Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διηγήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διηγήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 27 Ιουλίου 2026

Ο γέροντας και ο ληστής


Σε ένα μοναστήρι της ερήμου ζούσε κάποτε ένας γέροντας γνωστός για την αυστηρότητά του. Μια μέρα, ένας καταζητούμενος ληστής που είχε στο ενεργητικό του φόνους και ληστείες, κατέφυγε στο μοναστήρι ζητώντας να εξομολογηθεί.

Ο γέροντας, μόλις άκουσε τα πρώτα λόγια του ληστή, τον έδιωξε με οργή:
– Φύγε από εδώ, ανόσιε! Ούτε να σε βλέπω δεν μπορώ! Τα χέρια σου είναι γεμάτα αίμα. Δεν υπάρχει συγχώρεση για σένα!

Ο ληστής βγήκε από το κελί συντετριμμένος. Περιπλανιόταν στην έρημο για μέρες, νηστικός και διψασμένος, χωρίς ελπίδα.

Είχε αποφασίσει να πεθάνει.

Τότε τον συνάντησε ένας άλλος γέροντας, ο αββάς Ζωσιμάς, που γνώριζε την κατάστασή του.
– Πάτερ, μου είπαν ότι ο Θεός δεν με συγχωρεί. Πάω να πεθάνω στην έρημο.
– Κάθισε, παιδί μου. Πες μου τι σου συμβαίνει.
Ο ληστής του διηγήθηκε τα πάντα.

Ο γέροντας τον κοίταξε με μάτια γεμάτα δάκρυα.
– Άκουσέ με, αδελφέ. Θα σου πω την ιστορία ενός ανθρώπου που νόμιζε πως ήταν ο χειρότερος αμαρτωλός. Αυτός ο άνθρωπος είχε σκοτώσει, είχε κλέψει, είχε ατιμάσει. Και μια μέρα πήγε σε έναν πνευματικό που του είπε: “Εγώ είμαι χειρότερος από σένα. Εγώ δεν είχα καμία ελπίδα. Και όμως ο Θεός με δέχτηκε”.
– Ποιος ήταν αυτός ο άνθρωπος, πάτερ;
-Αυτός ο άνθρωπος είμαι εγώ, παιδί μου.

Ο ληστής τον κοίταξε με απορία.
Ο γέροντας ήταν γνωστός για την αγιότητά του.
– Μα πάτερ, εσείς είστε άγιος!
-Όχι, παιδί μου. Ήμουν όπως εσύ. Αλλά ο Θεός με δέχτηκε όταν μετανόησα. Και αν εμένα με δέχτηκε, εσένα γιατί να μη σε δεχτεί;
Ο ληστής έκλαψε πικρά. Ομολόγησε όλες του τις αμαρτίες και άλλαξε ζωή. Έγινε μοναχός και έζησε ασκητικά μέχρι το τέλος της ζωής του.

Χρόνια αργότερα, όταν κάποιος μοναχός τον ρώτησε πώς άντεξε τόση μετάνοια, εκείνος απάντησε:
-Γιατί ποτέ δεν ξέχασα ότι ο γέροντας που με δέχτηκε ήταν, όπως μου είπε, χειρότερος από μένα. Και αν εκείνος σώθηκε, θα σωθώ κι εγώ. Αργότερα όμως έμαθα ότι ο αββάς Ζωσιμάς ήταν άγγελος από μικρός. Το είπε για να μη με αφήσει να χαθώ.

 

Και πρόσθεσε:
– Τέτοια αγάπη μόνο ο Χριστός έχει. Και μέσα από τον γέροντα, με άγγιξε ο ίδιος ο Χριστός.

ΣΤΥΛΟΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

 

 

Πέμπτη 9 Απριλίου 2026

Σήμερον κρεμάται επί ξύλου, ο εν ύδασι την γην κρεμάσας Δημοτικό μοιρολόγι για τα Πάθη του Χριστού

ΜΕΓΑΛΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ - Τά Ἅγια Πάθη






Σήμερα μαύρος Ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα,
σήμερα όλοι θλίβουνται και τα βουνά λυπούνται,
σήμερα έβαλαν βουλή οι άνομοι Οβραίοι,
οι άνομοι και τα σκυλιά κι' οι τρισκαταραμένοι

για να σταυρώσουν το Χριστό, τον Αφέντη Βασιλέα.
Ο Κύριος ηθέλησε να μπει σε περιβόλι
να λάβει δείπνον μυστικόν για να τον λάβουν όλοι.
Κι' η Παναγιά η Δέσποινα καθόταν μοναχή της,
τας προσευχάς της έκανε για το μονογενή της.


Φωνή τους ήρθ' εξ Ουρανού απ' Αρχαγγέλου στόμα:
-Φτάνουν κυρά μου οι προσευχές, φτάνουν κι' οι μετάνοιες,
το γυιό σου τον επιάσανε και στο φονιά τον πάνε
και στου Πιλάτου την αυλή εκεί τον τον τυραγνάνε.

Τετάρτη 18 Μαρτίου 2026

ΤΡΕΙΣ ΩΡΕΣ ΣΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ!



Μία αληθινή ι­στορία από το Άγιον Όρος
Ο Γέροντας Χατζηγιώργης ο Αθωνίτης (1886), για να υπομένει με χαρά τους κόπους και τους πόνους τής ασκήσεως, έφερνε πάντα στο νου του την ακόλουθη διήγηση τού Γέροντά του Παπα-Nεόφυτου:
«Ένας μοναχός ήταν ασθενής και παράλυτος επί πολλά χρόνια. Έχασε όμως την υπομονή του και παρακαλούσε τον Θεό να του συντομεύσει τη ζωή για να μη βασανίζεται άλλο από την ασθένειά του.
Τότε ο Πανάγαθος Θεός του έστειλε έναν άγγελο, ο οποίος του είπε:
- «Πάτερ, ο Κύριος των οικτιρμών άκουσε την προσευχή σου. Σου συντομεύει τον επί γης χρόνο της ζωής σου αλλά με μία προϋπόθεση:
ή θα υποφέρεις ακόμη ένα χρόνο ως ασθενής ή θα πας στον άδη για τρεις ώρες..
Τότε ο μο­ναχός του είπε:
- «Να παραμείνω ακόμη στη γη επί ένα χρόνο είναι πολύς χρόνος.
Καλύτερα επιθυμώ να υποφέρω στον άδη για τρεις ώρες.
Μετά απ' αυτά τα λόγια του, ο άγγελος πήρε τη ψυχή του και την οδήγησε στον άδη. Τον άφησε εκεί και του είπε πως θα επιστρέψει έπειτα από τρεις ώρες.
Μετά την αναχώρηση του αγγέλου κυριεύθηκε η ψυ­χή τού μοναχού από πηκτό σκοτάδι.
Οι φοβερές μορφές των δαιμόνων, το άσβεστο πυρ, ο ακοίμητος σκώληξ, τα απερίγραπτα βάσανα τον είχαν περικυκλώσει από παντού. Ζητούσε βοήθεια, αλλά στις φωνές του κανείς δεν του απαντούσε.
Νόμιζε ότι είχαν περάσει τριακόσια χρόνια και κανείς δεν τον άκουγε, διότι καθέ­νας από τους εκεί κολασμένους ήταν φορτωμένος με τα δικά του βάσανα.
Μέσα στα βάσανά του λοιπόν και την απελπισία του, ξαφνικά φως έλαμψε στη φυλακή του και άγγελος Κυρίου τον πλησίασε και του είπε:
-«Πώς εί­σαι εδώ, αδελφέ, είναι καλά;»
Και ο μοναχός του απάντησε:
- «Ουδέποτε θα μπορούσα να πιστέψω ότι ένας άγγε­λος λέει ψέμματα».
Τότε ο άγγελος τον ρώτησε:
-«Τί θέ­λεις να πεις με αυτό»;
-«Δεν μου υποσχέθηκες, του λέει ο μοναχός, ότι θα με βγάλεις από εδώ μετά από τρεις ώρες; Μέχρι τώρα πέρασαν εκατοντάδες χρόνια μέσα στα βάσανα!»
-«Τί λες αδελφέ, για εκατοντάδες χρόνια!
Μία ώρα μόνο πέρασε από τη στιγμή που σε άφησα και έ­χεις ακόμη άλλες δύο» του απάντησε ο άγγελος.
-«Δύο ώ­ρες!!
φώναξε ο μοναχός με απορία, δύο ώρες ακόμη!! Δεν είναι άραγε δυνατόν να βγω από εδώ;
Δεν έχω άλλη δύναμη να υποφέρω αυτά τα βάσανα.
Προτιμώ να υποφέρω στη γη από αρρώστιες εκατοντάδες χρόνια ακόμη μέχρι τη Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου, αρκεί να με βγάλεις από εδώ μέσα».
Τότε ο άγγελος του είπε:
-«Ο Πολυέλεος και Φιλάνθρωπος Θεός σου δείχνει τώρα την άπειρη αγαθότητά Του, αλλά εσύ μη ξεχνάς από εδώ και στο εξής να διηγείσαι στους άλλους τα σκληρά βάσανα του άδου».

 

Δευτέρα 20 Μαρτίου 2023

Αξίες…Ένα συγκλονιστικό κείμενο...



Καθώς στεκόταν μπρος στην τάξη της την Ε’ δημοτικού, την πρώτη ημέρα του σχολείου η κυρία Τζοβάννα είπε στα παιδιά ένα ψέμα.
Όπως οι περισσότερες δασκάλες, κοίταξε τους μαθητές της και είπε ότι τους αγαπούσε όλους το ίδιο.
Αλλά αυτό ήταν αδύνατον, διότι εκεί στην μπροστινή σειρά, βυθισμένο στο κάθισμά του ήταν ένα μικρό αγόρι, ο Μάνος Μανούσας.
Η κυρία Τζοβάννα είχε παρακολουθήσει τον Μάνο την προηγούμενη χρονιά και είχε προσέξει ότι ο Μάνος δεν έπαιζε καλά με τα άλλα παιδιά.


Η αθεΐα :Το "καύχημα" της εποχής μας - Φωτίου Κόντογλου






«Ω, άπιστοι, δεν είσθε δύσπιστοι. Είσθε οι πλέον εύπιστοι!

Δέχεσθε τα πιο απίθανα, τα πιο παράλογα, τα πιο αντιφατικά,

για να αρνηθήτε το θαύμα, την Αλήθεια».

Άγιος Αυγουστίνος


Του Αειμνήστου ΦΩΤΙΟΥ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ


Νυξ αφεγγής τοις απίστοις, Χριστέ, τοις δε πιστοίς φωτισμός.


Αθεΐα! Τίτλος μεγάλος και καύχημα για τον σημερινόν άνθρωπο. Όποιος τον αποχτήσει (και για να τον αποχτήσει, φτάνει να χειροτονηθεί μοναχός του άπιστος), γίνεται παρευθύς στα μάτια των άλλων σοφός, κι ας είναι αμόρφωτος, σοβαρός, κι ας είναι γελοίος, επίσημος κι ας είναι αλογάριαστος, υπεράξιος κι ας είναι ανάξιος, επιστήμονας κι ας είναι κουφιοκέφαλος.

