιος ο εν τω Όρει 14 ΦεβρουαρίουΟ Όσιος Αυξέντιος καταγόταν από την Συρία. Έζησε στην Κωνσταντινούπολη επί αυτοκράτορα Θεοδοσίου Β' του Μικρού (408 - 450 μ.Χ.) και κατείχε το αξίωμα του σχολαρίου του στρατηλάτου.
Η φιλήσυχη και φιλομόναχη διάθεσή του και η αγάπη του για τον ασκητικό βίο, τον οδήγησε στο να γίνει μοναχός. Εγκατέλειψε λοιπόν τις τιμές και τα αξιώματά του και αποσύρθηκε σε όρος πετρώδες της Χαλκηδόνος, την Οξεία Πέτρα, όπου και ασκήτευε, ενώ παράλληλα ασχολήθηκε με την μελέτη και σπουδή της Αγίας Γραφής. Τόση δε ήταν η φήμη του για τις σπάνιες αρετές και την βαθιά θεολογική μόρφωσή του, ώστε προσκλήθηκε στην Δ' Οικουμενική Σύνοδο, που συνεκλήθη το έτος 451 μ.Χ. στην Χαλκηδόνα για να καταδικάσει τις κακοδοξίες του Ευτυχούς.
Στο ασκητήριό του καθημερινά προσέρχονταν πολλοί, για να λάβουν την ευλογία του, μεταξύ των οποίων και πολλοί πλούσιοι που του έφερναν τροφές και δώρα.
Αλλά εκείνος χρησιμοποιούσε για τον εαυτό του λίγο ψωμί για τη συντήρησή του και κερί για το παρεκκλήσι του. Τα υπόλοιπα τα διαμοίραζε στους πτωχούς. Ο σεβασμός προς τον Όσιο έγινε αιτία να ιδρυθεί στους πρόποδες του βουνού γυναικεία μονή.
Ο Άγιος Θεός αξίωσε τον Άγιο Αυξέντιο του χαρίσματος της θαυματουργίας και έτσι επιτέλεσε πολλά θαύματα. Ο Όσιος κοιμήθηκε με ειρήνη μεταξύ των ετών 470 - 472 μ.Χ. Στο Συναξάριο της Κωνσταντινούπολης αναφέρεται ότι το τίμιο λείψανο του Αγίου κατατέθηκε στον ευκτήριο οίκο της γυναικείας μονής που ίδρυσε και η οποία ονομαζόταν Τριχιναρία. Η Σύναξη αυτού ετελείτο στη μονή του Καλλιστράτου εντός της Κωνσταντινουπόλεως.
Απολυτίκιον (Κατέβασμα)
Ήχος πλ. α’. Τον συνάναρχον Λόγον.
Ώσπερ φοίνιξ ηυξήνθης Πάτερ υψίκομος, δικαιοσύνης εκφέρων τους ψυχοτρόφους καρπούς, συ γαρ βίον ιερόν πολιτευσάμενος, της Εκκλησίας στηριγμός, και θαυμάτων αυτουργός, Αυξέντιε ανεδείχθης, διά παντός ικετεύων, ελεηθήναι τας ψυχάς ημών.

Δευτέρα, 25 Φεβρουαρίου 2019

Πώς η Θεοτόκος ανέστησε και έσωσε πόρνο κληρικό.


Κάποτε ζούσε ένας κληρικός ευλαβέστατος προς την Αειπάρθενο Θεοτόκο ,προσευχόταν δε σε αυτή πολλές φορές .Μάλιστα δε διάβαζε κάθε μέρα με πολύ κατάνυξη και ευλάβεια τους 24 Οίκους του Ακαθίστου.΄Ομως παρασύρθηκε στην πορνεία.Και μιά μέρα καθώς επέστρεφε στο σπίτι του,γυρίζοντας από το πορνείο,περνώντας από ένα γεφύρι ,εδιάβαζε προσευχές πρός την Παναγία .Κάποια στιγμή σκόνταψε και με την συνέργεια του διαβόλου έπεσε και έπεσε στο ποτάμι και πνίγηκε.
Αμέσως άρπαξαν την ψυχή οι δαίμονες για να την πάνε στήν γέενα.Αλλά η πρέσβειρα των Κεκοιμημένων πολυεύσπλαχνος Δέσποινα ,αμέσως βρέθηκε εκεί και τούς προστάζει να πάνε την ψυχή στον Δίκαιο Κριτή για να αποφασίσει Εκείνος.Την πήγαν και έδειξαν οι δεινοί φορολόγοι όλες τις αμαρτίες του και ιδιαίτερα την τελευταία της πορνείας, για την οποία έλεγαν στον Κριτή ,ότι ως δίκαιος δεν πρέπει να κάνει έλεος σε αυτή την ψυχή ,αλλά να τούς την δώσει ,επειδή απέθανε σε ανομία θανάσιμη.
Από το άλλο μέρος ,ο κοινός προστάτης και βοηθός των αμαρτωλών ,η Πολυεύσπλαγχνος Δέσποινα είπετα εξής.
¨”Είναι γραμμένο στην Αγία Γραφή -Όπου ευρώ σε ,εκεί και κρινώ σε.Τήν ώρα που ετελευτησεν ο ιερεάς ,διάβαζε την ακολουθία του και προσευχόταν πρός εμένα,λέγοντας τον ασπασμόν του Αγγέλου ,όπως συνήθιζε πάντοτε ,ως δούλος μου ευλαβής.Επομένως δεν έχετε δικαώμα σε αυτή την ψυχή γιατί ειναι δική μου”
Τότε πρόσταξε ο Κριτής ένα Άγγελο να φέρει την γλώσσα του κληρικού εκεί μπροστά. Ο Άγγελος αμέσως πήγε στο ποτάμι έβγαλε την γλώσσα του πεθαμένου κληρικού και την φέρνει στο Κριτήριο.Πάνω σε αυτή ήταν γραμμένα τα εξής.”Χαίρε Κεχαριτωμένη Μαρία”
Είπε στην συνέχεια ο Κύριος στην ψυχή.<Επέστρεψε στο σώμα και κάνε μεγάλη μετάνοια διότι δεν έχει καμμία εξουσία σε σένα ο Διάβολος ,εξ αιτίας της ευλάβειας που έχεις πρός την Μητέρα μου.Διότι αυτή είναι η σωτηρία του ανθρωπίνου γένους και πρέπει να την σέβεσθε ,όσο μπορείτε.Κήρυξε στους ανθρώπους την πολύ μεγάλη πρός εμένα παρρησία αλλά και την δύναμη και νίκη κατά των δαιμόνων .
Έτσι λυτρώθηκε ο κληρικός δύο θανάτων.Ο Αγγελος έβαλε την την ψυχή στο σώμα και το έβγαλε από τον βυθό και αναχώρησε για τον ουρανό.Ο δε κληρικός αναστήθηκε και στην συνέχεια απαρνήθηκε τα εγκόσμια και έγινε μοναχός ,ώστε να βιώσει την μεγάλη μετάνοια που του είπε ο Δίκαιος Κριτής Χριστός.
Στο βιβλίο -ΑΜΑΡΤΩΛΩΝ ΣΩΤΗΡΙΑ

