Κυριακή 2 Αυγούστου 2026

Βόρειος Ήπειρος: 2 Αυγούστου 1943: Η Σφαγή της Γλύνας (Όταν το ΕΑΜ, συνεργαζόταν με τους Ιταλούς φασίστες και τους αλβανούς εθνικιστές για να εξοντώνει τα παλικάρια του ΜΑΒΗ) - Μαρτυρίες του Γιώργου Γκίκα


  • Ένα από τα μεγαλύτερα εγκλήματα κατά των Ελλήνων Βορειοηπειρωτών.
  • Οι μπαλίστες με τη βοήθεια των ιταλοφασίστων καταχτητών εκτελούν 27 άνδρες του χωριού.
  • Το χωριό είχε ανοιχτά τάσεις ενάντια στις τότε κομμουνιστικές ομάδες.
  • Πέπλο μυστηρίου σκεπάζει ακόμα μερικές πτυχές του εγκλήματος.
  • Σ’ αυτήν την τόσο μεγάλης σημασίας επέτειο θα πρέπει να έχουμε παλλαϊκή συμμετοχή και να επενθυμείται όχι μόνο την ημέρα αυτή.


Ο Γιώργος Γκίκας θυμάται
Στις αρχές Αυγούστου 1943 ο γερμανικός στρατός επέστρεφε από μία επιχείρηση που είχε κάνει στα εδάφη μας. 
Ήταν μέρα Σάββατο και ως την Κυριακή το απόγευμα επέστρεψαν στις βάσεις τους. Οι χωριανοί μου χαρούμενοι αλώνιζαν τα στάρια τους και σε κάθε αλώνι άκουγες χαρούμενες φωνές των παιδιών και τα τραγούδια των μεγάλων. Όλοι χαίρονταν για τη νέα σοδειά.
Δυστυχώς όμως μεγάλο κακό τους περίμενε. Οι Λιμποχοβινοί και Νεπραβιστιώτες με αρχηγούς τους Νάτζο Μπελέρι και Φεχμί Κούλα, ήταν έτοιμοι για το κακό κατά της Γλύνας.
Είχαν αποφασίσει να εγκληματίσουν εις βάρος αθώων ανθρώπων. Ίσως στο έγκλημα αυτό να βοήθησε και ο δήθεν αρχηγός της τσέτας, ο οποίος δρούσε στον τόπο μας ενώ την οικογένεια του την είχε ασφαλίσει στο Δελβινάκι της Ελλάδας.
Τον Ιούλιο μήνα οι ηγέτες της μειονότητας (σ.σ. του αλβανικού ΕΑΜ) είχαν κάνει μια πλατιά συγκέντρωση στην λυκοφωλιά την Νεπράβιστα. Πήραν την απόφαση να χτυπηθεί ο εθνικισμός (σ.σ. τα παλικάρια του ΜΑΒΗ). Οι χωριανοί μου εκείνη την περίοδο αρνήθηκαν να ενταχθούν με το αλβανικό ΕΑΜ, παρ’ όλες τις προσπάθειες του Λευτέρη Τάλλιου, του Α. Λάλαϊ και άλλων και πίστευαν ότι ήρθε καιρός να κερδίσουν την ελευθερία τους.

Η μνήμη των αμαρτιών γίνεται δρόμος επιστροφής.



