Τρίτη 30 Δεκεμβρίου 2025
Ἅγιο Πνεῦμα...
Τα Χριστουγεννιάτικα αυγά.
Είμαι εννέα χρόνων, δεν ξέρω τίποτα από Χριστούγεννα, δεν έχω δει ποτέ έλατο, μήτε στολίδια. Έχουμε πολύ πεινάσει στην Κατοχή, έχουμε πουλήσει παλιά προγονικά κειμήλια γενεών, έχουμε ανταλλάξει το πιάνο της μάνας μου με ένα ντενεκέ λάδι. Μα αυτές εδώ οι γιορτές του '44 είναι οι πιο παράξενες, συνοδευμένες από εκπυρσοκροτήσεις όπλων, εκρήξεις βομβών, κροτάλισμα μυδραλιοβόλων, το γλουγλούκισμα των όλμων που περνάνε πάνω από το σπίτι.
Τώρα όμως μας έχουν μαντρώσει μέσα στο σπίτι «μη σας πάρει καμία αδέσποτη». Κι αυτό δεν ήταν άδεια κουβέντα. Λίγες ημέρες πριν, η ξαδελφούλα μου η Νίκη, με ξανθό ίσιο μαλλί ως τη μέση, δέχθηκε μία σφαίρα στον κατάλευκο κρόταφο.
Κλεισμένοι μέσα, χωρίς φως - είχαμε συνεχείς διακοπές ρεύματος - καίγαμε μαγκάλι για ζέστη. Ο πατέρας βρισκόταν στην Σκομπία - έτσι λέγαμε τότε το κέντρο της Αθήνας που ελεγχόταν από τους Εγγλέζους του Σκόμπυ. Εμείς, είχαμε δίπλα μας την πολιτοφυλακή του ΕΛΑΣ. Η μητέρα φοβόταν τους Ελασίτες αλλά μία φορά που ήρθαν στο σπίτι, με τις γενειάδες και τα φυσεκλίκια τους, μας φέρθηκαν πολύ ευγενικά.
Ο πατέρας εργαζόταν στο υπουργείο Οικονομικών - και (έτσι θυμάμαι) τον είχε καλέσει ο υπουργός για μία έκτακτη δουλειά και δεν μπόρεσε να επιστρέψει. Γεγονός πάντως πως μας έλειπε - και πως, παραμονή Χριστουγέννων, δεν υπήρχε ούτε φως, ούτε ζέστη, ούτε πατέρας. Μόνον όλμοι και βόμβες.
Καθόμασταν λοιπόν γύρω από την λάμπα του πετρελαίου (ακόμα νιώθω την μυρωδιά της) όταν ξαφνικά ακούμε ένα κορνάρισμα έξω από το σπίτι. Παρά την απαγόρευση πετάγομαι στο μπαλκόνι - και τι να δω! Ένα νοσοκομειακό του Ερυθρού Σταυρού στην πόρτα μας - κι ένας εξάδελφος μου, μεγαλύτερος, που μου γνέφει να κατέβω.
Κατρακυλάω τα σκαλιά. Τα νοσοκομειακά ήταν τότε τα μόνα οχήματα που ελευθεροκοινωνούσαν ανάμεσα στις δύο ζώνες. Ο εξάδελφος έφερνε μήνυμα από τον πατέρα. Ήταν καλά και μας έστελνε για δώρο μία σοκολάτα και δύο αυγά.
Τώρα εσείς νομίζετε πως χάρηκα για τη σοκολάτα. Όχι πολύ - είχα ξαναφάει μία, Αγγλική, στην απελευθέρωση. Το θαύμα ήταν τα αυγά. Παιδί της κατοχικής πόλης, είχα σχεδόν ξεχάσει πως είναι ένα αυγό. Τα χάζευα, τα χάιδευα (τι τέλειο σχήμα που έχουν!) κι όταν τα βράσαμε και τα κόψαμε, έμεινα εκστατικός μπροστά στο χρώμα και τη γεωμετρική συμμετρία του κροκού μέσα στο ασπράδι.
Έτσι λοιπόν έγινε που, αντί για πασχαλινό, εγώ χάρηκα τότε αυγό Χριστουγεννιάτικο.