Δεν μιλώ για τον άνθρωπο που έχει πόθο να πιστέψει, μα δεν μπορεί, με όλο που κατά βάθος πάντα η αιτία της απιστίας είναι η περηφάνεια, αυτή η οχιά, που κρύβεται τόσο επιτήδεια μέσα στον άνθρωπο, που δεν μπορεί να την καταλάβει.


Όπως και νάναι, οι άνθρωποι που αγωνίζουνται και πολεμάνε με τον άπιστο εαυτό τους, έχουνε όλη τη συμπόνεσή μας. Γι' αυτούς παρακαλούμε, όσοι πιστεύουμε, να τους βοηθήσει ο Θεός να πιστέψουνε, όπως έκανε σε κείνον τον πατέρα που είχε άρρωστο το παιδί του, και παρεκάλεσε τον Χριστό να το γιατρέψει. Και Κείνος του είπε: «Αν μπορείς να πιστέψεις, όλα είναι δυνατά σε κείνον που πιστεύει». Και τότε ο πατέρας του παιδιού έκραξε με δάκρυα: «Πιστεύω, Κύριε. Βοήθει μου τη απιστία», δηλαδή «έχω πόθο να πιστέψω, κι εσύ, Κύριε, δυνάμωσέ τον».


Οι άπιστοι, για τους οποίους μιλούμε, δεν είναι τέτοιοι. Όχι μονάχα δεν κλάψανε ποτέ, για να ανοίξουνε με τον πόνο και με τη συντριβή την κλεισμένη πόρτα, την πόρτα της μετανοίας, όπως έκανε εκείνος ο δυστυχισμένος πατέρας που γράφει το Ευαγγέλιο, αλλά μήτε συγκινηθήκανε ποτέ τους, μήτε αισθανθήκανε καμμιά πίκρα για την απιστία τους, μήτε νοιώσανε πως έχουνε γι' αυτό καμμιά ευθύνη, κανένα φταίξιμο. Όλο το φταίξιμο είναι του Θεού, που δεν φανερώνεται μπροστά τους να τους πει: «Ελάτε, ψηλαφήσετέ με, πιάστε με, μιλείστε μαζί μου όπως μιλάτε μεταξύ σας, αναλύσετέ με μέ τη χημεία σας, κομματιάστε με μέ το μαχαίρι της ανατομίας σας, ζυγίστε με, μετρείστε με, ικανοποιήσετε τις άπιστες αισθήσεις σας, χορτάσετε τ' αχόρταγο λογικό σας!».


Αυτοί οι αυτοτιτλοφορούμενοι άπιστοι, σε καιρό που επιδείχνουνε την εξυπνάδα τους, φουσκωμένοι από τον κούφιον αγέρα της περηφάνειας κι' από την πονηρή ευστροφία του μυαλού τους, δεν είναι σε θέση οι δύστυχοι, να νοιώσουνε πόσο ανόητοι και στενόψυχοι φαίνουνται σε κείνους που πιστεύουνε. Γιατί, για να πιστέψουνε, ζητάνε κάποιες αποδείξεις που κάνουνε τον πιστό να τους ελεεινολογεί για την περιορισμένη αντίληψη που έχουνε για το πνεύμα και για τα πνευματικά ζητήματα.


Ο πιστός ξέρει πολύ καλά ως που μπορούνε να φτάξουνε οι διαλογισμοί του άπιστου, γιατί, κι” αυτός, σαν άνθρωπος, τους έχει εκείνους τους λογισμούς, τους λογισμούς της σάρκας, τους λογισμούς τούτου του κόσμου.
Ενώ ο άπιστος είναι ανύποπτος για όσα έχει μέσα του ο πιστός, και για ό,τι βρίσκεται παραπέρα από την πρακτική γνώση του, δηλαδή για τα μυστήρια που είναι κρυμμένα από τα μάτια του, και που γι' αυτό θαρρεί πως δεν υπάρχουνε. Κι από την ανοησία του κορδώνεται, και μιλά με καταφρόνεση για κείνους που είναι σε θέση να νοιώσουνε τη βαθύτερη σύσταση του κόσμου, ενώ αυτός ο δυστυχής είναι τυφλός και κουφός, και θαρρεί πως τ' ακούει όλα και πως τα βλέπει όλα.
Ο πιστός έχει πνευματικά μάτια και πνευματικά αυτιά, καθώς και κάποια «υπέρ αίσθησιν».
Ο άπιστος πώς να πάρει είδηση από 'κείνον τον μυστικόν κόσμο μόνο με τα χονδροειδή μέσα που έχει, δηλαδή με τις σωματικές αισθήσεις; Πώς να πιάσει τα λεπτά κι' αλλόκοτα μηνύματα εκείνου του κόσμου, αφού ο δυστυχής δεν έχει τις κεραίες που χρειάζουνται για να τα πιάσει;

Ο Απόστολος Παύλος γράφει στην Α' προς Κορινθίους επιστολή του, με τον τρόπο που γνωρίζει μονάχα αυτός, για το τι είναι σε θέση να νοιώσει ο πιστός, και τι μπορεί να νοιώσει ο άπιστος: Λαλούμε, λέγει, τη σοφία του Θεού που είναι μέσα σε μυστήριο, και που είναι κρυμμένη, τη σοφία που την προόρισε ο Θεός, πριν από τους αιώνες, για δόξα δική μας, και που δεν τη γνώρισε κανένας από τους άρχοντες τούτου του κόσμου (δηλ. τους σοφούς της κοσμικής σοφίας), και που ξεσκεπάζει αυτά που, κατά τη Γραφή, δεν τα είδε μάτι, και που δεν τ' άκουσε αυτί, και που δεν ανεβήκανε στην καρδιά κανενός ανθρώπου, εκείνα που ετοίμασε ο Θεός για κείνους που τον αγαπούνε. Αλλά σε μας τα φανέρωσε ο Θεός με το Πνεύμα του το άγιο. Επειδή, το άγιο Πνεύμα όλα τα ερευνά, και τα βάθη του Θεού.


Γιατί, ποιος άνθρωπος γνωρίζει το μέσα του ανθρώπου, παρά μονάχα το πνεύμα του ανθρώπου που είναι μέσα στον άνθρωπο; Έτσι και τα μυστήρια του Θεού δεν τα γνωρίζει κανένας παρά μονάχα το Πνεύμα του Θεού. Κι εμείς δεν επήραμε το πνεύμα του κόσμου (δηλ. τη φιλοσοφία και την κοσμική γνώση), αλλά το Πνεύμα του Θεού, για να γνωρίσουμε όσα χάρισε σε μας ο Θεός. Κι αυτά (τα χαρίσματα) δεν τα εκφράζουμε με τα λόγια που διδάσκεται η ανθρώπινη σοφία, αλλά με λόγια που διδάσκει το άγιο Πνεύμα, μιλώντας σε πνευματικούς ανθρώπους με πνευματικόν τρόπο. Πλην, ο άνθρωπος που έχει την σαρκική γνώση (τον ορθολογισμό), δεν παραδέχεται όσα διδάσκει το Πνεύμα του Θεού, γιατί τα νομίζει για ανοησίες, και δεν είναι σε θέση να καταλάβει πως ανακρίνεται πνευματικά. Ο πνευματικός όμως άνθρωπος, ανακρίνει κάθε άνθρωπο, ενώ αυτός από κανέναν δεν ανακρίνεται».


Η απιστία υπήρχε πάντα. Μα σήμερα, με την αποτρόπαια ματαιοδοξία που μας τρώγει, την επιδείχνουμε σαν να μας δίνει τη μεγαλύτερη αξία. Όποιος έχει πίστη στον Θεό και στην αλήθεια που φανέρωσε, είναι καταφρονεμένος, σαν στενόμυαλος κι” ανόητος, και τραβά πάνω του όλα τα περιγελάσματα. Λογαριάζεται για «βλαμμένος» από τον πολύν κόσμο, μάλιστα από τον κόσμο που ξέρει να τα καταφέρνει στη ζωή, να «πετυχαίνει», να βγάζει λεφτά, να καλοπερνά, να μη δίνει πεντάρα για τίποτα, κατά το ρητό που λέγει: «Φάγωμεν και πίωμεν, αύριον γαρ αποθνήσκομεν». Για τούτο, χρειάζεται να έχει θάρρος και να περιφρονά την εκτίμηση του κόσμου και το υλικό συμφέρον του, όποιος λέγει πως έχει πίστη στον Θεό.


Ενώ εκείνον που καυχιέται πως δεν πιστεύει σε τίποτα,

α’) Τον έχει ο κόσμος σε μεγάλη υπόληψη και σεβασμό, μάλιστα όσο περισσότερο άπιστος λέγει πως είναι, τόσο περισσότερη είναι η εκτίμηση και ο σεβασμός που φανερώνει ο έξυπνος και σοβαρός κόσμος στο πρόσωπό του. Ο τέτοιος άνθρωπος είναι συνοφρυωμένος, με λίγα και βαρειά λόγια, αράθυμος κι” απότομος, «θετικός άνθρωπος», «γερό μυαλό».

β’) Όλα του έρχουνται βολικά, και δεν σκοτίζεται, δεν στενοχωριέται για τίποτα. Δεν έχει ευθύνες και ζαλούρες: Εδώ κάτω, λέγει, είναι η Κόλαση κι” ο Παράδεισος. Η ζωή είναι για να την απολαβαίνουνε οι έξυπνοι. Οι κοιμισμένοι κι” οι αφιονισμένοι ας πεθάνουνε».


Εξ άλλου, δεν υπάρχει πιο εύκολο πράγμα από το να κάνεις τον άπιστο! Πατάς ένα μονάχα κουμπί, κι” όλα σου έρχονται βολικά. Ο διάβολος είπε στον Χριστό: Πέσε, προσκύνησέ με, και θα γίνουνε οι πέτρες ψωμιά, «οι λίθοι άρτοι».


Λέγει λοιπόν ο έξυπνος: «Να κάθεσαι, άνθρωπος με τετρακόσα μυαλά, να χάνεις τον καιρό σου με χαζομάρες, σαν τις γρηές, με θεούς, με κόλαση και με παράδεισο, με καντήλια, με θυμιατά, με δισκοπότηρα, με παπάδες και με καλόγρηες! Και σε ποια εποχή; Στην εποχή μας, που η επιστήμη στέλνει ανθρώπους στους πλανήτες! Ακούς, φίλε μου, βλακεία που έχει αυτός ο κόσμος;».


Αυτά λένε για τους πιστούς οι έξυπνοι και οι τιμημένοι τούτου του κόσμου, και τους χειροκροτούνε οι πολλοί, που τους έχουνε για φρόνιμους σε όλα, επειδή δεν κυνηγάνε ίσκιους, αλλά έχουνε μυαλό γερό, και επιτυχαίνουνε σε ότι καταπιαστούνε.

Ναι! Επιτυχαίνουνε, γιατί, μ' έναν λόγο, η απιστία είναι «η πλατεία πύλη και ευρύχωρος οδός», που δεν πιστεύουνε πως είναι «η απάγουσα εις την απώλειαν», όπως είπε ο Χριστός, αλλά «εις την επί γης ευδαιμονίαν». Ενώ η πίστη είναι «η στενή πύλη και τεθλιμμένη οδός», που δεν πιστεύουνε πως είναι «η απάγουσα εις την ζωήν», αλλά «εις την επί γης δυστυχίαν και περιφρόνησιν». «Πολλοί εισίν οι εισερχόμενοι διά της πλατείας πύλης» κατά τον λόγο του Κυρίου, «και ολίγοι εισιν οι ευρίσκοντες την στενήν πύλην».