O Όσιος Μαρτινιανός 13 Φεβρουαρίου


Αποτέλεσμα εικόνας για O Όσιος Μαρτινιανός 13 Φεβρουαρίου Μαρτινιανός, σαρκικήν σβέσας φλόγα,
Φεύγει τελευτών μη τελευτώσαν φλόγα.
Εν τριτάτη δεκάτη δέμας εξέδυ Μαρτινιανός.
ιογραφία
O Όσιος Μαρτινιανός καταγόταν από την Καισάρεια της Παλαιστίνης και έζησε στα χρόνια του αυτοκράτορα Θεοδοσίου του Μικρού στις αρχές του 5ου μ.Χ. αιώνα. Από μικρός ποθούσε τον βίο της άσκησης και της αφοσίωσης.
Σε ηλικία 18 ετών αποσύρθηκε στο όρος του Κιβωτού και ζούσε εκεί ασκούμενος στην προσευχή και την νηστεία. Κάποια γυναίκα αμαρτωλή εμφανίστηκε με δολιότητα στη θύρα του κελιού του Αγίου και παρακαλούσε να την δεχθεί για διανυκτέρευση μέσα στο κελί, διότι έχασε, όπως έλεγε, το δρόμο και κινδύνευε να κατασπαραχθεί από τα θηρία κατά την διάρκεια της νύχτας. Ο Άγιος ενεργώντας με φιλανθρωπία την φιλοξένησε στο εξωτερικό μέρος του ερημητηρίου του. Η γυναίκα αυτή όμως απέβαλε το προσωπείο και ποικιλοτρόπως προκαλούσε τον Άγιο. Ο γενναίος τους Χριστού αθλητής προς κατανίκηση της εμπαθούς επιθυμίας, άναψε φωτιά και έριξε τον εαυτό του εντός αυτής. Μόλις η γυναίκα είδε αυτό, τα μάτια του πνεύματός της που έβλεπαν μόνο την διαφθορά, ανέβλεψαν για πρώτη φορά. Η αμαρτωλή γυναίκα μετανόησε και αφού έφυγε έγινε μοναχή με το όνομα Παύλα και σώθηκε ζώντας οσιακά στη Βηθλεέμ.
Η φήμη του, εξαπλώθηκε γρήγορα σε όλη τη γύρω περιοχή, με αποτέλεσμα να συρρέουν στο κελί του πλήθος κόσμου, που ζητούσε παρηγοριά και τις συμβουλές του. Μεταξύ των άλλων έρχονταν και γυναίκες και κόρες, ζητώντας στήριγμα κατά των καταιγίδων και ασπίδα κατά των πειρασμών της ζωής.
Ο Μαρτινιανός, κάνοντας το έργο του πνευματικού, πήγε σε πολλά μέρη. Τελικά κατέληξε σ' ένα ησυχαστήριο έξω από την Αθήνα. Συχνά δε έλεγε τα λόγια των αποστόλων Πέτρου και Παύλου: ότι ο Διάβολος περιέρχεται σα θηρίο και ζητά ποιόν να καταπιεί. Οφείλουμε λοιπόν να προφυλαγώμαστε από τις επιθέσεις του, έτοιμοι πάντοτε για να τον αποκρούσομε. Πέθανε σε βαθιά γεράματα στο ερημητήριό του περί τα τέλη του 5ου ή τις αρχές του 6ου αιώνα μ.Χ.
Απολυτίκιον (Κατέβασμα)
Ήχος δ’.
Την φλόγα των πειρασμών, δακρύων τοις οχετοίς, εναπέσβεσας Μακάριε, και της θαλάσσης τα κύματα, και των θηρών τα ορμήματα, χαλινώσας εκραύγαζες· Δεδοξασμένος ει Παντοδύναμε, πυρός και ζάλης ο σώσας με.

Όσιος Συμεών Κτήτορας της Μονής Χιλανδαρίου Αγίου Όρους Εορτάζει στις 13 Φεβρουαρίου εκάστου έτους.



Tίς ουκ επαινέσειε, Συμεών πάτερ,
Σε τον βλύσαντα, μύρον εκ του σου τάφου;

Βιογραφία
Ο Όσιος Συμεών ήταν βασιλιάς των Σέρβων με το όνομα Στέφανος Α' Νεμάνια (στις Βυζαντινές πηγές Νεεμάν) και πατέρας του Οσίου Σάββα, πρώτου Αρχιεπισκόπου Σερβίας (14 Ιανουαρίου). Το 1196 μ.Χ. παραιτήθηκε από τον θρόνο και αναχώρησε στο Άγιον Όρος, όπου μαζί με τον γιο του έκτισε τη Μονή Χιλιανταρίου.
Ο Όσιος Συμεών κοιμήθηκε με ειρήνη το έτος 1200 και ενταφιάσθηκε στη νότια πλευρά του καθολικού της Ιεράς Μονής Χιλανδαρίου. Κατά το έτος 1208, ο όσιος Σάββας αποφασίζει να προβεί στην ανακομιδή των ιερών λειψάνων του πατέρα του και τη μετακομιδή αυτών στην πατρίδα του. Την ημέρα της ανακομιδής εκχύθηκε από τα ιερά λείψανα άφθονο και ευώδες μύρο, συνέχισε δε να ρέει και για λίγες ακόμη ημέρες μετά την ανακομιδή, από τον κενό πλέον τάφο. Ήταν και αυτό τρανό δείγμα της αγιότητας του Οσίου Συμεών, ο οποίος έκτοτε επονομάζεται «Μυροβλήτης». Ο Άγιος Σάββας εναπέθεσε τα ιερά λείψανα στη μονή της μετανοίας του πατρός του, τη μονή Στουντένιτσα, όπου και φυλάσσονται μέχρι σήμερα.
Ο τάφος του Οσίου Συμεών του Μυροβλήτου, φέρει σήμερα αργυρό επικάλυμμα με ανάγλυφες παραστάσεις. Από τον τάφο, μετά την ανακομιδή των ιερών λειψάνων, φύτρωσε μόνο του με θαυματουργικό τρόπο, άνευ σποράς, ένα κλήμα για παρηγοριά των Πατέρων της Μονής. Τα σταφύλια του κλήματος αυτού θεραπεύουν θαυματουργικά την στείρωση των ατέκνων γυναικών.