ΑΓΙΑΣΜΕΝΕΣ ΜΕΡΕΣ ...του Φώτη Κόντογλου

Την πνευματική χαρά και την ουράνια αγαλλίαση
που νοιώθει ο χριστιανός από τα Χριστούγεννα,
δεν μπορεί να τη νοιώσει, με κανέναν τρόπο,
όποιος τα γιορτάζει μοναχά σαν μια συγκινητική συνήθεια,
που είναι δεμένη περισσότερο με τις συνηθισμένες χαρές του κόσμου,
με τον χειμώνα, με τα χιόνια, με το ζεστό τζάκι.
Μοναχά ο ορθόδοξος χριστιανός γιορτάζει τα Χριστούγεννα πνευματικά,
κι από την ψυχή του περνάνε αγιασμένα αισθήματα,
και τη ζεσταίνουνε με κάποια θέρμη παράδοξη,
που έρχεται από έναν άλλο κόσμο, τη θέρμη του Αγίου Πνεύματος,
κατά τον αναβαθμό που λέγει:
«Αγίω Πνεύματι πάσα ψυχή ζωούται, και καθάρσει υψούται, λαμπρύνεται τη τριαδική μονάδι, ιεροκρυφίως».
Ψυχή και σώμα γιορτάζουν μαζί, ευφραίνουνται με τη θεία ευφροσύνη, που δεν την απογεύεται όποιος βρίσκεται μακριά από τον Χριστό. Ενώ η καρδιά του χριστιανού, αυτές τις αγιασμένες μέρες, είναι γεμάτη από την ευωδία της υμνωδίας, γεμάτη από μια γλυκύτατη πνευματική φωτοχυσία, που σκεπάζει όλη την κτίση, τα βουνά, τη θάλασσα, τον κάθε βράχο, το κάθε δέντρο, την κάθε πέτρα, το κάθε πλάσμα. Όλα είναι αγιασμένα, όλα γιορτάζουνε, όλα ψέλνουνε, όλα ευφραίνονται, όλη η φύση είναι «ως ελαία κατάκαρπος εν τω οίκω του Θεού». Κανείς δεν νοιώθει στην καρδιά του τέτοια χαρά, παρά μονάχα εκείνος που αγαπά τον Θεό και που ζει τις μέρες της ζωής του μαζί με τον Θεό, γιατί κανένας άλλος από τον Θεό δεν μπορεί να δώσει τέτοια χαρά, τέτοια ειρήνη, κατά τον λόγο που είπε ο Κύριος στον Μυστικό Δείπνο: «Τη δική μου την ειρήνη σας δίνω, δεν σας δίνω εγώ την ειρήνη που δίνει ο κόσμος». Η χαρά του Χριστού κ’ η ειρήνη είναι αλλιώτικη από τη χαρά κι από την ειρήνη τούτου του κόσμου. Για τούτο ο άνθρωπος που χαίρεται να πηγαίνει στην εκκλησία, για να πιει απ’ αυτή την αθάνατη βρύση της αληθινής χαράς και της ειρήνης, λέγει μαζί με τον Δαβίδ: «Εξαπόστειλον, Κύριε, το φως σου και την αλήθειάν σου· αυτά με ωδήγησαν και ήγαγόν με εις όρος άγιόν σου και εις τα σκηνώματά σου· και εισελεύσομαι προς το θυσιαστήριον του Θεού, προς τον Θεόν τον ευφραίνοντα την νεότητά μου». Ας γιορτάσουμε λοιπόν κ’ εμείς, αδελφοί μου, τη Γέννηση του Χριστού «εν πνεύματι και αληθεία, εν ψαλμοίς και ύμνοις και ωδαίς πνευματικαίς», και τότε και τ’ άλλα «προστεθήσεται ημίν», θα μας δοθούνε, ήγουν η χαρά του σπιτιού, της οικογένειας, της φύσης, της συναναστροφής, της αγνής διασκέδασης, γιατί όλα θα τα γλυκαίνει η αγάπη του Χριστού, και θα τα ζεσταίνει η θέρμη Εκείνου που είναι ο ζωοδότης. Μέγα μάθημα της ταπείνωσης είναι για μας, αδελφοί μου, η Γέννηση του Χριστού. Πού γεννήθηκε; Μέσα σε μια φάτνη, σ’ ένα παχνί να πούμε καλύτερα, για να νοιώσουμε βαθύτερα την ανείπωτη συγκατάβαση του Θεού, γιατί τ’ αρχαία λόγια κάνουνε να φαίνουνται στα μάτια μας πλούσια και τα φτωχά πράγματα. Η μητέρα του, η υπεραγία Θεοτόκος, μακριά από το σπίτι της, ξένη σε ξένον τόπο, πήγε και τον γέννησε μέσα σ’ ένα μαντρί. Το βόδι και το γαϊδούρι τον ζεστάνανε με την ανασαμιά τους. Τσομπάνηδες τον συντροφέψανε.