Όταν ο άνθρωπος θυμηθεί τα πρώτα του παραστρατήματα και σταθεί με ειλικρίνεια απέναντι στη συνείδησή του, τότε αρχίζει μέσα του το αληθινό έργο της μετανοίας.
Δεν αναζητεί πλέον δικαιολογίες. Δεν κατηγορεί τους ανθρώπους, τις περιστάσεις ή τις δυσκολίες της ζωής του. Στρέφει το βλέμμα προς τα μέσα και λέγει ταπεινά:
«Εγώ απομακρύνθηκα από την οδό του Θεού. Εγώ πλήγωσα την ψυχή μου. Εγώ έχω ανάγκη από το έλεος και τη θεραπεία Του».
Αυτή η καταδίκη του εαυτού δεν είναι απόγνωση ούτε μίσος προς την ύπαρξή μας. Είναι αυτομεμψία· η γενναία παραδοχή της πτώσεώς μας ενώπιον του Θεού. Είναι το σημείο ότι η καρδιά έπαψε να υπερασπίζεται το σφάλμα της και άρχισε να ποθεί την επιστροφή.
Και τότε ο φιλάνθρωπος Θεός αναπαύει τον μετανοούντα άνθρωπο.
Όχι επειδή εκείνος βασάνισε τον εαυτό του, αλλά επειδή ταπεινώθηκε. Επειδή δέχθηκε εκούσια το πνευματικό επιτίμιο της συνειδήσεως, αναγνώρισε την παράβασή του και δεν περίμενε να τον καταδικάσουν οι άλλοι. Πρόλαβε τη μέλλουσα κρίση με την παρούσα μετάνοια και προσέφυγε στο έλεος του Θεού.
Η μνήμη των αμαρτιών, όταν συνοδεύεται από ελπίδα, γίνεται φάρμακο. Συντρίβει την υπερηφάνεια, γεννά δάκρυα, μαλακώνει την καρδιά και διδάσκει τον άνθρωπο να μην κατακρίνει κανέναν. Διότι όποιος γνωρίζει το βάθος των δικών του πληγών δεν σπεύδει να εξετάσει τις πληγές του αδελφού του.
Όσο περισσότερο βιάζει ο άνθρωπος τον εαυτό του να εγκαταλείψει τα πάθη, όσο αντιστέκεται στους εμπαθείς λογισμούς και όσο ταπεινώνεται ενώπιον του Θεού, τόσο περισσότερη θεία χάρη δέχεται.
Αυτή η βία δεν στρέφεται εναντίον του σώματος ή της ζωής του. Είναι η ευλογημένη αντίσταση προς τον παλαιό άνθρωπο. Είναι ο αγώνας να σιωπήσει όταν θέλει να κατακρίνει, να συγχωρήσει όταν πληγώνεται, να προσευχηθεί όταν ο νους διασκορπίζεται και να σηκωθεί πάλι όταν πέσει.
Ο Θεός τιμά αυτή την κρυφή προσπάθεια. Βλέπει κάθε μικρή νίκη που οι άνθρωποι αγνοούν. Ακούει τον στεναγμό που δεν έγινε λόγος και δέχεται το δάκρυ που έμεινε κρυμμένο στο ταμείο της καρδιάς.
Μην αφήσεις, λοιπόν, τη μνήμη των αμαρτιών σου να σε οδηγήσει στην απελπισία. Άφησέ την να σε οδηγήσει στα πόδια του Χριστού. Η απελπισία ψιθυρίζει ότι δεν υπάρχει επιστροφή. Η μετάνοια ομολογεί ότι, όσο υπάρχει αναπνοή, η θύρα του ελέους παραμένει ανοιχτή.
Καταδίκασε το αμάρτημα, όχι την ύπαρξή σου. Μίσησε την πτώση, όχι την ψυχή που δημιούργησε ο Θεός. Και όταν γονατίσεις με αλήθεια, να γνωρίζεις ότι ο Θεός δεν στέκεται απέναντί σου ως άσπλαχνος δικαστής, αλλά σε περιμένει ως Πατέρας.
Γιατί η αληθινή μετάνοια δεν τελειώνει στην ενοχή.
Τελειώνει στην αγκαλιά του Θεού.
«Ὅταν ὁ ἄνθρωπος θυμηθῇ τὶς πρῶτες του ἁμαρτίες καὶ καταδικάσῃ τὸν ἑαυτό του, τότε καὶ ὁ Θεὸς φροντίζει νὰ τὸν ἀναπαύσῃ».
Άγιος Ισαάκ ο Σύρος
Ἀσκητικά, Λόγος ΚΖ΄

Αγιος Συμεων ο Δια Χριστον Σαλος και Αγιος Ιωαννης 21 Ιουλίου

Eις τον Συμεών.
Ἔμφρων σὺ μωρός, ὃς βίον παίζων Πάτερ,
Ὄφιν φρόνιμον λανθάνεις τέλους ἄχρι.