Κυριακή, 24 Φεβρουαρίου 2019

Άγιος Μελέτιος Αρχιεπίσκοπος Αντιοχείας 12 Φεβρουαρίου

Αποτέλεσμα εικόνας για Άγιος Μελέτιος Αρχιεπίσκοπος Αντιοχείας 12 Φεβρουαρίου
Ο Άγιος Μελέτιος γεννήθηκε περί το 310 μ.Χ. στην Μελιτηνή της Μικράς Αρμενίας. Η μαρτυρία περί της πρώτης εμφανίσεώς του στο προσκήνιο της ιστορίας, λίγο μετά το έτος 357 μ.Χ., τον καταδεικνύει ως αντίπαλο των αιρετικών Ομοιουσιανών και οπαδό του Επισκόπου Καισαρείας της Παλαιστίνης Ακακίου, ο οποίος δια Συνόδου, το έτος 358 μ.Χ., εκλέγει τον Άγιο Μελέτιο ως Επίσκοπο Σεβαστείας. Λόγω όμως της σφοδράς αντιδράσεως των οπαδών του προηγουμένου Επισκόπου Σεβαστείας Ευσταθίου, παραιτείται και μεταβαίνει στη Βέροια της Συρίας. Το 360 μ.Χ. εκλέγεται Πατριάρχης Αντιοχείας, μετατεθέντος του Πατριάρχου Ευδοξίου στον πατριαρχικό θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως. Όταν ο Άγιος έφθασε στην Αντιόχεια, όλοι οι πιστοί βγήκαν στους δρόμους, για να τον υποδεχθούν και να λάβουν την ευλογία του. Στη νέα του όμως έδρα ο άγιος Μελέτιος παρέμεινε ένα μόνο μήνα, αφού οι αιρετικοί Αρειανοί έπεισαν τον αυτοκράτορα Κωνστάντιο (337 - 361 μ.Χ.) να τον εξορίσει στην Αρμενία και να εκλέξει στη θέση του τον παλαιό συνεργάτη του Αρείου Ευζώιο. Τα ορθόδοξα φρονήματα του Αγίου, ως και η εξορία του και η αντικατάστασή του, συνετέλεσαν στη δημιουργία μεγάλης παρατάξεως των οπαδών του, που ονομάσθηκαν «Μελετιανοί». Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος εξαίρει τα αποτελέσματα της επιδράσεως του αγίου Μελετίου στους πιστούς της Αντιόχειας σε τόσο λίγο χρονικό διάστημα.
Και αναφέρει χαρακτηριστικά ότι ο άγιος Μελέτιος εθεμελίωσε τόσο και ενέβαλε τέτοιο ζήλο για την πίστη στους Χριστιανούς, ώστε, παρά τις αιρετικές δοξασίες και τις δυσκολίες που αντιμετώπισαν αργότερα, η διδασκαλία του παρέμεινε άσειστη. Επίσης, ο ιερός Χρυσόστομος διηγείται το ακόλουθο επεισόδιο, το οποίο συνέβη κατά την απομάκρυνση του Αγίου από την Αντιόχεια: ο διοικητής της πόλεως οδηγούσε έξω από την Αντιόχεια με άμαξα τον Άγιο, για να τον θέσει στον δρόμο της εξορίας. Τα πλήθη των ορθοδόξων το επληροφορήθηκαν και αμέσως έτρεξαν, για να ζητήσουν την ευχή του. Στη θέα όμως του διοικητού τόσο πολύ αγανάκτησαν για την άδικη εξορία του Αγίου, ώστε άρχισαν να λιθοβολούν τον αντιπρόσωπο του αυτοκράτορος. Και τότε ο Άγιος Μελέτιος, επειδή δεν μπορούσε να εμποδίσει με λόγια την παραφορά του λαού, εσηκώθηκε και επροστάτευσε με το σώμα του το διώκτη του.

Στήν παραβολή τοῦ Κυρίου περί τοῦ ἀσώτου (Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ)

«Θα γίνη κάποτε λιμός», είπε o προφήτης θρηνώντας την Ιερουσαλήμ, «όχι πείνα άρτου και ύδατος, αλλά πείνα για τον λόγο τού Κυρίου». Είναι δε ο λιμός στέρησις και συγχρόνως όρεξις της αναγκαίας τροφής. Υπάρχει όμως και κάτι χειρότερο και αθλιώτερο από αυτήν την πείνα· όταν δηλαδή κάποιος, ενώ στερείται τ' αναγκαία για την σωτηρία, δεν έχει συναίσθησι της συμφοράς, επειδή δεν έχει όρεξι για τη σωτηρία. Όποιος πεινά και δεν διαθέτει τ' αναγκαία, τριγυρίζει αναζητώντας ένα κομμάτι ψωμιού οπουδήποτε· κι' αν εύρει μουχλιασμένο ζυμάρι, ή του προσφέρει κάποιος άρτο από κεχρί ή από πίτουρα ή κάτι άλλο από τα ευτελέστατα είδη τροφής, χαίρεται τόσο πολύ, όσο επονούσε προηγουμένως που δεν εύρισκε. Όποιος επίσης έχει πνευματική πείνα, δηλαδή στέρηση και συγχρόνως όρεξη για πνευματικές τροφές, τριγυρίζει αναζητώντας αυτόν που έχει από τον Θεό το χάρισμα της διδασκαλίας· κι' αν εύρει, τρέφεται ευφρόσυνα με τον άρτο της ζωής της ψυχής, δηλαδή με τον σωτήριο λόγο, που όποιος τον αναζητεί έως το τέλος δεν πρόκειται να μη τον εύρει· «διότι όποιος αιτεί λαμβάνει και όποιος αναζητεί ευρίσκει, και στον κρούοντα θ' ανοιγεί η θύρα», είπε ο Χριστός.