Βίος Αγίου Σεβαστιανού και των συν αυτού συναθλήσαντων 18 Δεκεμβρίου
Ο ένδοξος Μάρτυς Σεβαστιανός και οι μετ' αυτού συναθλήσαντες, ήσαν κατά τον καιρό των αντιχρίστων βασιλέων Διοκλητιανού (284-305) και Μαξιμιανού (286-305).
Αυτός ο τόσον σεβαστός Σεβαστιανός ήταν άνθρωπος ξακουστός και φημισμένος στην μεγάλη πόλη των Μεδιολάνων και τόσην εκτίμηση είχανε σ’ αυτόν οι τύραννοι, ώστε τον
είχανε πιστότατο φίλο. Είχε δε τόσες ικανότητες και τόση υψηλή οικογενειακή καταγωγή, ώστε ο αυτοκράτωρ Διοκλητιανός, τον είχε κάνει στρατηγό. Έκανε δε πολύ καλά την
υπηρεσία του αυτή, αν και ήταν στα κρυφά Χριστιανός. Ήταν στα κρυφά, όχι διότι φοβόταν τα τρομερά βασανιστήρια, αλλά γιατί ήθελε να βοηθά τους πιστούς. Εφόσον νομιζότανε
ασεβής, μπορούσε να βρίσκεται κοντά στους αθλοφόρους μάρτυρες, όπου τους έδινε θάρρος κατά το μαρτύρια τους και τραβούσε έτσι πολλούς στην πίστη του Χριστού.
Το μαρτύριο του Μαρκελλίνου και Μάρκου
Μ' αυτήν την προσπάθεια κατόρθωσε να σώσει και να οδηγήσει στην αθανασία δύο αδελφούς περίφημους, πρώτους στη Ρώμη, τον Μαρκελλίνο και τον Μάρκο.
Αυτοί είχαν πατέρα τον Τραγκλίνο, μητέρα δε την Μαρκία, και όπως ήταν κατά σάρκα αδελφοί, έτσι και στην πίστη είχαν στερεά και ανίκητη γνώμη. Αυτούς βασάνισε απάνθρωπα
ο Χρημάτιος, ο έπαρχος της Πόλεως με φρικτά βασανιστήρια, αφού δεν μπόρεσε να τους νικήσει, ούτε με φοβέρες ούτε με κολακείες, ούτε με την αγάπη των συγγενών τους.
Τους καταδίκασε τότε σε θάνατο με προθεσμία! Τριάντα ημερών. Διέταξε επίσης να δημευθή όλη η περιουσία τους χωρίς να λάβουν τίποτε οι συγγενείς τους. Αντίθετα
διατάχθηκαν οι συγγενείς να πηγαίνουν κάθε μέρα να τους βλέπουν και να προσπαθούν ,με λόγια και δάκρυα να τους αλλάξουν γνώμη.
Ο Σεβαστιανός βλέποντας αυτά, φοβήθηκε μήπως η ανθρώπινη αδυναμία προδώσει την ευσέβεια τους και την πίστη τους. Φοβήθηκε μήπως λυγίσουν πάνω σ’ αυτό τον.
κατακλυσμό των συγκινήσεων και αναγκάστηκε να φανερωθεί, για να τους στερεώσει στην πίστη τους. Όταν ο Άγιος εμψύχωνε τους μάρτυρες, ακούστηκε μεγάλη και δυνατή
φωνή, ήλθε δε φως λαμπρότατο από τον ουρανό και είδαν οι παρευρισκόμενοι συγχρόνως ε να νέο θαυμάσιο να κάθεται κοντά του. Το πρόσωπό του και τα ενδύματα του
λάμπανε τόσο, ώστε όλοι θαμπώθηκαν, και όλοι κατάλαβαν τότε ότι το γεγονός αυτό ήταν έργο της χάριτος του Θεού, που επιβεβαίωνε, ότι όσα έλεγε ο Άγιος ήταν αληθινά.
Δευτέρα 29 Δεκεμβρίου 2025
Οι Καταβασίες των Χριστουγέννων ..