Eις τον Iωάννην.
Ἔρημον εἵλου, ὦ Ἰωάννη μάκαρ,
Δι' ἧς ἔρημα εἰργάσω σαρκὸς πάθη.

Ψευδαέφρων περίφρων Συμεὼν θάνεν εἰκάδι πρώτῃ.

Οι όσιοι πατέρες Συμεών και Ιωάννης, καταγόταν από την Έδεσσα της Συρίας και έζησαν στα χρόνια του βασιλιά Ιουστίνου του νέου (περί το 518 μ.Χ.). Ήταν πολύ φίλοι και έτσι αποφάσισαν να πάνε μαζί στα Ιεροσόλυμα να προσκυνήσουν τούς Αγίους Τόπους.

Αφού προσκύνησαν πήγαν στην Μονή του Αγίου Γερασίμου και έγιναν μοναχοί, από τον όσιο Νίκωνα. Πριν συμπληρωθούν όμως επτά μέρες στο μοναστήρι, έφυγαν για την έρημο όπου διέμειναν μαζί επί σαράντα χρόνια, κάτω από σκληρή άσκηση.

Κατόπιν ο Συμεών επέστρεψε στα Ιεροσόλυμα και εξέφρασε την επιθυμία μέσω της προσευχής του, να παραμείνει άγνωστος. Πράγματι ο Θεός οικονόμησε έτσι τα πράγματα, που ο Συμεών προσποιούνταν τον χαζό. Κατά την διάρκεια της παραμονής του στην Έμεσα της Συρίας, επιτέλεσε πολλά θαύματα και ανεπαύθη εν Κυρίω φτωχός και ταλαιπωρημένος.

Αργότερα έφθασε εκεί και ο Ιωάννης, όπου έμαθε για τον θάνατο του Συμεών και μετά από λίγο καιρό κοιμήθηκε και ο ίδιος.

 

Σάββατο 1 Αυγούστου 2026

ΚΥΡΙΑΚΗ Θ' ΜΑΤΘΑΙΟΥ: - Ὁμιλία εἰς τό ''ὀλιγόπιστε! εἰς τί ἐδίστασας;'' (Ἀρχιεπισκόπου Ἀστραχάν καί Σταυρουπόλεως Νικηφόρου Θεοτόκη)


Ο κατά του Πέτρου έλεγχος, τον οποίον ηκούσαμε σήμερα στο Ιερόν Ευαγγέλιον, μας δίδει αφορμή να ερευνήσωμε με ακρίβεια τα περί της ολιγοπιστίας, η οποία ψυχραίνει τον πόθο της αρετής, και κατακρημνίζει εύκολα στα βάραθρα της αμαρτίας. 

Ο ολιγόπιστος διαφέρει από τον πιστό και από τον άπιστο, όπως το χλιαρό νερό από το θερμό και το ψυχρό. Το χλιαρό νερό έχει πυρ συσσωρευμένο μέσα του, αλλά λίγο, το θερμό έχει πολύ, το ψυχρό καθόλου. Ο ολιγόπιστος έχει πίστη, όμως ολίγη, ο πιστός πολλή, ο άπιστος καθόλου. Το χλιαρό νερό έχει δύναμη, όμως ολίγη, το θερμό έχει πολλή, το ψυχρό καθόλου. Ο ολιγόπιστος έχει ζήλον, όμως πολύ ολίγον, ο πιστός έχει πολύν, ο άπιστος καθόλου. Γι’ αυτό ο άπιστος, επειδή καθόλου δεν πιστεύει στον Θεό, χωρίς καμία συστολή περιφρονεί τις εντολές Του. Επειδή δεν έχει κανένα ζήλο, δεν λαμβάνει καμία φροντίδα για την κατόρθωση της αρετής, ο δε πιστός, επειδή και θερμώς πιστεύει και πολύν ζήλον έχει, δύσκολα παραβαίνει τις εντολές του Θεού, δύσκολα αμελεί της αρετής τα έργα. Ενώ ο ολιγόπιστος, επειδή διστάζει στα λόγια του Θεού και έχει ολίγον ζήλον, εύκολα περιφρονεί τους θείους νόμους, εύκολα απογυμνώνεται από το επουράνιον ένδυμα της αρετής. Αυτό μας διδάσκει ο λόγος, αυτό μας δεικνύουν τα πράγματα.