Όλοι οι άπιστοι λένε πως αν βλέπανε ένα θαύμα, θα πιστεύανε. Μα η πίστη δεν έρχεται με τη βία, αλλά με τη συγκατάθεση της ψυχής. Γι' αυτό σε όσους ζητάνε θαύμα για να πιστέψουνε, δεν δίνεται, κατά τον λόγο που είπε ο Χριστός στους Φαρισαίους: «Γενεά πονηρά και μοιχαλίς σημείον επιζητεί και σημείον ου δοθήσεται αυτή».


Αλλά και θαύμα να δει ένας άπιστος, η υπερηφάνεια δεν τον αφήνει να πιστέψει, για να μη φανεί ευκολόπιστος και καταφρονεθεί.


Πριν καιρό έγραψα με συντομία πέντε- έξη άρθρα για τα θαύματα που γίνουνται σ' ένα χωριό της Μυτιλήνης, με τον τίτλο «Φρικτά μυστήρια». Πολλοί αναγνώστες συγκινηθήκανε στο έπακρο, ιδίως οι ταπεινοί κι' αγράμματοι άνθρωποι, «τα μωρά του κόσμου και τα εξουθενημένα». Οι έξυπνοι όμως κι' οι τετραπέρατοι δεν δώσανε σημασία, και κάποιοι απ' αυτούς με περιγελάσανε και μου γράψανε πως λέγω ανοησίες.


Αλλά, «Θεός ου μυκτηρίζεται». Από τότε ως τα σήμερα τα θαύματα δεν πάψανε, κι ολοένα γίνουνται πυκνότερα και τρομαχτικώτερα. Οι άνθρωποι που τα βλέπουνε μου τα γράφουνε με όλα τα καθέκαστα, κι απ' αυτά κάνω ένα βιβλίο που θα είναι σαν πυρωμένο σίδερο για τις άπιστες γλώσσες (Πρόκειται για το βιβλίο «Σημείον μέγα» που εξέδωσε ο «Αστήρ»).

Αυτόν τον καιρόν γίνουνται ανασκαφές, για να βρεθεί η αρχαία εκκλησία με τα λείψανα εκείνων που φανερώνονται ολοζώντανοι μπροστά στους απλούς ανθρώπους, στον ύπνο και στον ξύπνο τους, καθώς κι εικόνες και τα” άλλα κειμήλια. Θα είχανε βρεθεί όλα, και θα ξεσκεπαζότανε γρήγορα ολότελα αυτός ο φοβερός κρατήρας, που θα σάρωνε τους άπιστους με την αγιασμένη λάβα του, αν υπήρχανε περισσότερα μέσα στα χέρια των φτωχών ανθρώπων που σκάβουνε με μια πίστη που είναι σαν φωτιά.


Μα, όπως και να είναι, με τη χάρη του Θεού «την τ' ασθενή θεραπεύουσαν και τα ελλείποντα αναπληρούσαν», θα βγάλουνε σε καλό τέλος το βλογημένο αυτό έργο, και θα θριαμβέψει η ακατάλυτη πίστη μας, και θα ακουστεί ως τα πέρατα του άπιστου κόσμου η βροντερή φωνή: «Τις Θεός μέγας ως ο Θεός ημών; Συ ει ο Θεός ο ποιών θαυμάσια μόνος!».

Εκ του περιοδικού «Ορθόδοξος Φιλόθεος Μαρτυρία»
Εκδόσεις «Ορθόδοξος Κυψέλη»


Ο Φώτης Κόντογλου(πραγματικό όνομα Φώτιος Αποστολέλης: Αϊβαλί Μικράς Ασίας, 8 Νοεμβρίου 1895 – Αθήνα, 13 Ιουλίου 1965) ήταν έλληνας λογοτέχνης και ζωγράφος. Αναζήτησε την «ελληνικότητα», δηλαδή μία αυθεντική έκφραση, επιστρέφοντας στην ελληνική παράδοση, τόσο στο λογοτεχνικό όσο και στο ζωγραφικό του έργο. Είχε ακόμα σημαντικότατη συμβολή στον χώρο της βυζαντινής εικονογραφίας. Σήμερα θεωρείται ως ένας από τους κυριότερους εκπροσώπους της «Γενιάς του Τριάντα».




Τι διαφέρει η Βασιλεία του Θεού απ' αυτόν τον κόσμο;



Ρώτησαν κάποτε την Αγία Συγκλητική· τι διαφέρει ο άλλος κόσμος από τούτον εδώ οπού ζούμε τώρα; Και η μακαρία Συγκλητική αποκρίθηκε:

Το παιδί ενόσω βρίσκεται μέσα στην κοιλιά της μάνας του, ζει πολύ στενοχωρημένο, όντας ανακατωμένο μέσα στη λάσπη της μήτρας, ωσάν τυφλό.
Όταν όμως έλθει η ώρα του και γεννηθεί, λευτερώνεται από την στενοχώριαν εκείνη, όπου ήτανε κλειδωμένο, και χωρίς να το καταλάβει έρχεται σε ένα καινούριο κόσμο γεμάτον φως, ευρυχωρία και απόλαυση.
Ένα τέτοιο πράμα γίνεται και με την ψυχή του ανθρώπου. Στενοχωριέται μέσα στην κοιλιά τούτου του ψεύτικου κόσμου, έως ότου έβγει απ’ αυτόν και πάει στην άλλη ζωή την αιώνιο, όπου, αντί ήλιος βλέπει ν’ αστράφτει η όψη του Χριστού, αντί αέρα αναπνέει το Άγιο Πνεύμα και αντί τροφή γεύεται την Δόξα του Θεού. Η πρώτη γέννα μας έχει και πείνα. Η δεύτερη γέννα είναι Ανάσταση και Χόρταση.

Δευτέρα 13 Μαρτίου 2023

ΟΙ ΟΚΤΩ ΜΑΚΑΡΙΣΜΟΙ ΤΟΥ ΣΠΙΤΙΟΥ



Ένας Αγιορειτης γέροντας συνιστούσε στους πιστούς να λένε τους οκτώ αυτούς μακαρισμούς που συνέταξε ο ίδιος.


1. Μακάριο το σπίτι εκείνο όπου προσεύχονται, εκεί είναι η κατοικία του Κυρίου.


2. Μακάριο το σπίτι που δεν το αφήνουν για να συχνάσουν σε διεφθαρμένα ή επικίνδυνα κέντρα, εκεί μέσα θα βασιλεύει η χαρά.

Δευτέρα 6 Μαρτίου 2023

ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΟΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΑΘΕΟΥ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΑ ΜΕ ΙΕΡΕΑ!





Ένας ιερέας καθόταν στο κελί του και ξεχώριζε την αλληλογραφία του.

Ξαφνικά χωρίς την συνηθισμένη προσευχή μπήκε η νεοκώρος και ψιθύρισε πολύ έντονα σαν να έλεγε κάποιο μυστικό νέο το οποίο δεν θα’ πρεπε να ακούσει κάνεις : “Κάποιος άγνωστος φαίνεται από τους άρχοντες θέλει να σας μιλήσει. Δεν τον έχω ξαναδεί ούτε σε σας, ούτε στο ναό. Μάλλον είναι περαστικός”. “Άφησέ τον να μπεί”, είπε ο ιερέας.

Μέσα στο κελί μπήκε ένας ψηλός άνδρας με ίσια κορμοστασιά που θύμιζε πρώην στρατιωτικό. Ήταν άψογα αλλά σεμνά ντυμένος. Φαινόταν σαν να ήταν σιδερωμένος μαζί με το κοστούμι του πριν βγει απο το σπίτι. Ο ξένος κοίταξε ερευνητικά το δωμάτιο σαν να ήθελε να καταλάβει από την επίπλωση το πνεύμα και τον χαρακτήρα του κατόχου. Μετά χαιρέτησε, έβγαλε το καπέλο του και σταμάτησε στην πόρτα εν αναμονή για την πρόσκληση απο τον ιερέα να καθίσει.

Μπορούσε κανείς να διακρίνει την αριστοκρατική παιδεία μέσα στον ξένο. Παιδεία που δημιουργείται και καλιεργείται απο γενεά σε γενεά και κληρονομείται σαν το οικόσημο. Πάρα τα χρόνια του θα μπορούσε να πει κανείς ότι ήταν όμορφος αλλά ήταν η κρύα ομορφιά του αγάλματος, ανυπάκοη στον χρόνο και στην ζεστασιά του ήλιου.

Ο ιερέας του υπέδειξε την παλιά ξεθωριασμένη πολυθρόνα προορισμένη για τους επισκέπτες και είπε : “Παρακαλώ, καθίστε. Πώς μπορώ να σας εξυπερετήσω;”

Ο επισκέπτης κάθισε ακουμπώντας ελαφρά τα χέρια του στην πολυθρόνα. Δεν άρχισε να μιλάει αμέσως και έτσι ο ιερέας πρόλαβε να τον εξετάσει με το βλέμμα . Αισθανόταν ότι αυτός ο άνθρωπος γνωρίζει την αξία του και είναι συνηθισμένος να εξουσιάζει τους ανθρώπους με “σιδερένιο χέρι μέσα στο βελούδινο γάντι”. Οι τρόποι του ήταν κομψά και συγκρατημένα και το πρόσωπο ξεχώριζε απο έμφυτη ευγένια.

Φαίνεται ότι ήταν από κάποιο παλιό αριστοκρατικό γένος και σταγόνες από αίμα των Ριούρικ κυλούσαν στις φλέβες του. Μόνο τα σβησμένα γυάλινα μάτια του ήταν σε δυσαρμονία με ολόκληρη εικόνα – σαν να ήταν σκεπασμένα με σκοτεινό πέπλο και έκρυβαν κάποιο μυστικό της ψυχής του. Η ματιά που έριχνε ο επισκέπτης φαινόταν στον ιερέα να μοιάζει με χτύπημα ξίφους γρήγορο και απότομο, αλλά πολύ γρήγορα έσβηνε έχανε ζωντάνια και ο ιερέας έβλεπε μπροστά του δύο κόγχες ( κρανίου).

- Ποιο είναι το πρόβλημα που σας έφερε στο ταπεινό μου κελί- ρώτησε ο ιερέας – θα χαρώ πολύ αν καταφέρω να βοηθήσω.