Οἱ
ὡραιότατες καταβασίες τῶν Χριστουγέννων «Χριστός γεννᾶται...», πού
προέρχονται ἀπό τόν πεζό κανόνα τοῦ ἱ. Κοσμᾶ, ψάλλονται ἀπό τίς 21
Νοεμβρίου μέχρι τίς 24 Δεκεμβρίου. Τήν 25η Δεκεμβρίου, ἡμέρα τῆς ἑορτῆς
–ὅπως καί κατά τήν ἀπόδοση τῆς ἑορτῆς, 31 Δεκεμβρίου–, οἱ καταβασίες
εἶναι διπλές: αὐτές δηλαδή τοῦ πεζοῦ κανόνος καί οἱ ἰαμβικές «Ἔσωσε
λαόν...». Ἀπό τήν 26η μέχρι καί τήν 30ή Δεκεμβρίου ψάλλονται μόνο οἱ
ἰαμβικές.
Ὠδὴ α΄. Χριστὸς γεννᾶται, δοξάσατε· Χριστὸς ἐξ οὐρανῶν, ἀπαντήσατε·
Χριστὸς ἐπὶ γῆς, ὑψώθητε· ᾄσατε τῷ Κυρίῳ πᾶσα ἡ γῆ καὶ ἐν εὐφροσύνῃ
ἀνυμνήσατε, λαοί, ὅτι δεδόξασται.
Ὁ Χριστός γεννιέται· δοξάστε
Τον. Ὁ Χριστός κατεβαίνει ἀπό τούς οὐρανούς· προϋπαντῆστε Τον. Ὁ Χριστός
φανερώνεται πάνω στή γῆ· ὑψωθεῖτε πάνω ἀπό τά γήινα. Δοξολογῆστε τόν
Κύριο ὅλοι οἱ κάτοικοι τῆς γῆς καί ἀνυμνῆστε Τον μέ χαρά, τά διάφορα
ἔθνη, γιατί ’ναι δοξασμένος.
Ὠδὴ γ΄. Τῷ πρὸ τῶν αἰώνων ἐκ Πατρὸς γεννηθέντι ἀῤῥεύστως Υἱῷ καὶ ἐπ'
ἐσχάτων ἐκ Παρθένου σαρκωθέντι ἀσπόρως Χριστῷ τῷ Θεῷ βοήσωμεν· Ὁ
ἀνυψώσας τὸ κέρας ἡμῶν ἅγιος εἶ, Κύριε.
Στόν Υἱό πού γεννήθηκε ἀπό
τόν Πατέρα ἀπαθῶς, προτοῦ νά ὑπάρξει χρόνος, καί τελευταῖα σαρκώθηκε ἀπό
τήν Παρθένο χωρίς ἀνδρικό σπέρμα, στόν Χριστό καί Θεό ἄς φωνάξουμε
δυνατά: Σύ, Κύριε, πού μᾶς δυνάμωσες καί μᾶς δόξασες εἶσαι ὁ μόνος
ἅγιος.
Ὠδὴ δ΄. ῾Ράβδος ἐκ τῆς ῥίζης Ἰεσσαὶ καὶ ἄνθος ἐξ αὐτῆς, Χριστέ, ἐκ
τῆς Παρθένου ἀνεβλάστησας· ἐξ ὄρους ὁ αἰνετὸς κατασκίου δασέος ἦλθες
σαρκωθεὶς ἐξ ἀπειράνδρου ὁ ἄϋλος καὶ Θεός· δόξα τῇ δυνάμει σου, Κύριε.
Χριστέ,
βλάστησες ἀπό τήν Παρθένο σάν λουλούδι ἀπό τό κλαδί, πού προῆλθε ἀπό τή
ρίζα τοῦ Ἰεσσαί· ὁ ἄυλος Θεός, τόν ὁποῖο ὑμνοῦν τά πάντα, ἦρθες στόν
κόσμο, παίρνοντας σάρκα ἀπό τήν Παρθένο πού δέν γνώρισε ἄνδρα, σάν ἀπό
πυκνόφυτο καί σκιερό βουνό. Δόξα, λοιπόν, ἁρμόζει στή δύναμή Σου, Κύριε.