Η πίστις κηρύττει ότι ο Θεός, ως άπειρος, είναι πάντοτε πανταχού παρών και πληροί τα πάντα: «εάν αναβώ εις τον ουρανόν, Συ εκεί εί. Εάν καταβώ εις τον άδην, πάρει. Εάν αναλάβομαι τας πτέρυγάς μου κατ’ όρθρον και κατασκηνώσω εις τα έσχατα της θαλάσσης, και γαρ εκεί η χειρ σου οδηγήσει με, και καθέξει με η δεξιά σου». Ουδείς τόπος κατ’ ουδένα καιρόν, ούτε καν εν ριπή οφθαλμού, μένει στερημένος της παρουσίας του Θεού. Ο πιστός, ο οποίος το πιστεύει αυτό αδιστάκτως, βλέπει με τα όμματα της πίστεως τον Δεσπότην Σαβαώθ ιστάμενον πάντοτε ενώπιόν του. Όθεν είναι πολύ δύσκολο να τολμήσει εμπρός στο πρόσωπο του Θεού να πράξει την αμαρτία. Ποίος, ευρισκόμενος ενώπιον επιγείου βασιλέως, πράττει, δεν λέγω καν αμαρτίαν, αλλά και μικροτάτην ακόμα αταξίαν; Ουδείς. Ο Προφήτης Δαυίδ, ο οποίος είχε τη θερμότητα της πίστεως, έλεγε: «προωρώμην τον Κύριον ενώπιόν μου δια παντός, ότι εκ δεξιών μου εστίν, ίνα μη σαλευθώ». Για τον ίδιον λόγο, ο Πατριάρχης Ιωσήφ απέφυγε τη μοιχεία και εφύλαξε τη σωφροσύνη. Η ασελγής αιγυπτία τον επίεζε: «Κοιμήθητι μετ’ εμού» του έλεγε. Ο δε Ιωσήφ, πιστεύοντας αδιστάκτως ότι ο Θεός είναι ενώπιόν του, αντέκρουσε την πίεση λέγοντας: «Και πώς ποιήσω το ρήμα το πονηρόν τούτο, και αμαρτήσομαι ενώπιον του Θεού;».

Προφήτης Ηλίας ο Θεσβίτης(20 Ιουλίου) πατριο εορτολογιο



Μέσα στη χορεία των Προφητών της Παλαιάς Διαθήκης ξεχωριστή είναι η θέση του προφήτη Ηλία. Στην Καινή Διαθήκη το όνομα του προφήτη Ηλία αναφέρεται πολλές φορές από τον ίδιο τον Ιησού Χριστό. Ο Ζαχαρίας, ο πατέρας του Προδρόμου, είπε πως ο Ιωάννης θα ερχόταν «ἐν πνεύματι καὶ δυνάμει Ἠλίου» (Λουκ., κεφ. α, στ. 17), θα είχε δηλαδή τα γνωρίσματα και το ζήλο του προφήτη Ηλία, θα ήταν ο ίδιος ο προφήτης Ηλίας, όπως ο λαός τον περίμενε να ξανάρθει. Ο Ιησούς Χριστός, όταν έδωσε μαρτυρία για τον πρόδρομο Ιωάννη κι έπλεξε το εγκώμιο του, είπε πως αυτός ήταν ο Ηλίας «Αν θέλετε, να το παραλεχθείτε, αυτός είναι ο Ηλίας, που έμελλε να έλθει».

