Ο Μάνος ήταν δεκαοκτώ όταν πέταξε το αντίδωρο που του έδωσε η μάνα του πίσω από έναν σκουριασμένο κάδο. «Δεν Σε χρειάζομαι τώρα», ψιθύρισε αλαζονικά προς τον ουρανό, νιώθοντας πως η πίστη ήταν ένα βάρος που τον εμπόδιζε να ζήσει ελεύθερος.
Πέρασαν δώδεκα χρόνια γεμάτα λάθη, μοναξιά και σκληρούς χειμώνες. Όταν επέστρεψε στην παλιά του γειτονιά, βρήκε το δρόμο σκαμμένο. Ανάμεσα στα μπάζα και τις λάσπες, κάτι άσπρισε. Έσκυψε και το μάζεψε. Ήταν εκείνο το μικρό κομμάτι ψωμί.
Δώδεκα χρόνια στη βροχή και το κρύο, κάτω από τις ρόδες των αυτοκινήτων, κι όμως παρέμενε άφθαρτο. Είχε γίνει σκληρό σαν πέτρα, αλλά δεν είχε σαπίσει.
Τότε κατάλαβε. Ο Χριστός είναι ακριβώς όπως αυτό το αντίδωρο. Τον πετάμε στη λάσπη της καθημερινότητάς μας όταν νομίζουμε πως είμαστε δυνατοί. Τον πατάμε με τις επιλογές μας και Τον ξεχνάμε. Όμως Εκείνος δεν φεύγει. Μένει εκεί, στη γωνία που Τον εγκαταλείψαμε, περιμένοντας υπομονετικά τη στιγμή που θα λυγίσουμε και θα Τον αναζητήσουμε ξανά.
Σκούπισε τη σκόνη από το ψωμί και το φίλησε. Η Ευλογία δεν είχε χαθεί. Τον περίμενε όλα αυτά τα χρόνια στη λάσπη, για να τον σώσει την ώρα που θα ένιωθε πια μόνος.
«Πετάμε τον Χριστό από τη ζωή μας, αλλά Εκείνος δεν μας πετάει ποτέ από τη δική Του.»
Και από εκείνη τη στιγμή άρχισε να ξετυλίγεται μέσα του μια σιωπηλή μετάνοια, όχι με μεγάλα λόγια, αλλά με βαριά δάκρυα και καρδιά που έσπαγε. Γιατί το αντίδωρο δεν είναι απλώς ψωμί. Είναι η απλωμένη παλάμη του Θεού προς τον άνθρωπο. Είναι η ταπεινή μαρτυρία ότι ο ουρανός δεν κλείνει, ακόμη κι όταν εμείς κλείνουμε την ψυχή μας. Είναι η μνήμη της Εκκλησίας που λέει χωρίς φωνή πως κανείς δεν είναι οριστικά χαμένος.
Έτσι είναι και ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός. Δεν αποσύρει την αγάπη Του όταν Τον αρνούμαστε. Δεν μας εγκαταλείπει όταν Τον ξεχνάμε. Στέκεται υπομονετικά στο σημείο της πτώσης μας, εκεί όπου Τον αφήσαμε, μέσα στη λάσπη των παθών και των επιλογών μας. Περιμένει, όχι ως δικαστής, αλλά ως Πατέρας. Περιμένει την ώρα που θα κουραστούμε από τον εαυτό μας και θα σηκώσουμε τα μάτια μας ξανά.
Η ζωή μάς μαθαίνει πως μπορούμε να φύγουμε μακριά, να γεμίσουμε χρόνια με λάθη, να παγώσουμε από μοναξιά, να πληγωθούμε από τις ίδιες μας τις αποφάσεις. Εκείνος όμως μένει. Όπως έμεινε εκείνο το μικρό κομμάτι ψωμί κάτω από βροχές και πατήματα, έτσι μένει και η Χάρη μέσα στις πιο σκοτεινές μας εποχές. Δεν σαπίζει. Δεν χάνεται. Σκληραίνει ίσως από την εγκατάλειψη, αλλά παραμένει ζωντανή.
Και όταν έρθει η ώρα της εσωτερικής ερήμωσης, τότε ανακαλύπτουμε πως ο Θεός στεκόταν πάντοτε εκεί. Στο χώμα των λαθών μας. Στη γωνιά της απελπισίας μας. Σιωπηλός, ταπεινός, έτοιμος να μας δεχτεί ξανά χωρίς όρους.
Ας το θυμόμαστε αυτό. Καμία πτώση δεν είναι τελική όταν υπάρχει μετάνοια. Καμία απόσταση δεν είναι αγεφύρωτη όταν υπάρχει ταπείνωση. Και καμία ψυχή δεν είναι χαμένη όσο υπάρχει έστω ένα αντίδωρο που περιμένει μέσα στη λάσπη, για να μας θυμίσει ποιοι είμαστε και Ποιος μας αγαπά.
Πετάμε τον Χριστό από τη ζωή μας, αλλά Εκείνος δεν μας πετάει ποτέ από τη δική Του. Και αυτή είναι η πιο σιωπηλή, η πιο βαθιά, η πιο σωστική αλήθεια της ύπαρξής μας.
Ό,τι κι αν πετάξαμε κάποτε από τη ζωή μας, ο Χριστός μένει. Περιμένει σιωπηλά μέσα στη λάσπη των λαθών μας, μέχρι να κουραστούμε από τον εαυτό μας και να Τον αναζητήσουμε ξανά. Καμία πτώση δεν είναι οριστική όταν υπάρχει μετάνοια.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.