Ὠδὴ ε΄. Θεὸς ὢν εἰρήνης, Πατὴρ οἰκτιρμῶν, τῆς μεγάλης Βουλῆς σου τὸν
Ἄγγελον εἰρήνην παρεχόμενον ἀπέστειλας ἡμῖν· ὅθεν θεογνωσίας πρὸς φῶς
ὁδηγηθέντες, ἐκ νυκτὸς ὀρθρίζοντες δοξολογοῦμέν σε, Φιλάνθρωπε.
Κύριε,
ὄντας Θεός τῆς εἰρήνης καί φιλεύσπλαχνος Πατέρας, μᾶς ἔστειλες τόν
Ἀγγελιαφόρο τῆς μεγάλης Βουλῆς σου γιά νά μᾶς παρέχει τήν εἰρήνη. Γι’
αὐτό, Φιλάνθρωπε, κι ἐμεῖς πού ὁδηγηθήκαμε στό φῶς τῆς θεογνωσίας,
ξυπνώντας νωρίς μές στή νύχτα, Σέ δοξολογοῦμε.
Ὠδὴ ς΄. Σπλάγχνων Ἰωνᾶν ἔμβρυον ἀπήμεσεν ἐνάλιος θήρ, οἷον ἐδέξατο·
τῇ Παρθένῳ δὲ ἐνοικήσας ὁ Λόγος καὶ σάρκα λαβὼν διελήλυθε φυλάξας
ἀδιάφθορον· ἧς γὰρ οὐχ ὑπέστη ῥεύσεως, τὴν τεκοῦσαν κατέσχεν ἀπήμαντον.
Τό
θαλάσσιο κῆτος ἀπέβαλε σάν ἔμβρυο τόν Ἰωνᾶ ἀπό τήν κοιλιά του, ὅπως
ἀκριβῶς τόν δέχτηκε. Ἀλλά καί ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ, πού κατοίκησε κι ἔλαβε
σῶμα στήν κοιλιά τῆς Παρθένου, πέρασε μέσα ἀπ’ αὐτήν καί τήν διατήρησε
ἄθικτη. Διότι, καθώς δέν γεννήθηκε ἀπό ρεύση, διαφύλαξε ἀβλαβή αὐτήν πού
τόν γέννησε.
Ὠδὴ ζ΄. Οἱ παῖδες εὐσεβείᾳ συντραφέντες δυσσεβοῦς προστάγματος
καταφρονήσαντες, πυρὸς ἀπειλὴν οὐκ ἐπτοήθησαν, ἀλλ' ἐν μέσῳ τῆς φλογὸς
ἑστῶτες ἔψαλλον· Ὁ τῶν πατέρων Θεὸς εὐλογητὸς εἶ.
Οἱ τρεῖς νέοι πού
ἀνατράφηκαν μέ εὐσέβεια καταφρόνησαν τή βλάσφημη διαταγή καί δέν
φοβήθηκαν τήν ἀπειλή τῆς φωτιᾶς. Ἀντίθετα, εὑρισκόμενοι μές στό ἀναμμένο
καμίνι, ἔψαλλαν: Ὁ Θεός τῶν Πατέρων μας εἶσαι δοξασμένος.
Ὠδὴ η΄. Θαύματος ὑπερφυοῦς ἡ δροσοβόλος ἐξεικόνισε κάμινος τύπον· οὐ
γὰρ οὓς ἐδέξατο φλέγει νέους, ὡς οὐδὲ πῦρ τῆς θεότητος Παρθένου ἣν ὑπέδη
νηδύν. Διὸ ἀνυμνοῦντες ἀναμέλψωμεν· εὐλογείτω ἡ κτίσις πᾶσα τὸν Κύριον,
καὶ ὑπερυψούτω εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας.
Τό καμίνι πού ἐξέπεμπε δροσιά
ἦταν τύπος πού προεικόνιζε ἕνα παράδοξο θαῦμα. Διότι ὅπως αὐτό δέν
ἔκαψε τούς νέους πού δέχτηκε μέσα του, ἔτσι δέν ἔκαψε τό πῦρ τῆς
Θεότητος τήν κοιλία τῆς Παρθένου στήν ὁποία εἰσῆλθε. Γι’ αὐτό κι ἐμεῖς
ἄς ψάλουμε μέ ὕμνους: Ὁλάκερη ἡ κτίση ἄς δοξάζει τόν Κύριο κι ἄς τόν
ὑπερυψώνει σέ ὅλους τούς αἰῶνες.