- Έχω κάτι μεγαλύτερο από ένα πρόβλημα – απάντησε ο επισκέπτης – έχω την αίσθηση ότι είμαι στην θηλιά και ταλαντέυομαι ανάμεσα απο την ζωή και τον θάνατο. Με βασανίζει ο φόβος που μπήκε στην καρδιά μου εδώ και πολλά χρόνια. Είναι ο φόβος ότι μήπως και πράγματι ο Θεός υπάρχει. Η σκέψη ότι απαρνήθηκα Τον Ζωντανό Θεό με ακολουθεί σαν φάντασμα που εκδικήται για την πατροκτονία. Γεννήθηκα σε οικογένια όπου η πίστη ήταν μόνο εξωτερική παράδοση που μοιάζει με κουφό (μουντό) μακρινό ήχο της καμπάνας που έρχεται απο το βάθος του χρόνου – συνέχιζε ο επισκέπτης. Το θέμα της θρησκείας ποτέ δεν με ενδιέφερε. Από τα νεανικά χρόνια πίστευα ότι το πρόβλημα είναι λυμένο άνευ όρων και τετελεσμένα… Ο Νίτσε (βλάσφημος θεομάχος) έχει ένα περίεργο διήγημα για έναν τρελό που έτρεχε στους δρόμους και φώναζε : “Ο Θεός πέθανε! Τον σκοτώσατε !” Ο τρελός θρηνούσε το θάνατο του Θεού και κανένας δεν μπορούσε να τον παρηγορήσει. Για εμένα αυτό το διήγημα ήταν αλληγορικό – ο τρελός θρηνούσε την τρέλα του. Δεν είχα ποτέ παρόμοια συναισθήματα. Μου φαίνεται ότι γεννήθηκα ήδη άθεος.

Όμως μια φορα είχα έναν εφιάλτη : ονειρευόμουν ότι ήμουν μέσα σε ένα ακυβέρνητο διαστημόπλοιο και ξέρω ότι ποτέ πια δεν θα μπορέσω να επιστρέψω ότι χάθηκα στο απέραντο διάστημα ανάμεσα από αστέρια-γίγαντες από φωτιά και πάγο. Το διάστημα έγινε η δική μου παγίδα, λαβύρινθο χωρίς διέξοδο. Αισθανόμουν την θανατηφόρο παγωνιά και την αίσθηση απέραντης φρίκης ακόμα και όταν ξύπνησα. Για πολύ καιρό θυμόμουνα την εικόνα του διαστημόπλοιου που απομακρύνεται απο την γη η οποία αρχίζει να μετατρέπεται σε μια φωτεινή κουκίδα. Τα πιο σημαντικά πράγματα στην ζωή μου ήταν τα ανώτερα μαθηματικά και η φυσική που έγιναν και επάγγελμα μου. Εδώ είχα πολλές και γρήγορες επιτυχίες. Πολύ νέος είχα όλους τους ανώτερους επιστημονικούς τίτλους και ήμουν αρχηγός ενός πολύ μεγάλου ερευνητικού ιδρύματος. Δεύτερή μου αγάπη ήταν η λογοτεχνία που μου εμφύτευσαν οι γονείς. Έτσι πέρασαν πολλά ξένοιαστα χρόνια αλλά μετά συνέβη κάτι το απρόσμενο κι ακατανόητο. Σαν να άρχισε να τρέμει και να αγωνιά η γη κάτω από τα πόδια μου. Μια έμμονη σκέψη με πήρε στο κατόπι “Αν ο Θεός εντέλει υπάρχει;”! Δεν έβρισκα πουθενά την απάντηση. Οι εξισώσεις ήταν άφωνες και η λογοτεχνία που η απασχόληση της ήταν τα συναισθήματα και πάθη δεν μπορούσε να δώσει λύση σε οντολογικά προβλήματα. Με την εμφάνιση των πρώτων ανησυχιών σε σχέση με την ύπαρξη του Θεού άρχισα να διαβάζω αντιθρησκευτική λογοτεχνία για να στηρίξω την απιστία μου μα αυτό μόνο με απογοήτευσε. Διάβασα τον Μπάουερ, τον Ρενάν, τον Καούτσκι όμως βαρέθηκα γρήγορα. Δεν μπορούσαν να βγάλουν καμία άκρη ήταν απλώς “φτυσίματα στον ουρανό”. Απορούσα – ” Πως μπορούσαν οι διανοούμενοι μας να καταπίνουν τέτοια διαβάσματα;” Δεν εννοούσα τον αθεϊσμό διότι παραμένω και είμαι άθεος αλλά τις λυπητερές απολογίες του. Μετά καταπιάστικα με την φιλοσοφία αλλά και εκεί δεν έβρισκα αποδείξεις, οι λογικές συρραφές δεν ήταν γερές. Όλα αυτά τα συγγράμματα μού φαινόντουσαν σαν πύργοι χωρίς θεμέλια κρεμασμένοι στον αέρα…

Περνούσαν ολόκληρες νύχτες διαβάζοντας τα υπέρ πολύπλοκα βιβλία της φυσικής και μαθηματικής θεωρίας αλλά ούτε εκεί δεν έβρισκα απάντηση. Όχι σπάνια οι συγγραφείς χρησιμοποιούσαν την λέξη “θεός” αλλά ήταν θεός που δεν άρχιζε από κεφαλαίο γράμμα. Θεός σαν δυνατότητα των αριθμών, αρχική ουσία του κόσμου, νοερουσία του σύμπαντος, αρχή της πανσυμπαντικής αρμονίας, κάποιος πρωτόγονος νους και λογική του σύμπαντος αλλά και αυτά παρέμεναν χωρίς αποδείξεις. Με έχουν παρασύρει αυτά τα συγγράμματα γιατί μου άρεσε το θάρρος της ανθρώπινης σκέψης που προσπαθούσε να πιάσει την αρχή και το τέλος της κοσμογονίας μου άρεσε η διαστημική κλίμακα των υποθέσεων που έμοιαζαν με τρέλα. Πρέπει να πω ότι πάντα θαύμαζα την ομορφιά της μαθηματικής. Για μένα ήταν ποίηση όπου οι αριθμοί ακούγονται σαν ρυθμοί και ομοιοκαταλήξεις και δημιουργούν στίχους και στροφές. Που οι εξισώσεις τραγουδάνε σαν χορδές του βιολιού και μαθηματικοί υπολογισμοί λάμπουν σαν αστερισμοί στον νυχτερινό ουρανό. Αϊνστάιν ήταν για μένα ο Ντοστογιέφσκι της φυσικής και ο Λομπατσεφσκί – Χλέμπνικωφ της γεωμετρίας. Όμως έπιανα τον εαυτό μου πάνω στην σκέψη ότι είμαι μαγεμένος με το παιχνίδι του μυαλού, ότι βρίσκομαι πίσω από την επιφάνεια του καθρέφτη και γυρνάω μέσα στο χορό μαζί με ύπουλες σκιές της αλήθειας. Σκεφτόμουν ότι αυτός ο θαυμασμός είναι ένα είδος διανοητικής τοξικομανίας μια απόπειρα να πνίξουν τον φόβο εμπρός στην πιθανότητα ύπαρξης του Θεού.

- Ήρθατε σ΄εμένα – είπε ο ιερέας – για να βεβαιωθείτε για ακόμα μια φορά ότι δεν υπάρχουν αποδείξεις για την πίστη και να καθησυχάσετε τον εαυτό σας με την ήττα μου; Εγώ όμως θα σας πω κάτι τελείως διαφορετικό : εάν μπορούσα να αποδείξω την ύπαρξη του Θεού αυτό θα αποδείκνυε την ανυπαρξία του Θεού, τουλάχιστον για μένα.

- Δεν καταλαβαίνω τι σημαίνουν τα λόγια σας, – ρώτησε ο επισκέπτης,- φυγή από την απάντηση, ένα παράδοξο ρητό στο στυλ του Όσκαρ Ουάιλντ, η θέση της διαλεκτικής του Χέγκελ για την ομοιότητα των αντιθέτων;

Ο ιερέας απάντησε :

- Θα ήθελα πρώτα να σημειώσω ότι η θέση για τις ομοιότητες ανάμεσα στα αντίθετα δεν είναι του βερολινέζου καθηγητή αλλά στην πραγματικότητα η αποκρυφυστική διδασκαλία των ιερέων της Εφέσου, μυσταγωγία και μυστήριό τους. Πρώτος που το ανέβασε στην φιλοσοφική στοά από το υπόγειο του ναού της Αρτέμιδος ήταν ο Ηράκλειτος – απόγονος των ιερέων της Εφέσου ο οποίος αντάλλαξε την μύηση του ιεροφάντη με την κάπα του φιλοσόφου. Αυτή η διδασκαλία δηλώνει ότι το καλό και το κακό, φως και σκότος, πληρότητα και μηδέν, ναι και όχι, Θεός και διάβολος είναι ενωμένοι. Οι μαρξιστές λένε ότι αυτή η ομοιότητα είναι η ψυχή της “διαλεκτικής”. Συνεπώς μπορούμε να πούμε ότι ο Χεγκελισμός και ο Μαρξισμός έχουν αποκρυφιστική βάση και δαιμονική πλευρά. Το μυστήριο της διαλεκτικής είναι αιματηρή φλόγα και εκατόμβες των επαναστάσεων.

Τώρα θα προσπαθήσω να απαντήσω στην ερώτηση σας, – συνέχισε ο ιερέας. – Εάν οι συνειδητές μου αντιλήψεις που αποτελούνται από κάποιες γνώσεις που αποκόμισα στην διάρκεια μερικών δεκαετιών, μπορούσαν να χωρέσουν, να ορίσουν και να κατανοήσουν το Απόλυτο. Τι ασήμαντο και λυπητερό θα ‘πρεπε να είναι αυτό το ων που μπορεί και χωράει μέσα στον τόσο περιορισμένο και ατελή δικό μου νου! Σκεφτείτε τι σημαίνει η λέξη “πίστη”; Πίστη είναι η περιοχή του μυστηρίου. Όπου υπάρχουν αποδείξεις δεν υπάρχει πίστη. Εκεί στην θέση της πίστης μένει η γνώση, η Αποκάλυψη αντικαταστάται με την λογική, δόγματα – με συλλογισμούς, μεταφυσική – με φυσική, μυστική – με επίπεδες έννοιες. Το οφθαλμοφανές πια δεν είναι η πίστη αλλά η καταγραφή γεγονότων.

- Εσείς λέτε ότι η πίστη δεν έχει αποδείξες,- διαφώνησε ο επισκέπτης,- τότε σε τι να πιστεύουμε : στο απόλυτο σκοτάδι του σκεπτικισμού, όπου είναι οι συνεχόμενες αρνήσες που φτάνουν μέχρι άρνηση της ίδιας της άρνησης, όπως στον Σέξτο Εμπειρικό;

- Η Πίστη έχει αναμφίβολες και αναμφισβήτητες αποδείξες διαφορετικού χαρακτήρα,- απάντησε ο ιερέας. Είναι η διαισθητική διείσδυση στον υπέρ λογικό άυλο κόσμο, επικοινωνία του ανθρώπου (ως περιορισμένης προσωπικότητας) με Τον Θεό (Απόλυτης Προσωπικότητας), είναι η πραγματική μυστηριακή εμπειρία η οποία αποκτιέται από άμεση επαφή με τον πνευματικό κόσμο, είναι εσωτερική αίσθηση της ψυχής, η υποκειμενική γνώση που θα την έλεγα και οικεία (ιδιαίτερη). Εδώ γίνεται κοινωνία με την Θεία Χάρη που στην δική σας γλώσσα λέγεται – ενέργειες ανωτέρας φύσεως. Στην κοινωνία με τον Θεό αλλάζει ο ίδιος άνθρωπος, ως υποκείμενο γνώσης και ο πνευματικός του ορίζοντας διευρύνεται αμέτρητα. Πρέπει να θυμόμαστε ότι η ψυχή του ανθρώπου είναι πιο βαθιά από την λογική του και η γνώση καταλαμβάνει την σφαίρα των συναισθημάτων όπου η Διάχυτη Αγάπη είναι μια από τις βασικές δυνάμεις κατανοήσεως που ενώνει το Άπειρο με το περιορισμένο, Τον Ζωντανό Θεό με τον άνθρωπο.