2. Υπάρχουν όμως μερικοί που με την πολυήμερη ατροφία κατά νουν έχασαν και την όρεξη της τροφής· γι' αυτό δεν αντιλαμβάνονται τη ζημία. Και αν έχουν τον διδάσκαλο, δυσανασχετούν ακόμη και στην ακρόαση της διδασκαλίας, ενώ αν δεν έχουν, δεν ζητούν τον διδάσκαλο, διάγοντας ζωή αμαρτωλότερη από τον άσωτο. Διότι εκείνος, αν και με την απομάκρυνσή του εστερήθηκε του κοινού τροφέως και πατρός και κυρίου, περιέπεσε σε φοβερό λιμό και συναισθανόμενος την στέρηση μετενόησε και επανήλθε, επεζήτησε και επέτυχε την θεία και αθάνατη τροφή, και τόσο απήλαυσε δια της μετανοίας των χαρισμάτων του Πνεύματος, ώστε να προκαλέσει και τον φθόνο για τον πλούτο του. 

3. Είναι όμως προτιμότερο να πάρωμε το θέμα από την αρχή, για να εξηγήσωμε προς την αγάπη σας την ευαγγελική αυτή παραβολή του Κυρίου, αφού και σήμερα είναι διατεταγμένο να διαβάζεται στην εκκλησία. 

4. «Κάποιος άνθρωπος είχε δυό υιούς», λέγει. Ο Κύριος καλεί εδώ τον εαυτό του άνθρωπο παραβολικώς, κι' αυτό δεν έχει τίποτε το παράξενο. Διότι, αν έγινε πραγματικά άνθρωπος για τη σωτηρία μας, τί το παράδοξο να προβάλλει τον εαυτό του ως ένα άνθρωπο για την ωφέλειά μας, αυτός που είναι πάντοτε κηδεμών και της ψυχής και του σώματός μας, ως κύριος και δημιουργός και των δύο, αυτός που είναι ο μόνος που έδειξε σε μας έργα υπερβολικής αγάπης και κηδεμονίας, και πριν ακόμη εμφανισθούμε; 


5. Διότι πριν από μας μάς ετοίμασε αιώνια κληρονομία βασιλείας, όπως λέγει ο ίδιος, από καταβολής κόσμου. Πριν από εμάς για χάρη μας έπλασε τους αγγέλους για ν' αποστέλλωνται ως διάκονοι, όπως λέγει ο Παύλος, στους μέλλοντας να κληρονομήσουν τη σωτηρία. Πριν από εμάς για χάρη μας άπλωσε τον ουρανό σ' όλον τον αισθητό τούτον κόσμο, σαν να έστησε κάποια κοινή και ομότιμη σκηνή σε όλους εμάς κατά την παροδική τούτη ζωή, τον ίδιο αεικίνητο καί πολυκίνητο και ακίνητο· ακίνητον, για να μη προκαλεί στους ενοικούντας φθορά με τις μεταπτώσεις του, πολυκίνητον, για να συγκρατείται στον χώρο του με τις αντίρροπες κινήσεις του, αεικίνητον δε καθ' εαυτόν και περιφέροντα μαζί του ευτάκτως το πλήθος των άστρων, ώστε εμείς αφ' ενός μεν να διδασκώμαστε το πρόσκαιρο της ζωής μας και ν' απολαύωμε όλων των σωμάτων του, που φθάνουν επάνω από την κεφαλή μας, κάθε φορά άλλα. Για μας πριν από εμάς κατασκεύασε τον μεγάλο φωστήρα για να κυριαρχεί στην ημέρα, και τον μικρό για να κυριαρχεί της νύκτας. Κι' ετοποθέτησε αυτούς και τα άλλα άστρα στο στερέωμα, για να κινούνται με αυτό, συνυπάρχοντα και παραλλάσσοντα πολυειδώς, για να είναι σημάδια των καιρών και των χρόνων. Από αυτά κανένα δεν χρειάζεται ούτε η νοερά φύσις, που είναι υπεραισθητή, ούτε η φύσις των άλογων ζώων, που ζει μόνο κατά αίσθηση. Για μας λοιπόν έγιναν, που με την αίσθησι μεν απολαύομε και τις άλλες δωρεές και το κάλλος των βλεπομένων, με τον νουν δε αντιλαμβανόμαστε τα σημεία αυτά. 

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΖ' ΛΟΥΚΑ - ΑΣΩΤΟΥ: Εὐαγγέλιο - Περί μετανοίας (Ἁγίου Ἰωάννη τοῦ Χρυσοστόμου))