Ὠδὴ θ΄. Μυστήριον ξένον ὁρῶ καὶ παράδοξον. οὐρανὸν τὸ σπήλαιον·
θρόνον χερουβικὸν τὴν Παρθένον· τὴν φάτνην χωρίον, ἐν ᾧ ἀνεκλίθη ὁ
ἀχώρητος, Χριστὸς ὁ Θεός, ὃν ἀνυμνοῦντες μεγαλύνομεν.
Βλέπω ἕνα
γεγονός μυστηριῶδες, ἐκπληκτικό καί θαυμαστό. Τό σπήλαιο τῆς Βηθλεέμ νά
γίνεται οὐρανό, ἡ Παρθένος Μαρία χερουβικός θρόνος. Καί ἡ φάτνη τοῦ
σπηλαίου ὁ τόπος, ὅπου ξάπλωσε αὐτός πού τίποτε στόν κόσμο δέν μπορεῖ
[νά τόν χωρέσει, δηλαδή ὁ Χριστός καί Θεός, τόν ὁποῖο οἱ πιστοί
ὑμνολογώντας μεγαλύνουμε.
Τοῦ Ἁγίου προφήτου Δανιὴλ καὶ τῶν Ἁγίων Τριῶν Παίδων Ἀνανίου, Ἀζαρίου καὶ Μισαήλ (17 Δεκεμβρίου)
Ο Δανιήλ ήταν προικισμένος με πολλά φυσικά και πνευματικά χαρίσματα γι' αυτό και ο βασιλιάς Ναβουχοδονόσορ τον διάλεξε μαζί με τρία άλλα παιδιά, τον Ανανία, τον Αζαρία και τον Μισαήλ, να παραμείνουν στην βασιλική αυλή όπου ανατράφηκαν και σπούδασαν. Επειδή η απόδοσή τους στις σπουδές ήταν άριστη, όταν ενηλικιώθηκαν ο βασιλιάς τους τοποθέτησε σε ανώτερες θέσεις του παλατιού (Δανιήλ 1,5 και 1,18-19). Ο προσωπάρχης του παλατιού έδωσε στο Δανιήλ και τους τρεις φίλους του νέα ονόματα. Στο Δανιήλ το όνομα Βαλτάσαρ, στον Ανανία το όνομα Σεδράχ, στο Μισαήλ το όνομα Μισάχ και στον Αζαρία το όνομα Αβδεναγώ (Δανιήλ 1,7).
Αφού πέρασε ο χρόνος που είχε ορίσει ο βασιλιάς Ναβουχοδονόσορ για να παρουσιάσουν σ’ αυτόν τους νέους, ο προϊστάμενος του προσωπικού τους οδήγησε μπροστά του. Ο βασιλιάς συζήτησε μ’ όλους αυτούς, αλλά δε βρήκε κανέναν σαν το Δανιήλ, τον Ανανία, το Μισαήλ και τον Αζαρία. Έτσι τους προσέλαβε στην υπηρεσία του. Και για οποιοδήποτε ζήτημα τους ρωτούσε ο βασιλιάς και απαιτείτο σοφία και ευφυΐα, τους έβρισκε δέκα φορές καλύτερους απ’ όλους τους μάγους και τους μάντεις του βασιλείου του.
Κυριακή 28 Δεκεμβρίου 2025
Oι Μοναχοί Νεκροί για τον Κόσμο Ζωντανοί για τον Θεό.
Πότε έχουμε αποκτήσει αληθινή γνώση;
Οι πνευματικές θεωρίες, όπως γνωρίζω, είναι οκτώ: οι επτά είναι αυτού του κόσμου, ενώ η όγδοη είναι εργασία του μελλοντικού, όπως λέει ο άγιος Ισαάκ.
Προφήτης Αγγαίος 16 Δεκεμβρίου
Σάββατο 27 Δεκεμβρίου 2025
Ἁγίου Ἐλευθερίου Ἱερομάρτυρος (15 Δεκεμβρίου)
Διακαής πόθος της Ανθίας ήταν να επισκεφτεί τη Ρώμη, που τα χώματά της είχαν βαφτεί με το αίμα των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου. Κάποτε, λοιπόν, αποφάσισε και πήγε. Μαζί πήρε και το νεαρό γιό της Ελευθέριο. Ο επίσκοπος Ρώμης Ανίκητος (βλέπε 17 Απριλίου), όταν είδε τον Ελευθέριο εκτιμώντας την πολλή νοημοσύνη του, τη θερμή πίστη και το αγνό ήθος του, τον έλαβε υπό την προστασία του.