- Ομολογώ ότι αιφνιδιάστηκα, – είπε ο επισκέπτης,- θα σκεφτώ αυτά που μου είπατε αλλά χρειάζομαι χρόνο γι’ αυτό. Πρόσφατα είχα μια συζήτηση με έναν συνάδελφό σας τον οποίο μπορώ να χαρακτηρίσω ως “διανοούμενο στο ράσο”. Άρχισε να μου αποδεικνύει την ύπαρξη του Θεού βασίζοντας στην θεωρία της σχετικότητας του Αϊνστάιν και στην μηχανική των κβάντα του Γκαίνσμπεργκ. Είχε πολύ ενθουσιώδης και νικηφόρο τόνο και σήκωνε ακόμα και το δάχτυλό του σαν δάσκαλος. Μπερδευόταν και έκανε λάθη συνέχεια προσπαθώντας να μου εξηγήσει τον Αϊνστάιν σαν να ήμουν μαθητής, χωρίς να υποψιαστεί ότι τα μαθηματικά και η φυσική είναι το επάγγελμα μου. Τον λυπόμουνα πραγματικά. Ύστερα του έγραψα ένα γράμμα όπου έκανα προσπάθεια να του εξηγήσω πόσο άσχημα γνωρίζει την θεωρία της σχετικότητας και τον συμβούλεψα να μην ασχολείται άλλο με τον Αϊνστάιν για να μην πνιγεί μέσα στις “σχετικότητες”. Πολύ σύντομα έλαβα την απάντησή του όπου με ευχαριστούσε για κατά την γνώμη του πολύ εποικοδομητικές παρατηρήσεις.

Ο επισκέπτης κοίταξε το ρολόι του και είπε:

- Επιτρέψτε μου να σας κάνω και άλλη μια ερώτηση : γιατί δεν φανερώνεται ο Θεός στον κόσμο, για να σβήσει οποιεσδήποτε αμφιβολίες σχετικές με την ύπαρξη Του για να Τον βλέπουμε σαν τον ήλιο ή τα αστέρια; Θα είχαν εξαφανιστεί πολλά προβλήματα και η ζωή θα ήταν πιο απλή.

- Ο Θεός κρύβει το πρόσωπό Του στα νέφη για να μην στερήσει στον άνθρωπο την δυνατότητα επιλογής ανάμεσα στην πίστη και απιστία και να επιτρέψει στον άνθρωπο να λύσει το υπαρξιακό πρόβλημα αυτόνομα, -απάντησε ο ιερέας. Αν δεν υπήρχε τέτοια επιλογή τότε η πίστη σαν ελεύθερη πράξη της ψυχής δεν θα μπορούσε να υπάρχει και στην θέση της θα έμπαινε το ηθικά αδιάφορο ολοφάνερο. Ο Θεός δεν μας έβαλε μπροστά στο αναπόφευκτο γεγονός της ύπαρξης Του. Ήθελε να είναι ο εσωτερικός παράγοντας της ανθρώπινης ψυχής. Θέλει να Τον ψάχνουμε με την ελεύθερή μας βούληση, να προσελκυόμαστε σ’ Αυτόν, να διψάμε γι’ Αυτόν. Θέλει να είναι η αγάπη της καρδιάς μας και όχι το αποτέλεσμα μιας λογικής μας ανάλυσης. Ο Θεός μας έδωσε την δυνατότητα της προσωπικής επαφής μαζί Του – το πιο άξιο και ανώτερο που μπορει να υπάρχει ανάμεσα από τον Δημιουργό και το δημιούργημα. Την σχέση του Θεού με το κόσμο μπορούμε να δούμε σαν την σχέση του μάστορα και του προϊόντος. Αλλά ο άνθρωπος δεν είναι προϊόν είναι η αντανάκλαση του Θεού στην γη. Αν ο άνθρωπος δεν είχε την ελεύθερη βούληση τότε δεν θα ήταν εικόνα του Θεού. Χωρίς την ελευθερία δεν υφίσταται η ύπαρξη του καλού υπάρχει αναγκαιότητα. Χωρίς προσωπική ελευθερία δεν υπάρχει αγάπη και χωρίς την πνευματική αγάπη δεν μπορεί να υπάρχει η θέωση σαν ένωση του ανθρώπου με τον Θεό. Πιστεύω θα συμφωνίσετε ότι ακόμα κα ο πιο δυστυχής άνθρωπος δεν θα ήθελε να ανταλλάξει την θέση του με ένα ευτυχισμένο ζώο.



- Πράγματι ,- χαμογέλασε ο ξένος, – παρά τα βάσανά μου δεν θα ήθελα να μεταμορφωθώ σε ένα γάιδαρο χωρίς βάσανα και ικανοποιημένο από την ζωή του! Τι θα μπορούσατε να με συμβουλέψετε αν και δεν υπόσχομαι ότι θα εκπληρώσω την συμβουλή σας;

Ο ιερέας απάντησε:

- Μου φαίνεται ότι η δική σας άρνηση του Θεού στην πραγματικότητα είναι κρυφή και βαθιά αποθυμία (νοσταλγία) για τον Θεό την οποία την αισθάνεστε σαν πόνο που δεν μπορείτε να καταλάβετε από που προέρχεται. Η καρδιά σας θρηνεί την μοναξιά της σαν το μωρό στην κούνια του που θρηνεί για την ζεστασιά της μητέρας. Και ο νους σας είναι πετρωμένος μέσα στην υπερηφάνεια του γοητευμένος απο την νεκρή λάμψη του Εωσφόρου αντιστεκόμενος στην καρδιά απαντάει (στην καρδιά): “Σώπασε και άσε με στα χέρια του κακού δαίμονα της ζωής μου, δεν θέλω ούτε τον Θεό ούτε καμία άλλη δύναμη να μ’ εξουσιάζει. Για ποια αιώνια ζωη μου μιλάς; Το μέλλον του σύμπαντος είναι μαύρη διαστημική τρύπα όπου σαν σκιές θα εξαφανιστούν οι κόσμοι και θα εξαφανιστεί η ίδια η ύλη, θα τελειώσει ο χρόνος αλλά δεν θα έρθει η αιωνιότητα. Θα γίνει η αποκορύφωση του σύμπαντος που είναι το μέγα Τίποτα”.

Ο επισκέπτης απόρησε και είπε:

- Δηλαδή κρυφοακούσατε τον διάλογο μου με τον εαυτό μου; Ή σας φανερώθηκαν τα όνειρα μου;

- Όχι, απλώς γνωρίζω πολύ λίγο την εσχατολογία του αθεϊσμού , – απάντησε ο ιερέας, – είναι σατανικό μυστήριο γενικού χαμού. Και σαν συμβουλή σας ζητώ να αποσυνδέεστε από την ροή των σκέψεών σας τουλάχιστον μια φορά την ημέρα και από καρδιά να λέτε: “Θεέ, εάν είσαι υπαρκτός, φανέρωσε Τον Εαυτό Σου σ’ εμένα. Χωρίς Εσένα δεν μπορώ να Σε βρω!”.

Ο επισκέπτης ευχαρίστισε τον ιερέα για την συζήτηση αποχαιρέτησε και βγήκε έξω. Από πουθενά ξεφύτρωσε ένα αυτοκίνητο, ο οδηγός γρήγορα άνοιξε την πόρτα και με σεβασμό κάθιζε τον επισκέπτη μέσα σαν τον πρίγκιπα στην άμαξα. Την επόμενη στιγμή το αυτοκίνητο εξαφανίστηκε στην στροφή.



Κυριακή 5 Μαρτίου 2023

Πρόσεξε την ψυχή σου...





 (μία διδακτική και ωφέλιμη ιστορία)

Κάποτε ήταν ένας βασιλιάς, ο οποίος είχε ένα γιο πονηρό. Έχοντας χάσει κάθε ελπίδα για αλλαγή προς το καλύτερο, ο πατέρας καταδίκασε τον γιο του σε θάνατο. Του έδωσε ένα μήνα περιθώριο για να προετοιμαστεί.
 Πέρασε ο μήνας, και ο πατέρας ζήτησε να παρουσιασθεί ο γιος του. Προς μεγάλη του έκπληξη, παρατήρησε πως ο νεαρός ήταν αισθητά αλλαγμένος: το πρόσωπό του ήταν αδύνατο και χλωμό, και ολόκληρο το κορμί του έμοιαζε να είχε υποφέρει.
«-Πώς και σου συνέβη τέτοια μεταμόρφωση, γιέ μου;», ρώτησε ο πατέρας.
«-Πατέρα μου και κύριέ μου», απάντησε ο γιος, «πώς είναι δυνατόν να μην έχω αλλάξει, αφού η κάθε μέρα με έφερνε πιο κοντά στον θάνατο;».
«-Καλώς, παιδί μου», παρατήρησε ο βασιλιάς. «Επειδή προφανώς έχεις έρθει στα συγκαλά σου, θα σε συγχωρήσω. Όμως, θα χρειαστεί να τηρήσεις αυτή την διάθεση επιφυλακής της ψυχής σου, για την υπόλοιπη ζωή σου».
«-Πατέρα μου», απάντησε ο γιος, «αυτό είναι αδύνατο. Πώς θα μπορέσω να αντισταθώ στα αμέτρητα ξελογιάσματα και τους πειρασμούς;».
Ο βασιλιάς τότε διέταξε να του φέρουν ένα δοχείο γεμάτο λάδι, και είπε στον γιο του: Πάρε αυτό το δοχείο, και μετάφερέ το στα χέρια σου, διασχίζοντας όλους τους δρόμους της πόλεως. Θα σε ακολουθούν δύο στρατιώτες με κοφτερά σπαθιά. Εάν χυθεί έστω και μία σταγόνα από το λάδι, θα σε αποκεφαλίσουν».
Ο γιος υπάκουσε. Με ανάλαφρα, προσεκτικά βήματα, διέσχισε όλους τους δρόμους της πόλεως, με τους στρατιώτες να τον συνοδεύουν συνεχώς, και δεν του χύθηκε ούτε μία σταγόνα. Όταν επέστρεψε στο κάστρο, ο πατέρας τον ρώτησε:
«-Γιέ μου, τι πρόσεξες καθώς τριγυρνούσες μέσα στους δρόμους της πόλεως;».
«-Δεν πρόσεξα τίποτε».
«-Τι εννοείς, ‘τίποτε’;», τον ρώτησε ο βασιλιάς. «Σήμερα ήταν μεγάλη γιορτή. Σίγουρα θα είδες τους πάγκους που ήταν φορτωμένοι με πολλές πραμάτειες, τόσες άμαξες, τόσους ανθρώπους, ζώα».
«-Δεν είδα τίποτε απ’ όλα αυτά», είπε ο γιος. «Όλη η προσοχή μου ήταν στραμμένη στο λάδι μέσα στο δοχείο. Φοβήθηκα μην τυχόν μου χυθεί μια σταγόνα και έτσι χάσω τη ζωή μου».
«-Πολύ σωστή η παρατήρησή σου», είπε ο βασιλιάς. «Κράτα λοιπόν αυτό το μάθημα κατά νου, για την υπόλοιπη ζωή σου. Να τηρείς την ίδια επιφυλακή για την ψυχή μέσα σου, όπως έκανες σήμερα για το λάδι μέσα στο δοχείο. Να στρέφεις τους λογισμούς σου μακριά από εκείνα που γρήγορα παρέρχονται, και να τους προσηλώνεις σε εκείνα που είναι αιώνια. Θα είσαι ακολουθούμενος, όχι από οπλισμένους στρατιώτες, αλλά από τον θάνατο, στον οποίον η κάθε μέρα μας φέρνει πιο κοντά. Να προσέχεις πάρα πολύ να φυλάς την ψυχή σου από όλους τους καταστροφικούς πειρασμούς».
Ο γιος υπάκουσε τον πατέρα, και έζησε έκτοτε ευτυχής.