«Εἶπε δέ· ἄνθρωπός τις εἶχε δύο υἱούς. Καὶ εἶπεν ὁ νεώτερος αὐτῶν τῷ πατρί· πάτερ, δός μοι τὸ ἐπιβάλλον μέρος τῆς οὐσίας. καὶ διεῖλεν αὐτοῖς τὸν βίον. Καὶ μετ᾿ οὐ πολλὰς ἡμέρας συναγαγὼν ἅπαντα ὁ νεώτερος υἱὸς ἀπεδήμησεν εἰς χώραν μακράν, καὶ ἐκεῖ διεσκόρπισε τὴν οὐσίαν αὐτοῦ ζῶν ἀσώτως. Δαπανήσαντος δὲ αὐτοῦ πάντα ἐγένετο λιμὸς ἰσχυρὸς κατὰ τὴν χώραν ἐκείνην, καὶ αὐτὸς ἤρξατο ὑστερεῖσθαι. Καὶ πορευθεὶς ἐκολλήθη ἑνὶ τῶν πολιτῶν τῆς χώρας ἐκείνης, καὶ ἔπεμψεν αὐτὸν εἰς τοὺς ἀγροὺς αὐτοῦ βόσκειν χοίρους. Καὶ ἐπεθύμει γεμίσαι τὴν κοιλίαν αὐτοῦ ἀπὸ τῶν κερατίων ὧν ἤσθιον οἱ χοῖροι, καὶ οὐδεὶς ἐδίδου αὐτῷ. Εἰς ἑαυτὸν δὲ ἐλθὼν εἶπε· πόσοι μίσθιοι τοῦ πατρός μου περισσεύουσιν ἄρτων, ἐγὼ δὲ λιμῷ ἀπόλλυμαι! ἀναστὰς πορεύσομαι πρὸς τὸν πατέρα μου καὶ ἐρῶ αὐτῷ· πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου. Οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου· ποίησόν με ὡς ἕνα τῶν μισθίων σου. Καὶ ἀναστὰς ἦλθε πρὸς τὸν πατέρα αὐτοῦ. ἔτι δὲ αὐτοῦ μακρὰν ἀπέχοντος εἶδεν αὐτὸν ὁ πατὴρ αὐτοῦ καὶ ἐσπλαγχνίσθη, καὶ δραμὼν ἐπέπεσεν ἐπὶ τὸν τράχηλον αὐτοῦ καὶ κατεφίλησεν αὐτόν. Εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ υἱός· πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου, καὶ οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου. Εἶπε δὲ ὁ πατὴρ πρὸς τοὺς δούλους αὐτοῦ· ἐξενέγκατε τὴν στολὴν τὴν πρώτην καὶ ἐνδύσατε αὐτόν, καὶ δότε δακτύλιον εἰς τὴν χεῖρα αὐτοῦ καὶ ὑποδήματα εἰς τοὺς πόδας, καὶ ἐνέγκαντες τὸν μόσχον τὸν σιτευτὸν θύσατε, καὶ φαγόντες εὐφρανθῶμεν, ὅτι οὗτος ὁ υἱός μου νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησε, καὶ ἀπολωλὼς ἦν καὶ εὑρέθη. καὶ ἤρξαντο εὐφραίνεσθαι. ῏Ην δὲ ὁ υἱὸς αὐτοῦ ὁ πρεσβύτερος ἐν ἀγρῷ· καὶ ὡς ἐρχόμενος ἤγγισε τῇ οἰκίᾳ ἤκουσε συμφωνίας καὶ χορῶν, καὶ προσκαλεσάμενος ἕνα τῶν παίδων ἐπυνθάνετο τί εἴη ταῦτα. ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ ὅτι ὁ ἀδελφός σου ἥκει καὶ ἔθυσεν ὁ πατήρ σου τὸν μόσχον τὸν σιτευτόν, ὅτι ὑγιαίνοντα αὐτὸν ἀπέλαβεν. ὠργίσθη δὲ καὶ οὐκ ἤθελεν εἰσελθεῖν. ὁ οὖν πατὴρ αὐτοῦ ἐξελθὼν παρεκάλει αὐτόν. ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπε τῷ πατρί· ἰδοὺ τοσαῦτα ἔτη δουλεύω σοι καὶ οὐδέποτε ἐντολήν σου παρῆλθον, καὶ ἐμοὶ οὐδέποτε ἔδωκας ἔριφον ἵνα μετὰ τῶν φίλων μου εὐφρανθῶ· ὅτε δὲ ὁ υἱός σου οὗτος, ὁ καταφαγών σου τὸν βίον μετὰ πορνῶν, ἦλθεν, ἔθυσας αὐτῷ τὸν μόσχον τὸν σιτευτόν. ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ· τέκνον, σὺ πάντοτε μετ᾿ ἐμοῦ εἶ, καὶ πάντα τὰ ἐμὰ σά ἐστιν· εὐφρανθῆναι δὲ καὶ χαρῆναι ἔδει, ὅτι ὁ ἀδελφός σου οὗτος νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησε, καὶ ἀπολωλὼς ἦν καὶ εὑρέθη». 
πόδοση