Το πιο σπουδαίο είναι ότι οι μαθητές επάνω στο βουνό, κατά τη θεία Μεταμόρφωση, είδαν τους δυο Προφήτες, τον Μωϋσή και τον Ηλία, να συνομιλούν με τον Ιησού Χριστό. Όλα αυτά φανερώνουν την ξεχωριστή θέση του προφήτη Ηλία ανάμεσα στους Προφήτες και μέσα στη συνείδηση του λαού. Ακόμα και στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού, ακούοντας τη διδασκαλία και βλέποντας τα θαύματά του, έβλεπαν τον προφήτη Ηλία, που είχε ξανάρθει. Ο Ιησούς Χριστός ρώτησε· «Τίνα με λέγουσιν οἱ ἄνθρωποι εἶναι;». Κι οι μαθητές είπαν’ «Ἰωάννην τὸν βαφτιστήν, ἄλλοι δὲ Ἠλίαν....».

Ο προφήτης Ηλίας έζησε τον 9 π.Χ. αιώνα και ήταν γιος του Σωβάκ και καταγόταν από τη Θέσβη (γι' αυτό και ονομάστηκε Θεσβίτης), το σημερινό El Istib, της περιοχής Γαλαάδ, και άνηκε στην φυλή του Ααρών. Όταν γεννήθηκε, ο πατέρας του είδε μία θεία οπτασία: Δύο άνδρες λευκοφορεμένοι τον ονόμαζαν Ηλία, τον σπαργάνωναν με φωτιά και του έδιναν φλόγα να φάει. Τότε ο πατέρας του, πήγε στα Ιεροσόλυμα και αφού περιέγραψε την οπτασία στους ιερείς, εκείνοι του είπαν ερμηνεύοντας την οπτασία, ότι ο γιος του θα γίνει προφήτης και θα κρίνει το Ισραήλ με δίκοπο μαχαίρι και φωτιά.

Ο Προφήτης Ηλίας άσκησε το προφητικό του χάρισμα επί 25 έτη στα χρόνια του βασιλέα Αχαάβ, που βασίλεψε στα 873 - 854 π.Χ. Ο Αχαάβ και μάλιστα η γυναίκα του Ιεζάβελ ήσαν άνθρωποι ασεβείς κι εναντίον τους ήταν ο πόλεμος του προφήτη Ηλία. Η Ιεζάβελ, που δεν ήταν ισραηλίτισσα και γινόταν αιτία να νοθεύεται η πίστη από ειδωλολατρικά έθιμα, αυτή λοιπόν κυνήγησε πολύ τον προφήτη Ηλία, γι’ αυτό κι εκείνος αναγκαζόταν διαρκώς να φεύγει και να κρύβεται. Η Ιεζάβελ κυνηγούσε τον προφήτη Ηλία όπως η Ηρωδιάδα τον Ιωάννη τον Πρόδρομο.

Πρώτο μεγάλο σημείο, που έδωσε ο προφήτης Ηλίας, ήταν που προσευχήθηκε και δεν έβρεξε για τριάμισι χρόνια. Σ’ αυτό το διάστημα ο Προφήτης κρυβόταν σε μια σπηλιά σ’ ένα χείμαρρο πέρ’ από τον Ιορδάνη. Εκεί υπήρχε λίγο νερό, κι ένας κόρακας του πήγαινε τροφή κάθε πρωί. Όταν στέρεψε το νερό, έφυγε ο Προφήτης και πήγε στα Σάρεπτα της Σιδωνίας· όλα αυτά με εντολή του Θεού. Εκεί φιλοξενήθηκε σε μια χήρα γυναίκα, που είχε λίγο αλεύρι και λίγο λάδι, κι όμως έτρωγαν όλο τον καιρό και δεν έλειψαν. Η χήρα γυναίκα είχε ένα παιδί κι έτυχε να αρρωστήσει και να πεθάνει. Τότε ο Προφήτης προσευχήθηκε κι ανάστησε το παιδί.

Δεύτερο μεγάλο σημείο, που έδειξε ο Προφήτης Ηλίας, ήταν που προσευχήθηκε κι ήλθε φωτιά από τον ουρανό. Με προσταγή του βασιλέα Αχαάβ, μαζεύτηκαν τετρακόσιοι ειδωλολάτρες ψευτοιερείς, που τους προστάτευε η Ιεζάβελ. Τότε ο προφήτης Ηλίας τους προκάλεσε σ’ ένα διαγωνισμό.