«Γρηγορειτε, στήκετε ἐν τῇ πίστει, ἀνδρίζεσθε, κραταιουσθε».

Γιατί λες "Δόξα τω Θεώ" (;)





Έξω βροχή, πλημμύρα. Άνθρωποι λίγοι αλλά βιαστικοί προσπαθούν να αποφύγουν τις ουράνιες στάλες νερού. Ο ήλιος έχει μέρες να φανεί. Τα φώτα του δρόμου δεν καίνε πια, σημείο ότι είναι ημέρα…μα είναι σαν να μην ξημέρωσε ποτέ.

Το δωμάτιο σκοτεινό με ανταύγειες χρωμάτων από το φως του καντηλιού. Και εγώ ομιλώ με μια γλυκιά μελαγχολία, με την θυγατέρα του φθινοπώρου και της σιωπής.

Ρουφώ τον χρόνο παρατηρώντας το τρέμουλο της φλόγας του καντηλιού, το οποίο καθώς χορεύει λες και παρασύρει μαζί του και τα πρόσωπα τα άγια, τα σώματα εκείνων που στέκουν καθαρμένα με την μετάνοια, αποτυπωμένα στα χρώματα του αγιογράφου.


ΜΗΝ ΑΡΑΔΙΑΖΕΙΣ ΣΤΟΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΣΟΥ ΚΟΥΦΙΕΣ ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΙΕΣ



ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ

Κάποτε νεαρός δόκιμος δοκιμάζεται σφόδρα από πειρασμούς πορνείας.
Τρέχει στον πνευματικό του.
- Τίμιε πάτερ, φλόγες κολάσεως στο κορμί μου! Βασανίζομαι από πορνικούς διαλογισμούς.

Ο γέροντας δίνει πολλά φάρμακα: νηστεία, αγρυπνία, προσευχή, μελέτη, εργασία.

Ο νέος πριν φύγει παρακαλεί τον πνευματικό του:

Δευτέρα 20 Φεβρουαρίου 2023

Κύριε εγώ ως άνθρωπος αμαρτησα, εσύ ως Θεός λυπήσου με...







Έλεγαν για κάποιον αββά Απολλώ στην Σκήτη, ότι όταν ήταν στον κόσμο ήταν τσοπάνος αγροίκος (άξεστος και αφελής). Και συνέβη κάποτε να δει στο χωράφι κάποια γυναίκα έγκυο, και κυριευμένος από την ενέργεια του Διαβόλου είπε: «Θέλω να δω πώς είναι τοποθετημένο το βρέφος στην κοιλιά της». Και αφού την ξέσχισε, είδε το βρέφος. Και αμέσως ένιωσε χτύπημα στην καρδιά του και με συντριβή ήλθε στη Σκήτη και ανέφερε στους πατέρες αυτή την πράξη του.
Τους άκουσε να ψάλλουν: «οι ημέρες τής ζωής μας είναι εβδομήντα χρόνια, και όταν οι δυνάμεις μας είναι μεγάλες, ογδόντα χρόνια το παραπάνω από αυτά είναι κόπος και πόνος». Και τους είπε: «Είμαι σαράντα χρονών, και δεν έχω κάνει ούτε μία προσευχή. Και τώρα, αν ζήσω άλλα σαράντα χρόνια, δεν θα παύσω να προσεύχομαι στον Θεό να μου συγχωρήσει τίς αμαρτίες μου».



Και, πράγματι, δεν ασχολιόταν ούτε με εργόχειρο, αλλά πάντοτε προσευχόταν λέγοντας: «Αμάρτησα ως άνθρωπος, λυπήσου με ως Θεός!»(«εγώ μεν ως άνθρωπος ήμαρτον,Συ δε ως Θεός ελέησον»). Και ή ευχή αυτή έγινε ή μελέτη του νύκτα και ήμερα. Υπήρχε κάποιος αδελφός πού έμενε μαζί του και τον άκουσε να λέγει: «Σε ενόχλησα, Κύριε, άφησε με λίγο ν’ αναπαυθώ».
Και του δόθηκε «πληροφορία» ότι ό Θεός του συγχώρησε όλες τίς αμαρτίες του, ακόμη και τον φόνο τής γυναίκας. Για το παιδί όμως δεν έλαβε «πληροφορία». Και του είπε κάποιος από τους γέροντες: «Και τον θάνατο του παιδιού σου τον συγχώρησε ό Θεός, αλλά σ’ αφήνει, στον πόνο, γιατί συμφέρει στην ψυχή σου».
Ό ίδιος είπε για την υποδοχή των αδελφών, ότι πρέπει να προσκυνούμε τους αδελφούς που έρχονται να μας επισκεφθούν, επειδή δεν προσκυνούμε αυτούς, αλλά τον Θεό. «Γιατί, λέγει, είδες τον αδελφό σου, είδες τον Κύριο τον Θεό σου και αυτό, λέγει, το πήραμε από τον Αβραάμ. Και όταν δέχεσθε (τους αδελφούς), να τους πιέζετε να αναπαυθούν γιατί κι αυτό το μάθαμε από τον Λωτ πού πιεστικά φιλοξένησε τους αγγέλους».

(Από την «Φιλοκαλία…» της σειράς Ε.Π.Ε., Αποφθέγματα Γερόντων, τόμ. 1, σελ.153-Ί57.)

Πέμπτη 14 Οκτωβρίου 2021

ΦΩΝΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ


Διήγησις τῶν θαυμασίων τοῦ Θεοῦ

Ὑπὸ Ὁσιωτ. Μοναχοῦ Ἰωάννου Παπαλεοντίου (Κυπρίου)
Πρὸ δύο περίπου μηνῶν ἐπεσκέφθην τὴν φιλόχριστον Πάρον. Μεταξὺ τῶν ἄλλων, μετέβην καὶ εἰς τὴν Ἱ. Μονὴν Λογγοβάρδας. Ὁ γηραιὸς Ἡγούμενος αὐτῆς πατὴρ Φιλόθεος μοὶ ἐδιηγήθη τὸ ἑξῆς:
Ὅταν ἤλλαξαν τὸ Ἡμερολόγιον ἐπῆγε νὰ συναντήσῃ τὸν Χρυσόστομον Παπαδόπουλον, ὅστις ἦτο πρωτεργάτης τῆς Καινοτομίας. Ἦτο πολὺ γνωστός του καὶ ὑπῆρχε οἰκειότης μεταξύ των. Ἐκείνην τὴν φορὰν μόλις τὴν εἶδεν ἀνέκραξεν:
-Ἀμὰν πάτερ Φιλόθεε, σῶσε με, χάνομαι. Ἄχ τί ἔκανα ν’ ἀλλάξω τὸ Ἡμερολόγιον!
Δηλαδὴ τὸ ἀντελήφθη ὅτι κακῶς ἐχάλασε τὸν αἰωνόβιον θεσμὸν τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ ὅπως ὁ Ἰούδας ἀνεφώνησε μὲν τὸ ἥμαρτον, ἀλλ΄ ἀπελθὼν ἀπήγξατο.
Μετὰ τινὰς ἡμέρας εὑρέθην εἰς τὴν [νῆσον] Πάτμον. Εἶναι ἀσυλλήπτου μεγαλοπρεπείας τὸ Σπήλαιον καὶ τὰ κειμήλια τοῦ ὑψηπετοῦς Εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου. Δέος καταλαμβάνει τὴν ψυχὴν καὶ ρῖγος περιτρέχει τὸ σῶμα.
spilia ag ioanni1
Εἰς τὴν Ἱ. Μονὴν τοῦ Θεολόγου παρεκάλεσα τοὺς Γέροντας νὰ μοὶ διηγηθοῦν καμμίαν ἀξιόλογον ἱστορίαν. Εἷς ἐξ αὐτῶν ἐτῶν 70 μοὶ ἀφηγήθη τὸ ἑξῆς ἀλησμόνητον Θαῦμα:
Κατὰ τὴν 8ην Μαΐου, ὅτε τελεῖται ἡ Ἑορτὴ τοῦ Ἁγίου, ἀνέβλυζεν ἐκ τοῦ Σπηλαίου Ἁγίασμα. Ἀλλά, πάτερ μου, μοὶ λέγει, δυστυχῶς! Ἀπὸ τότε ποὺ ἔβαλαν τὸ φράγγικον Ἡμερολόγιον, ὤ τῆς συμφορᾶς μας, τὸ Ἁγίασμα ἐσταμάτησεν. Καὶ οἱ ὀφθαλμοὶ τοῦ Γέροντος Μοναχοῦ ἐδάκρυσαν ἀπὸ τὴν συγκίνησιν.
Ἕτερος Μοναχός, ὀνόματι Ἐπιφάνιος, μοῦ εἶπε διὰ τὸν νεωτεριστὴν καὶ μασῶνον [Μελέτιον] Μεταξάκην, ὅτι ὅταν ἐπεσκέφθη τὸν πατέρα του εἰς τὴν Κρήτην, ὁ γέρων τοῦ εἶπε: Υἱέ μου, καθὸ Πατριάρχης μᾶς ἐτίμησες, ἀλλ᾿ ὅσον διὰ τὸ Ἡμερολόγιον ποὺ χάλασες, ἄν δὲν τὸ ἐπαναφέρῃς, νὰ ἔχῃς τὴν κατάρα μου! Οὕτω καὶ ἐγένετο. Ὅταν ἤνοιξαν τὸν τάφον τοῦ Μεταξάκη, τὸν εὗρον μαῦρον, σκοτεινὸν καὶ ἄλυτον, τοῖς πᾶσι φοβερὸν θέαμα.
Τοῦτο ὀφείλεται ὄχι μόνον εἰς τὴν πατρικὴν κατάραν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν παράβασιν τῆς Ἀποστολικῆς ἐντολῆς: «εἴ τις ὑμᾶς εὐαγγελίζεται παρ΄ ὅ παρελάβετε, ἀνάθεμα ἔστω»!