Εἶπεν ὁ Κύριος τὴν ἑξῆς παραβολή. Κάποιος ἄνθρωπος εἶχε δύο υἱούς. Καὶ ὁ νεώτερος ἀπ’ αὐτοὺς εἶπε εἰς τὸν πατέρα του, Πατέρα, δός μου τὸ μερίδιον τῆς περιουσίας ποὺ ἀναλογεῖ σ’ ἐμέ. Καὶ ἐμοίρασε εἰς αὐτοὺς τὴν περιουσίαν. Καὶ ὕστερα ἀπὸ λίγες ἡμέρες ὁ νεώτερος υἱὸς ἐμάζεψε ὅλα καὶ ἐταξείδεψε σὲ μακρυνὴ χώρα καὶ ἐκεῖ ἐσπατάλησε τὴν περιουσίαν του ζῶν βίον ἄσωτον. Ὅταν ἐξώδεψε ὅ,τι εἶχε, ἔγινε μεγάλη πεῖνα εἰς τὴν χώραν ἐκείνην καὶ αὐτὸς ἄρχισε νὰ στερῆται. Καὶ ἐπῆγε καὶ προσκολλήθηκε εἰς ἕναν ἀπὸ τοὺς πολίτας τῆς χώρας ἐκείνης ὁ ὁποῖος τὸν ἔστειλε εἰς τὰ χωράφια του νὰ βόσκῃ χοίρους. Καὶ ἐπιθυμοῦσε νὰ γεμίσῃ τὴν κοιλιά του ἀπὸ τὰ ξυλοκέρατα ποὺ ἔτρωγαν οἱ χοῖροι καὶ καὶ κανεὶς δὲν τοῦ ἔδινε τίποτε. Τότε συνῆλθε εἰς τὸν ἑαυτόν του καὶ εἶπε, Πόσοι μισθωτοὶ ἐργάται τοῦ πατέρα μου ἔχουν ἀρκετὴν τροφὴν καὶ τοὺς περισσεύει, ἐνῷ ἐγὼ χάνομαι ἀπὸ τὴν πεῖνα! Θὰ σηκωθῶ καὶ θὰ πάω εἰς τὸν πατέρα μου καὶ θὰ τοῦ πῶ, Πατέρα ἁμάρτησα κατὰ τοῦ οὐρανοῦ καὶ ἐνώπιόν σου, δὲν εἶμαι πλέον ἄξιος νὰ ὀνομάζωμαι υἱός σου. Κάνε με σὰν ἕνα ἀπὸ τοὺς μισθωτοὺς ἐργάτας σου. Καὶ ἐσηκώθηκε καὶ ἦλθε εἰς τὸν πατέρα του. Ἐνῷ δὲ ἦτο ἀκόμη μακρυά, τὸν εἶδε ὁ πατέρας του καὶ τὸν σπλαγχνίσθηκε καὶ ἔτρεξε καὶ ἔπεσε εἰς τὸν τράχηλόν του καὶ τὸν κατεφίλησε. Τοῦ εἶπε δὲ ὁ υἱός, Πατέρα, ἁμάρτησα κατὰ τοῦ οὐρανοῦ καὶ ἐνώπιόν σου καὶ δὲν εἶμαι πλέον ἄξιος νὰ ὀνομάζωμαι υἱός σου. Ἀλλ’ ὁ πατέρας εἶπε εἰς τοὺς δούλους του, Βγάλετε τὴν στολὴν τὴν πρώτην καὶ ντύσατέ τον καὶ δῶστε του δακτυλίδι γιὰ τὸ δάκτυλό του καὶ ὑποδήματα γιὰ τὰ πόδια του, καὶ φέρετε τὸ θρεμμένο μοσχάρι καὶ σφάξατέ το καὶ ἂς φᾶμε καὶ ἂς εὐφρανθοῦμε διότι ὁ υἱὸς μου αὐτὸς ἤτανε νεκρὸς καὶ ἀνέζησε, ἤτανε χαμένος καὶ εὑρέθηκε. Καὶ ἄρχισαν νὰ εὐφραίνωνται. Ὁ υἱός του ὅμως ὁ μεγαλύτερος ἤτανε στὸ χωράφι καὶ ὅταν ἐπέστρεφε, καθὼς ἐπλησίασε εἰς τὸ σπίτι, ἄκουσε μουσικὴν καὶ χορούς. Ἐκάλεσε τότε ἕνα ἀπὸ τοὺς ὑπηρέτας καὶ ἐρώτησε τί ἐσήμαιναν αὐτά. Ἐκεῖνος τοῦ εἶπε, Ἦλθε ὁ ἀδελφός σου, καὶ ὁ πατέρας σου ἔσφαξε τὸ θρεμμένο μοσχάρι, διότι τὸν ἀπέκτησε πάλιν ὑγιαίνοντα. Αὐτὸς ὅμως ἐθύμωσε καὶ δὲν ἤθελε νὰ μπῇ. Ὁ πατέρας του ἐβγῆκε ἔξω καὶ τὸν παρακαλοῦσε, ἀλλ’ αὐτὸς ἀπεκρίθη εἰς τὸν πατέρα του, Τόσα χρόνια σὲ δουλεύω καὶ ποτὲ δὲν παρέβηκα ἐντολήν σου, σ’ ἐμὲ ὅμως ποτὲ δὲν ἔδωκες οὔτε ἕνα κατσίκι, διὰ νὰ διασκεδάσω μὲ τοὺς φίλους μου. Ὅταν ὅμως ἦλθε ὁ υἱός σου αὐτός, ποὺ κατέφαγε τὴν περιουσία σου μὲ πόρνες, ἔσφαξες γι’ αὐτὸν τὸ θρεμμένο μοσχάρι. Ὁ πατέρας τοῦ εἶπε, Παιδί μου, σὺ εἶσαι πάντοτε μαζί μου καὶ ὅ,τι ἔχω εἶναι δικό σου. Ἔπρεπε νὰ εὐφρανθοῦμε καὶ νὰ χαροῦμε διότι ὁ ἀδελφός σου αὐτὸς ἤτανε νεκρὸς καὶ ἀνέζησε· χαμένος ἤτανε καὶ εὑρέθηκε. 
Ἀπόσπασμα  ἀπό τήν Α' Ὁμιλία - Περί μετανοίας
τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου



Ήταν δυό αδέλφια· τα οποία, αφού μοιράστηκαν αναμεταξύ τους την πατρική
περιουσία, ο ένας έμεινε στο σπίτι, ενώ ο άλλος έφυγε σε μακρινή χώρα. Εκεί, αφού κατέφαγε όλα όσα του δόθηκαν, δυστύχησε και υπέφερε μη υπομένοντας τη ντροπή από τη φτώχεια. (Λουκά 15: 11 κ.ε.) Αυτή την παραβολή θέλησα να σάς την πω, για να μάθετε, ότι υπάρχει άφεση αμαρτημάτων και μετά το Βάπτισμα, εάν είμαστε προσεκτικοί. Και το λέγω αυτό όχι για να σάς κάνω αδιάφορους, αλλά για να σάς απομακρύνω από την απόγνωση. Γιατί η απόγνωση μας προξενεί χειρότερα κακά και από τη ραθυμία.

Άγιος Βλάσιος επίσκοπος Σεβαστείας 11 Φεβρουαρίου


Ο Άγιος Βλάσιος έζησε στα χρόνια του αυτοκράτορος Λικινίου (308 - 323 μ.Χ.). Σπούδασε ιατρική αλλά προσέφερε χωρίς χρήματα τις υπηρεσίες του, ως φιλανθρωπία, στους πάσχοντες και ασθενείς. Εκτός από την ιατρική βοήθεια χορηγούσε δωρεάν στους ασθενείς τα φάρμακα και τους έδινε τα έξοδα νοσηλείας τους. Η φιλανθρωπική δραστηριότητα εκαλλιεργείτο στην ψυχή του από την αγάπη προς τον Θεό και τη μελέτη της Αγίας Γραφής. Η Εκκλησία τον δέχθηκε στις τάξεις του ιερού κλήρου και τον εξέλεξε Επίσκοπο Σεβαστείας.
Επί της βασιλείας του Λικινίου, ο έπαρχος Αγρικόλας τον συνέλαβε και τον υπέβαλε σε φρικτά βασανιστήρια. Οι στρατιώτες, αφού τον μαστίγωσαν ανηλεώς με ραβδιά, τον κρέμασαν από ξύλο και στην συνέχεια τον οδήγησαν δεμένο στην φυλακή. Έπειτα τον έριξαν στο βυθό μιας λίμνης. Όμως ο Άγιος, μετά την θαυματουργική του επέμβαση του Θεού, διασώθηκε. Εξοργισθέντες τότε οι εχθροί της πίστεως τον αποκεφάλισαν το 316 μ.Χ.. Έτσι, ο Άγιος Ιερομάρτυς Βλάσιος έλαβε από τον Κύριο της δόξας το στέφανο του μαρτυρίου.
Η Σύναξή του ετελείτο στο Μαρτύριό του, το οποίο βρισκόταν κοντά στο Μαρτύριο του Αγίου Αποστόλου Φιλίππου.
Ἀπολυτίκιον (Κατέβασμα)
Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Φερωνύμως βλαστήσας, ὡς δένδρον εὔκαρπον, ἱεράρχα Κυρίου Βλάσιε ἔνδοξε, μαρτυρίου τοὺς καρποὺς κόσμῳ προήγαγες καὶ θαυμάτων δωρεάς ἀναβλύζεις δαψιλῶς, ὡς θεῖος ἱερομάρτυς τοῖς καταφεύγουσι πάτερ τῇ ἀντιλήψει τῆς πρεσβείας σου.

Σάββατο, 23 Φεβρουαρίου 2019

Ἅγιος Χαράλαμπος ὁ Μεγαλομάρτυρας (10 Φεβρουαρίου)



Ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, ὁ παμβασιλεύς, μᾶς διδάσκει εἰς τὸ θεῖον αὐτοῦ καὶ ἱερὸν Εὐαγγέλιον, ἂν θέλωμεν νὰ ἀκολουθήσωμεν ὀπίσω του, νὰ ἀπαρνηθῶμεν τὸν ἑαυτὸν μας, καὶ νὰ σηκώσωμεν τὸν Σταυρὸν μας ἐπάνω μας, καὶ νὰ τὸν ἀκολουθήσωμεν• τὸ ὁποῖον τὸ ἐκατώρθωσαν πολλοὶ θαυμάσιοι, καὶ ἁγιώτατοι ἄνθρωποι, καθὼς ἦσαν οἱ Ἀσκηταὶ καὶ ἐρημῖται, οἱ ὁποῖοι ἀπηρνοῦντο τὸν κόσμον, καὶ τὰ ἐγκόσμια, τὴν εὐπάθειαν τοῦ σώματος, πλοῦτον, καὶ δόξαν εὐμάραντον, καὶ ἔφευγον εἰς τὰ ἐρημίας, καὶ εὑρίσκοντο πάντοτε εἰς τὴν προσταγὴν τοῦ Θεοῦ, εἰς προσευχὰς ἡμερινάς τε, καὶ ὁλονυκτίους, καὶ ἄλλον σκοπὸν δεν εἶχον, πὼς νά, ἀρέσουν τὸν ποιητὴν καὶ πλάστην τους Θεόν.
Τοιοῦτοι ἐστάθησαν καὶ οἱ σοφώτατοι Διδάσκαλοι τῆς Ἐκκλησίας μας, οἱ ὁποῖοι ἕνα καὶ μόνον σκοπὸν εἶχον, πὼς νὰ ὠφελήσουν ψυχὰς ἀνθρώπων, πὼς νὰ τοὺς ἐπιστρέψουν εἰς τὰ ὀρθὰ δόγματα τῆς Ἐκκλησίας, πὼς νὰ τοὺς στερεώσουν εἰς τὴν Ὀρθοδοξίαν, καὶ δεν ἐφρόντιζον μήτε διὰ τὴν ἀνάπαυσιν τοῦ κορμίου, μήτε διὰ πλοῦτον, καὶ ἄλλα κτήματα• ἐξαιρέτως δὲ ἐστάθησαν τοιοῦτοι οἱ ἁγιώτατοι μάρτυρες, οἱ γενναῖοι στρατιῶται τοῦ ἐπουρανίου Βασιλέως Χριστοῦ, οἱ καλλίνικοι νικηταὶ τῆς πλάνης, καὶ τῆς ἀσεβείας, καὶ αὐτοῦ τοῦ κοσμοκράτορος Διαβόλου• οἱ ὁποῖοι, ὄχι μόνον ἐκαταφρόνησαν πλούτη, καὶ κτήματα, καὶ δόξας, ἀλλὰ καὶ αὐτὸ τὸ ἴδιoν τους κορμὶ ἐπαράδωκαν εἰς μυρίοις τιμωρίας, καὶ βασάνους ἀνηκούστους, εἰς τόσον ὁποῦ καὶ αὐτὴν τὴν γλυκυτάτην ζωήν τους ἐκαταφρόνησαν, καὶ ἐπρόκριναν τὸν θάνατον• αὐτοὶ οἱ μάρτυρες βεβαιότατα ἀπηρνήθησαν τὸν κόσμον, καὶ τὸν ἑαυτόν τους ἐπειδὴ καὶ ὑστερήθησαν τὴν παροῦσαν πολυπόθητον ζωήν, καὶ ἐσίκωσαν ἐπάνω τους τὸν Σταυρόν τους, καὶ ἐφύλαξαν βεβαίαν καὶ στερεὰν τὴν Ὀρθόδοξον πίστιν, καὶ τὴν ἀγάπην τοῦ Χριστοῦ, στοχαζόμενοι ὀρθῶς, πὼς οὐκ εἶχον ὧδε μενοῦσαν πόλιν, καὶ διὰ τοῦτο ὁλοψύχως ἐπεζήτουν τὴν μέλλουσαν• τούτου χάριν καὶ ἐδοξάσθησαν ὑπὸ Θεοῦ, καὶ ἐτιμήθησαν• καὶ οὐ μόνον ἀπολαμβάνουσι τὴν οὐράνιον βασιλείαν, καὶ χαίρουσιν αἰωνίως μὲ τὸν Χριστόν, διὰ τὸν ὁποῖον ἔχυσαν τὸ αἷμα τους ἀλλὰ ἀκόμη καὶ ἁπανταχοῦ τῆς οἰκουμένης τιμῶνται, καὶ ἐορτάζονται, καὶ θέλουν δοξασθῇ εἰς αἰῶνα τὸν ἅπαντα.
Τοιοῦτος καλλίνικος καὶ γενναῖος στρατιώτης Χριστοῦ ἐστάθη καὶ ὁ σήμερον ἐορταζόμενος, καὶ τιμώμενος ὁ ἱερομάρτυς λέγω καὶ μεγαλομάρτυς ΧΑΡΑΛΑΜΠΗΣ• ὁ ὁποῖος ἦτον πρότερον Ἱερεὺς ἐννομώτατος εἰς τὴν ἐπαρχίαν τῆς Μαγνησίας.