(«Ἡ Φωνὴ τῆς Ὀρθοδοξίας», ἀρ.τ. 327 / 7-12-1959, σελ. 6)
http://ecclesiagoc.gr

Παρασκευή 5 Φεβρουαρίου 2016

Το κρανίο

ΔΙΗΓΗΘΗΚΕ ο άββάς Μακάριος ότι, περπατώντας κάποτε στην έρημο, βρήκε πεσμένο στο χώμα το κρανίο ενός νεκρού. και καθώς το σκούντησε με το φοινικένιο ραβδί του, άκουσε φωνή άπ' αυτό. το ρώτησε: Ποιος είσαι συ;
Εγώ, αποκρίθηκε το κρανίο, ήμουν αρχιερέας των ειδώλων και των ειδωλολατρών πού έμεναν σ' αυτόν τον τόπο. Κι εσύ είσαι ο πνευματοφόρος Μακάριος. Μάθε λοιπόν ότι οποιαδήποτε ώρα σπλαχνιστείς όσους βρίσκονται στην κόλαση και προσευχηθείς γι' αυτούς, παρηγορούνται λίγο.
Ποία είναι ή παρηγοριά και Ποία ή κόλαση; ρώτησε ο γέροντας.
Όσο απέχει ο ουρανός από τη γη, απάντησε το κρανίο, τόσο είναι το βάθος της φωτιάς πού βρίσκεται από κάτω μας σ' αυτή τη φωτιά είμαστε χωμένοι από τα πόδια μέχρι το κεφάλι μας. Και δεν μπορεί κανείς με το πρόσωπό του ν' αντικρίσει το πρόσωπο του αλλού, γιατί οι ράχες μας είναι κολλημένες μεταξύ τους. Όταν λοιπόν προσεύχεσαι για μας, βλέπει λιγάκι ο ένας το πρόσωπο του αλλού. Αυτή είναι ή παρηγοριά.
Μόλις άκουσε αυτά ο γέροντας, αναστέναξε βαθιά και είπε:
Αλίμονο στη μέρα πού γεννήθηκε ο άνθρωπος ο αμαρτωλός.
Καλύτερα θα ήταν να μην είχε γεννηθεί, όπως είπε και για τον 'Ιούδα ο Κύριος (Ματθ. 26:24).
Ύστερα στράφηκε προς το κρανίο: - Υπάρχει άλλο χειρότερο βάσανο; - Κάτω από μας υπάρχει μεγαλύτερη κόλαση. - και ποιοι βρίσκονται εκεί;
- Εμείς, είπε το κρανίο, μιας και δεν γνωρίσαμε το Θεό, ελεούμαστε έστω και λίγο. Αυτοί όμως πού γνώρισαν το Θεό και μετά τον αρνήθηκαν και δεν έκαναν το θέλημά Του, αυτοί βρίσκονται κάτω από μας και κολάζονται χειρότερα. Πήρε λοιπόν ο γέροντας το κρανίο, το έχωσε στο χώμα και προχώρησε.

Σάββατο 30 Ιανουαρίου 2016

Τα παιδάκια του σωλήνα και η… Μπουμπουλίνα

Γράφει ο Δημήτρης Νατσιός.
sxoleio-paidia
«Αχ, τα παιδάκια του σωλήνα
ποτέ δεν βγήκατε ταξίδι
εκεί που ζούσε η Μπουμπουλίνα
Ύδρα, Ψαρά και Γαλαξίδι»
Νικ. Γκάτσος

Μεγάλη πνευματική φυσιογνωμία, ο Γιάννης Βλαχογιάννης (1867-1945), κολοσιαία η προσφορά του στην νεοελληνική ιστορία, ιδίως του Εικοσιένα.
Καρπός της πολύχρονης και ασίγαστης προσπάθειάς του για την ανάδειξη της Παλιγγενεσίας ήταν, μεταξύ άλλων, η ανακάλυψη, η αποκρυπτογράφηση, λόγω της δύστροπης γραφής, και η έκδοση των απομνημονευμάτων του Μακρυγιάννη (1907), η βιογραφική αρχειακή μελέτη του για τον Καραϊσκάκη, την οποία έγραψε με τρεμάμενα χέρια, εν μέσω της βαρυχειμωνιάς της Κατοχής (1943), και πολλά άλλα σπουδαία έργα, με τα οποία ξαναζωντανεύει, με την στιβαρή και πλούσια, δημώδη γλώσσα του, τα «Μεγάλα Χρόνια». Έτσι, «Μεγάλα Χρόνια», τιτλοφόρησε κι ένα εξαιρετικό βιβλίο του, το οποίο εκδόθηκε το 1930. Το συγκεκριμένο βιβλίο περιέχει μικρές ιστορίες από το αθάνατο ’21, οσμή ευωδίας …ηρωικής, μοσχοβολά το ολιγοσέλιδο αυτό πετράδι, μεταλλείο πολύτιμο, για όσους κατανοούν ότι η παράδοσή μας είναι η ρίζα και το θεμέλιο του εθνικού μας βίου.

Πολλές φορές αποσπώ από το βιβλίο, ιστορίες του Βλαχογιάννη και τις διδάσκω στους μαθητές μου, να γνωρίσουν τα παιδιά ότι κάποτε σε τούτο τον κατασυκοφαντημένο τόπο, ζούσαν άνθρωποι, απροσκύνητοι και αδούλωτοι λεβέντες, που ανέβαιναν στα κορφοβούνια για, «Να ‘χουν τα βράχια αδέρφια τους, τα δέντρα συγγενάδια,/ να τους ξυπνούν οι πέρδικες, να τους κοιμούν τα αηδόνια/και στην κορφή της Λιάκουρας να κάνουν το σταυρό τους…».


Χρόνια ζητιανεύουμε στα ξένα παζάρια, ελεεινά ψίχουλα πνευματικής ζωής και τροφής, περιφρονώντας τα τιμαλφή, τα ατίμητα πλούτη της εθνικής μας παράδοσης, γι’ αυτό και καταντήσαμε «των Ευρωπαίων περίγελα και των αρχαίων παλιάτσοι».
Αφήσαμε κι όλο αυτό το νεοταξικό κηφηναριό, να διοχετεύσει τις κουτσουλιές του μες στην εκπαίδευση, να «μορφώνουμε» ραγιάδες, «σκυφτούς για το χαράτσι» όπως γράφει ο Παλαμάς στο έξοχο ποίημά του «Γύριζε».

Πέμπτη 6 Αυγούστου 2015

ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΟΝ ΤΡΙΧΡΟΝΟ ΧΡΙΣΤΟ



Κάποια κόρη, ενάρετη και ευλαβής, είχε πολύ πόθο να δει τον Κύριο παιδί τριών χρόνων, όπως Αυτός ήταν κατά σάρκα, όταν άρχισε να μιλάει. Προσευχήθηκε, λοιπόν, πολλές φορές στον Κύριο γι’ αυτό το θέμα. Τελικά, την άκουσε ο Πανοικτίρμων και Πολυέλεος Χριστός.
Μια μέρα πήγε στην εκκλησία να λειτουργηθεί· και όταν τελείωσε η Λειτουργία και έφυγε όλος ο λαός, έμεινε αυτή και προσευχόταν προς την Παναγία με ευλάβεια και κατάνυξη μέχρι την ώρα του γεύματος, όπως είχε πάντοτε συνήθεια να κάνει, λέγοντας τον «Αρχαγγελικό Χαιρετισμό» (=το: «Θεοτόκε Παρθένε») και όσα άλλα ήξερε, μελετώντας του Κυρίου τα θεία Μυστήρια, δηλαδή τη Σάρκωση, το Πάθος και την Ανάσταση.
Καθώς, λοιπόν, στεκόταν σε αυτή τη θεία μελέτη και την ουράνια θεωρία, είδε εκεί ένα παιδί περίπου τριών χρόνων που περιφερόταν γύρω από την αγία Τράπεζα, το οποίο έδειχνε πολύ όμορφο και ενδοξότατο. Και αυτή, επειδή νόμιζε ότι ήταν το παιδί κάποιου άρχοντα που το άφησαν εκεί από απροσεξία, το πήρε και έπαιζε μαζί του και το καταφιλούσε πολλή ώρα και το αγκάλιαζε, γιατί φαινόταν πολύ ωραίο και πιο χαριτωμένα απ’ όλα τα νήπια. Και όταν το ρώτησε ποιανού παιδί ήταν, αυτό δεν αποκρίθηκε καθόλου, μόνο την κοίταζε με βλέμμα γλυκύτατο και θαυμάσιο.
Και εκείνη νόμιζε ότι τούτο το παιδάκι δε μιλούσε, επειδή ήταν ακόμη μικρό στην ηλικία· και επειδή πόθησε να το κάνει να μιλήσει, του λέει: «Πες, παιδί μου, “Χαίρε Κεχαριτωμένη”!». Και το βρέφος επανέλαβε τα λόγια με ομιλία γλυκύτατη και χαριτωμένη. Και αυτή πάλι του έλεγε λέξη–λέξη όλο τον υπόλοιπο «Αρχαγγελικό Χαιρετισμό» και το θείο νήπιο τής αποκρινόταν λέγοντας τα ίδια λόγια με ομιλία γλυκύτατη και ωραία στην άρθρωση μέχρι που έφτασε στο «Εὐλογημένος ὁ καρπὸς τῆς κοιλίας σου», λόγο τον οποίο, ο πραότατος και ταπεινός στην καρδιά Ιησούς Χριστός, δε θέλησε να τον πει.
Και αυτή η κοπέλα είπε στο παιδί άλλες δυο φορές τον «Αρχαγγελικό Χαιρετισμό», παρακινώντάς το να πει και αυτόν τον λόγο ως τιμιότερο απ’ όλους τους άλλους. Και το βρέφος την κοίταζε με βλέμμα ιλαρό και σπλαχνικότατο: «Χαίρε, αγαπημένη Μου θυγατέρα· γιατί αυτό που ποθούσες, το είδες!». Αυτά, είπε ο Δεσπότης Χριστός και έγινε άφαντος.
Τότε η ενάρετη κόρη κατάλαβε ότι τούτο το μικρό παιδί ήταν ο Δεσπότης Χριστός και μέσα της πληγώθηκε από τον έρωτά Του και Τον ευχαρίστησε για την ευσπλαχνία Του που καταδέχθηκε και την άκουσε και την εύφρανε με τη θεϊκή παρουσία Του. Και έμεινε η ενθύμησή Του τόσο πολύ μέσα στη διάνοιά της, ώστε κάθε ώρα Τον μελετούσε και Τον στοχαζόταν, με τόση ευχαρίστηση και απόλαυση, που ερχόταν πολλές σε θεία έκσταση. Ζώντας, λοιπόν, με παρθενία και καθαρότητα βίου, αναχώρησε από την πρόσκαιρη ζωή και απήλθε σε εκείνη τη μακάρια και αιώνια...
ΑΓΑΠΙΟΣ ΜΟΝΑΧΟΣ, Ο ΚΡΗΣ
(1595–1656/7)
[Αγαπίου Μοναχού του Κρητός:
«Αμαρτωλών Σωτηρία»,
μέρος 3ο, Θαύμα Μθ΄, σελ. 516–517,

Δευτέρα 30 Μαρτίου 2015

Ο ΦΡΑΓΚΟΣ ΗΡΘΕ ΜΕ ΧΑΔΙΑ ΚΑΙ ΓΛΥΚΟΛΟΓΑ


Σήμερα νομίζεται καλός σε όλα,όποιος είναι αδιάφορος,όποιος δεν νοιάζεται για τίποτα,όποιος δεν νιώθει καμιά ευθύνη.Αλλιώς τον λένε σωβινιστή,τοπικιστή, μισαλλόδοξο,φανατικό.Όποιος αγαπά την χώρα μας,τα ήθη και έθιμα μας,την παράδοση μας, ην γλώσσα μας,θεωρείται οπισθοδρομικός.Οι αδιάφοροι παιρνούν για φιλελεύθεροι άνθρωποι,για άνθρωποι που ζούνε με το πνεύμα της εποχής μας, που έχουν για πιστεύω την καλοπέραση,το εύκολο κέρδος, τις ευκολίες,τις αναπαύσεις,κι ας μην απομείνει τίποτα που να θυμίζει σε ποιό μέρος βρισκόμαστε, πό που κρατάμε,ποιοι ζήσανε πριν από μας στην χώρα μας.Η ξενομανία μας έγινε τώρα σωστή ξενοδουλεία,σήμερα περνά για αρετή,κι όποιος έχει τούτη την αρρώστεια πιο βαρειά παρμένη,λογαριάζεται για σπουδαίος άνθρωπος.

Η Ελλάδα έγινε ένα παζάρι,που πουλιούνται όλα,σε όποιον θέλει να το αγοράσει. Καταντήσαμε να μην έχουμε απάνω μας τίποτα ελληνικό,από το σώμα μας ίσαμε το πνεύμα μας.Το μασκάρεμα άρχισε πρώτα από το πνεύμα, και ύστερα έφθασε και στο σώμα. Περισσότερο αντιστάθηκε σε αυτή την παραμόρφωση ο λαός και βαστάξε καμπόσο,μα στο τέλος τον πήρε το ρεύμα και πάει και αυτός.Μάλιστα είναι χειρότερος από τους γραμματισμένους.Τώρα μαϊμουδίζει τα φερσίματα και τις κουβέντες που βλέπει στον κινηματογράφο,έγινε αφιλότιμος και αδιάντροπος. Ενώ πρώτα ξεχώριζε από άλλες φυλές,γιατί ήταν σεμνός,φιλότιμος,ντροπαλός, καλοδεκτικός,τώρα έγινε αγνώριστος.Τα όμορφα χαρακτηριστικά του σβήνουνε μέρα με την μέρα.Και οι λιγοστοί που διατηρούνε ακόμη λίγα σημάδια από την ομορφιά της ελληνικής ψυχής,παρασέρνονται σε αυτή την παραμόρφωση από τους πολλούς,που είναι οι έξυπνοι,οι συγχρονισμένοι,οι μοντέρνοι,αλλά που είναι στ' αληθινά οι αναίσθητοι και οι αποκτηνωμένοι.Οι καλοί ντρέπονται,γιατί είναι καλοί,συμμαζεμένοι και με ανατροφή.Οι άλλοι τους λένε καθυστερημένους. Συμπαθητικός άνθρωπος δύσκολα βρίσκεται πια σήμερα στον τόπο μας.Η μόδα είναι να είναι κανείς αντιπαθητικός,κρύος,άνοστος και μάγκας.Μάλιστα όπως όλα φραγκέψανε,φράγκεψε και ο μάγκας.

Παρασκευή 10 Οκτωβρίου 2014

«ΣΩΠΑΣΕ ΚΥΡΑ ΔΕΣΠΟΙΝΑ, ΚΑΙ ΜΗΝ ΠΟΛΥΔΑΚΡΥΖΕΙΣ, ΠΑΛΙ ΜΕ ΧΡΟΝΙΑ ΜΕ ΚΑΙΡΟΥΣ, ΠΑΛΙ ΔΙΚΑ ΜΑΣ ΘΑ ΝΑΙ»


Σημαίνει ο Θεός, σημαίνει η γης, σημαίνουν τα επουράνια,
Σημαίνει κι η αγιά Σοφιά, το μέγα μοναστήρι,
Με τετρακόσια σήμαντρα κι εξηνταδυό καμπάνες,
Κάθε καμπάνα και παπάς, κάθε παπάς και διάκος.
Ψάλλει ζερβά ο Βασιλιάς, δεξιά ο πατριάρχης,
Κι απ' την πολλή την ψαλμουδιά εσειόντανε οι κολόνες.
Να μπούνε στο χερουβικό και να βγει ο Βασιλέας,
Φωνή τους ήρθε εξ' ουρανού κι απ'αρχαγγέλου στόμα.
«Πάψετε το χερουβικό κι ας χαμηλώσουν τ'άγια,
παπάδες πάρτε τα γιερά και σεις κεριά σβηστείτε,
γιατί είναι θέλημα Θεού η Πόλη να τουρκέψει.
Μόν'στείλτε λόγο στη Φραγκιά, να ρτούνε τρία καράβια
Το να να πάρει το Σταυρό και τ'άλλο το Βαγγέλιο,
Το τρίτο,το καλύτερο,την ΄Αγια Τράπεζά μας,
Μη μας την πάρουν τα σκυλιά και μας τη μαγαρίσουν».
Η Δέσποινα ταράχτηκε ,κι εδάκρυσαν οι εικόνες.
«ΣΩΠΑΣΕ ΚΥΡΑ ΔΕΣΠΟΙΝΑ, ΚΑΙ ΜΗΝ ΠΟΛΥΔΑΚΡΥΖΕΙΣ,
ΠΑΛΙ ΜΕ ΧΡΟΝΙΑ ΜΕ ΚΑΙΡΟΥΣ, ΠΑΛΙ ΔΙΚΑ ΜΑΣ ΘΑ ΝΑΙ»

 

Πέμπτη 14 Αυγούστου 2014

Η Σημαία μας..

..
Εσένα που σε φίλησε της Λευτεριάς η αύρα
περήφανη πρώτη φορά πάνω στην Άγια Λαύρα
Εσέ που χέρι σ' ύψωσε τρισάγιο και βροντήσαν
όχι φωνές, µα ντουφεκιές όταν σε χαιρετήσαν,
οι ντουφεκιές παλληκαριών που εµπρός σου αντρειωµένα
γονάτισαν κι ορκίστηκαν να πέσουνε για σένα.

Εσένα που σε κοίταξαν µάνες, που στό 'να χέρι
βαστούσαν βυζανιάρικα και στ' άλλο το µαχαίρι.
Εσέ, που όταν σ' αντίκρυσαν οι γέροι ξανανιώσαν
και µ' άρµατα την µέση τους την κουρασµένη εζώσαν.
Εσέ, ποια ανθρώπινη φωνή µπορεί να ιστορήση
την ξακουσµένη δόξα σου και να την τραγουδήσει;
Εσύ δεν είσαι από πανιού λωρίδα καµωµένη
Εσύ 'σαι από αίµα, από καπνούς κι από φωτιά βγαλµένη.
Εσύ πετούσες σαν αητός πάνω από ηρώων κεφάλια,
κυµάτισες ανίκητη σε πέλαγα κι ακρογιάλια.
Σ' άγριες µάχες άπαρτο το φλάµπουρο σου εστήθη
και πάντα δρόµους σ' άνοιγαν µέσ' των εχθρών τα πλήθη.
Τα χέρια που σε βάσταγαν, τ' αντρειωµένα χέρια,
για να σε στήσουν σε κορφές, σ' απάτητα ληµέρια,
για να σε δουν πολύ ψηλά, ψηλά απ' της γης το χώµα,
τόσο ψηλά, που τ' ουρανού επήρες πια το χρώµα.
Το ποίηµα αυτό απηγγέλθη διά πρώτη φορά από τις µαθήτριες του Κεντρικού Παρθεναγωγείου ΣΜΥΡΝΗΣ, κατά την κατάληψη (και απελευθέρωση) αυτής υπό του Ελληνικού Στρατού (02 Μαΐου 1919).

Τρίτη 5 Αυγούστου 2014

Στην Παναγία τη Σαλονικιά (Αλ.Παπαδιαμάντης)

Aenai-EpAnastasi-stin-Panagia-ti-salonikia-papadiamantis
φώτο: το Κάστρο της Σκιάθου

Το ποίημα γράφτηκε στα τελευταία χρόνια της ζωής του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη και αναφέρεται σε μια εκκλησία της Σκιάθου. Βρισκόταν για πολλές δεκαετίες στο αρχείο του φίλου του Κώστα Φαλτάϊτς και δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά από το Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλο το 1983. Διαπνέεται από θρησκευτική γαλήνη και ηρεμία.

Στην Παναγία τη Σαλονικιά 

Η θαυματουργός Εικόνα της Παναγίας
της Εικονίστριας, Πολιούχου Σκιάθου

Στο κέντρον της επάνω πόλεως
με το καμπαναριό της, που είν’ ένα στολίδι
του λιμένος και της προσόψεως,
στέκει ο ναός της Παναγίας.
★ 
Ωραίος ο ναός, το τέμπλο ωραίο, 
ωραία τα λαμπρά τα εικονίσματα, 
ωραίες κι οι νορίτισσες που εκκλησιάζονται, 
όλα ωραία. 
★
Στολισμένο το τέμπλο με χρυσές ποδιές, 
στολισμένος ο χορός και τα στασίδια με μυρτιές και δάφνες, 
στολισμένες κι οι κόρες που πηγαίνουν 
να εκκλησιασθούν στην Παναγία. 
★ 
Αριστερά στο τέμπλο στέκεται 
η εικόνα σου η μεγάλη θεόρατη 
όλη ασημένια όλη, Παναγία μου, 
με τ’ ασημοκάντηλά της. 
★ 
Απάνω στην εικόν’ αφιερώματα 
κρέμονται, καραβάκια, γολετίτσες, 
καΐκια, βάρκες, μπάρκα τριοκάταρτα, 
όλ’ αφιερώματα των πλοιάρχων. 
★
Κι οι καπεταναίοι οι παλαιοί 
καθένας έχει στο ναό βαλμένο 
από ένα λίθο· και καθένας έχει 
ένα στασίδι γύρω γύρω στο δεσποτικό 
και γύρω γύρω στο παγκάρι όλοι τους. 
★ 
Τάζουν στην Παναγία και τους δίνει 
καλά ταξίδια, γαληνιάζ’ η θάλασσα 
όταν στο πέλαγο την επικαλεσθούν 
την Παναγία την Σαλονικιά.
★
Άμποτε να ’σαι βοηθός, Παρθένα μου,
κι εις τους χειμαζομένους εις του βίου
τα βάσανα και τας ανάγκας, άμποτε
να είσαι βοηθός και σωτηρία.
*νορίτισσες: ενορίτισσες *χρυσές ποδιές: χρυσοκέντητα διακοσμητικά υφάσματα, που σαν ποδιά τοποθετούνται στη βάση των εικόνων του τέμπλου 
*χορός: το μέρος των ψαλτών 
*γολετίτσες: μικρά σκάφη 
*μπάρκα τριοκατάρτα: ιστιοφόρα πλοία με τρία κατάρτια 
*δεσποτικό: στο θρόνο του αρχιερέα, στο δεξιό μέρος της εκκλησίας *παγκάρι: το ξύλινο έπιπλο με τα κεριά κοντά στην είσοδο της εκκλησίας *γαληνιάζ’ (γαληνιάζει): ηρεμεί 
*άμποτε: μακάρι *εις τους χειμαζομένους: στους ταλαιπωρημένους

 Σοφία Ντρέκου/Αέναη επΑνάσταση