Παρασκευή, 22 Φεβρουαρίου 2019

Άγιος Νικηφόρος 9 Φεβρουαρίου


O Άγιος Νικηφόρος έζησε στα χρόνια των αυτοκρατόρων Βαλεριανού (253 - 259 μ.Χ.) και Γαληνού (259 - 268 μ.Χ.), και συνδεόταν στενά με κάποιον ιερέα ονόματι Σαπρίκιο, ο οποίος έτρεφε μεγάλο μίσος κατά του Νικηφόρου γιατί πίστευσε στα λόγια κάποιου συκοφάντη. O Νικηφόρος ζητούσε επανειλημμένα από τον ιερέα να του πει τον λόγο και να τον συγχωρέσει, όμως μάταια.
Όταν το 257 μ.Χ. ξέσπασε μεγάλος διωγμός κατά των Χριστιανών, συνελήφθησαν πολλοί επίσκοποι και ιερείς μεταξύ των οποίων και ο Σαπρίκιος. Μόλις ο Άγιος διέκρινε μεταξύ των συλληφθέντων και τον Σαπρίκιο, τρέχει και πέφτει στο γόνατά του και τον παρακαλεί με δάκρυα να τον συγχωρήσει. O Σαπρίκιος αρνείται πεισματικά. Μετά το μαστίγωμα που δέχθηκε ο Νικηφόρος τον πλησιάζει και πάλι, ασπάζεται τις πληγές του και του ζητά να του δώσει έστω και την τελευταία στιγμή την ευλογία του. O Σατρίκιος ανένδοτος, τον απομακρύνει και οδηγείται για αποκεφαλισμό. Η άρνηση και η αδιαλλαξία του Σαπρίκιου, τον καθιστούν ανάξιο στο μάτια του Θεού. Χωρίς πλέον την δύναμη της θείας χάρης, δεν άντεξε τα βασανιστήρια και την ώρα του αποκεφαλισμού λυγίζει και ζητά να θυσιάσει στο είδωλα. Μόλις το άκουσε ο Νικηφόρος, τρέχει και τον παρακαλεί να ανακαλέσει την άρνησή του. Εκνευρισμένοι τότε οι δήμιοι, αποκεφαλίζουν τον Νικηφόρο και έτσι αξιώνεται εκείνος το στέφανο του μαρτυρίου, ενώ ο Σαπρίκιος το στίγμα της ατιμίας.
Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.
Ὁ Μάρτυς σου Κύριε, ἐν τῇ ἀθλήσει αὐτοῦ, τὸ στέφος ἐκομίσατο τῆς ἀφθαρσίας, ἐκ σοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν· ἔχων γὰρ τὴν ἰσχύν σου, τοὺς τυράννους καθεῖλεν ἔθραυσε καὶ δαιμόνων τὰ ἀνίσχυρα θράση. Αὐτοῦ ταῖς ἱκεσίαις Χριστέ ὁ Θεός, σῶσον τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Τετάρτη, 20 Φεβρουαρίου 2019

Ὁ Ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στρατηλάτης ( 8 Φεβρουαρίου)


Ἀπὸ τὰ γενναιότερα καὶ ἀθλητικότερα παραστήματα τῆς χριστιανικῆς παράταξης.


Ἦταν ἀπὸ τὰ Εὐχάϊτα της Γαλατίας καὶ κατοικοῦσε στὴν Ἡράκλεια τοῦ Εὐξείνου Πόντου. Στρατιωτικὸς στὸ ἐπάγγελμα, διεκρίθη καὶ προήχθη γρήγορα στοὺς μεγαλύτερους βαθμοὺς τῆς στρατιωτικῆς Ἱεραρχίας. Ἦταν γενναῖος καὶ συγχρόνως σεμνότατος, σὰν γνήσιος χριστιανός. Ὅταν ὁ Λικίνιος (307-323) ἐπισκέφθηκε τὴν Ἡράκλεια, εἶδε καὶ θαύμασε τὸν Θεόδωρο. Τότε ζήτησε περισσότερες πληροφορίες γι᾿ αὐτόν, πού, ὅμως, τοῦ φάνηκαν δυσάρεστες. Ναὶ μὲν ἀνδρεῖος ὁ Θεόδωρος, ἀλλὰ χριστιανός. Ὁ βασιλιὰς διατάζει καὶ τὸν φέρνουν μπροστά του.

Εἶσαι χριστιανός; τοῦ λέει.
-Εἶμαι.
-Καὶ ἐπιμένεις νὰ εἶσαι;
- Μέχρι θανάτου.
- Τότε δὲν μπορεῖς νὰ εἶσαι στρατιώτης.
- Γιατί δὲν μπορῶ; Κανένας συνάδελφός μου δὲν μὲ κατηγόρησε γι᾿ αὐτό.
- Σὲ κατηγορῶ ἐγώ, φώναξε ὀργισμένος ὁ βασιλιάς. Ἕνας πιστὸς στρατιώτης ἀκολουθεῖ τὴν θρησκεία τοῦ κράτους καὶ τοῦ στρατοῦ. Καὶ σὺ λατρεύεις τὸ Ναζωραῖο;
- Δηλαδὴ τὸν ἀληθινὸ Θεό, εἶπε σεμνὰ καὶ τολμηρὰ ὁ Θεόδωρος.

Ἀμέσως τότε, ἀφοῦ τὸν καθαίρεσαν ἀπ᾿ τὸ βαθμό του, τὸν μαστιγώνουν ἄγρια μὲ μαστίγια ποὺ στὶς ἄκρες εἶχαν μολυβένια σφαιρίδια. Ἔπειτα, τοῦ μπήγουν στὰ πλευρὰ σιδερένια νύχια καὶ στὶς πληγές του βάζουν ἀναμμένα δαδιά. Τελικά, τὸν σταυρώνουν, ἀλλὰ ἐπειδὴ κι ἀπὸ ἐκεῖ μὲ τὸ θεῖο λόγο κάνει πολλοὺς χριστιανούς, τὸν ἀποκεφαλίζουν.
Ἀπέδειξε ἔτσι, ὅτι ἦταν ἀπ᾿ αὐτοὺς ποὺ τολμοῦν «ἀφόβως τὸν λόγον λαλεῖν», ποὺ μὲ τόλμη, δηλαδή, κηρύττουν ἄφοβα τὸ λόγο τοῦ Εὐαγγελίου καὶ ὁμολογοῦν τὴν ἁγία πίστη τους.

Ἀπολυτίκιον  

Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεῖς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Στρατολογία ἀληθεῖ Ἀθλοφόρε, τοῦ οὐρανίου στρατηγὸς βασιλέως, περικαλλὴς γεγένησαι Θεόδωρε, ὄπλοις γὰρ τῆς πίστεως, παρετάξω ἐμφρόνως, καὶ κατεξωλόθρευσας, τῶν δαιμόνων τὰ στίφη, καὶ νικηφόρος ὤφθης Ἀθλητής, ὅθεν σὲ πίστει, ἀεὶ μακαρίζαμεν.