Σε ηλικία 15 ετών χειροτονήθηκε από τον επίσκοπο Ρώμης Ανίκητο, διάκονος και έπειτα από τρία χρόνια χειροτονήθηκε ιερέας. Από τη θέση αυτή ο Ελευθέριος αγωνίστηκε με ζήλο για τη διδαχή του ποιμνίου του, και σε έργα φιλανθρωπίας. Αργότερα και σε ηλικία είκοσι ετών, με κοινή ψήφο κλήρου και λαού έγινε επίσκοπος Ιλλυρικού, σημερινής Αλβανίας με έδρα την Αυλώνα.
Μα χειροτονήθηκε τόσο μικρός; Στο ερώτημα δίνει απάντηση ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης.... Γράφει σε υποσημείωση του Συναξαριστού του: «Ας μη θαυμάζει κανείς ότι αυτός ο άγιος χειροτονήθηκε σε ηλικία αντίθετη με τους ιερούς κανόνες της 6ης Οικ. Συνόδου και της τοπικής Συνόδου της Νεοκαισαρείας, οι οποίοι ορίζουν ότι ο διάκονος χειροτονείται στη ηλικία των 25 χρόνων, ο πρεσβύτερος στα 30 και ο επίσκοπος πάνω από 30. Αυτό έγινε γιατί ο άγιος Ελευθέριος έζησε πριν ακόμη γίνουν οι παραπάνω κανόνες, οι οποίοι έγιναν αργότερα».
Η χειροτονία του αγίου Ελευθερίου, όπως γράφει κάποιος βιογράφος του, έγινε «κατ’ οικονομίαν» Θεού, λόγω των μεγάλων αρετών και της σοφίας του με την οποία προσείλκυε στον Χριστό τους ειδωλολάτρες. Η γλυκύτητα του λόγου του, που επιβεβαιωνόταν με τα πολλά θαύματα του, έκανε αυτούς που βρίσκονταν στην πλάνη να ασπαστούν την χριστιανική αλήθεια.
Η φήμη της αρετής του Αγίου Ελευθερίου ήταν τόσο μεγάλη που έφτασε μέχρι τη Βρεττανία. Έτσι, ο βασιλιάς της, Λούκιος, έγραψε επιστολή στον Ελευθέριο και του δήλωνε ότι αυτός και ο λαός του επιθυμούσαν να γίνουν χριστιανοί. Ο Ελευθέριος αμέσως ανταποκρίθηκε, στέλνοντας δύο εκπαιδευμένους στην πίστη άνδρες, που κατήχησαν και βάπτισαν χριστιανούς τον Λούκιο με το λαό του.
Όταν ο Σεπτίμιος Σεβήρος πληροφορήθηκε την χριστιανική δράση του Ελευθερίου διέταξε την σύλληψή του. Έπειτα από πολλά βασανιστήρια ο Ελευθέριος οδηγήθηκε από τους ειδωλολάτρες στην αρένα της Ρώμης. Τα άγρια ζώα όμως δεν τον άγγιξαν, γι’ αυτό και αποκεφαλίσθηκε μαζί με την μητέρα του.
ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΑ' ΛΟΥΚΑ - Ἁγίων Προπατόρων: Εὐαγγέλιο - Ἀπόστολος (Ὁμιλία Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ)

Εκείνος όμως δεν ήταν επιθυμητής τούτων, αλλά έβλεπε προς την γη και την κλοπή και τα γήινα και βδελυρά κέρδη και προς την σωματικήν ωφέλεια που προσδοκούσε να έχει από αυτά. Και απεδείχθη εραστής τούτων των απηγορευμένων πολλές φορές και ποικιλοτρόπως, από τον Πατέρα και Δεσπότη των όλων και Διδάσκαλον. Ήταν λοιπόν συγγενής όχι του Χριστού ούτε των τότε συναποστόλων, αλλά εκείνων προς τους οποίους ο Κύριος έλεγε, «ζητείτε με, ουχ ότι είδετε σημεία, αλλ’ ότι εφάγετε εκ των άρτων και εχορτάσθητε». Όπως δηλαδή εκείνοι, με όλο που και τα θαύματα είδαν και τους άρτους έφαγον και τους λόγους ήκουσαν του ενυποστάτου Λόγου ο οποίος ενηνθρώπησε για εμάς, εφώναζαν ύστερα προς τον Πιλάτον «άρον, άρον, σταύρωσον αυτόν», έτσι ακριβώς και αυτός αν και είδε με τους οφθαλμούς του και απέκτησε περισσότερον από τους άλλους, πείρα της μεγαλειότητος και της θεότητος του Κυρίου, έπειτα τον παρέδωκε στους φονευτάς του. Και αυτός υπέμεινε —ω, τι απερίγραπτος μακροθυμία!— «μέχρι θανάτου, θανάτου δε σταυρού», οδηγώντας και εμάς προς υπομονήν, εκτός από τον ιδικόν του θρίαμβο κατά του αρχεκάκου, και μάλιστα έδειξε ότι οι πειρασμοί και οι θλίψεις μας οφελούν. Διότι λέγει, «εν θλίψει εμνήσθημέν σου»,και «παιδείαν Κυρίου υποίσω (θα υπομείνω δηλαδή)», και «η παιδεία σου, Κύριε, ανόρθωσέ με», ενώ δηλαδή ήμουν σκυμμένος προς το σώμα και τις σωματικές φροντίδες, με ανήγειρε και με έπεισε να βλέπω μόνον προς εσέ.
Παρασκευή 26 Δεκεμβρίου 2025
Άγιοι Φιλήμων, Απολλώνιος, Αρριανός και οι τέσσερις Προτεκτοράτοι 14 Δεκεμβρίου
Ἦχος γ'. Τὴν ὡραιότητα.
Tὴν ἑξαστέλεχον μαρτύρων φάλαγγα, ᾀσμάτων ἄνθεσιν ἀνευφημήσωμεν, ὡς καθαιρέτας τοῦ ἐχθροῦ καὶ στύλους τῆς εὐσεβείας· Θύρσον καὶ Φιλήμονα καὶ στερρὸν Ἀπολλώνιον, Ἀρριανόν Καλλίνικον καὶ τὸν ἔνδοξον Λεύκιον· αὐτοὶ γὰρ οὐρανίων χαρίτων κόσμῳ πυρσεύουσι τὴν αἴγλην.
Πέμπτη 25 Δεκεμβρίου 2025
Αγία Λουκία η παρθένος Εορτάζει στις 13 Δεκεμβρίου
Ως Παρθένος μέν, εν στέφος η Λουκία.
Ως δ' εκ ξίφους και Μάρτυς, άλλο λαμβάνει.
Η Αγία Λουκία έζησε γύρω στα μέσα του 3ου αιώνα μ.Χ. και καταγόταν από τις Συρακούσες της Σικελίας.
Το βράδυ που έπεσε να κοιμηθεί η Λουκία, αφού είχε προσευχηθεί θερμά για την υγεία της μητέρας της, είδε την Αγία Αγαθή σε όραμα. Η Αγία της είπε ότι η μητέρα της θα γιατρευτεί, αλλά η ίδια θα στεφθεί το στέφανο του μαρτυρίου. Η Λουκία περιχαρής, ξύπνησε το πρωί για την ανάρρωση της μητέρας της, αλλά και για το μαρτυρικό στέφανο που την περίμενε.
Όταν γύρισαν στις Συρακούσες την κατήγγειλαν στον αυτοκράτορα Δέκιο, λόγω του φιλανθρωπικού και χριστιανικού της έργου. Επειδή δε δεν απαρνήθηκε την πίστη της στον Κύριο, διατάχθηκε ο θάνατός της. Η αγία Λουκία παρέδωσε το πνεύμα της κάτω από το ξίφος του δημίου.
Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Παρθενίας φοροῦσα χλαῖναν ὑπέρλαμπρον, παρθενικῶς ἐμνηστεύθης τῷ Ζωοδότῃ Χριστῷ, καὶ ἀγάπην γεηροὺ μνηστῆρας ἔλιπες ὅθεν ὡς δῶρα νυμφικά, προσενήνοχας αὐτῶ, τὰ ρεῖθρα τῶν σῶν αἱμάτων, Λούκια Παρθενομάρτυς, ὦ καὶ πρεσβεύεις ὑπὲρ πάντων ἠμῶ
Δύο θαυμαστές εμφανίσεις των Αγίων Ευστρατίου, Αυξεντίου, Ευγενίου, Μαρδάριου και Ορέστη (+ 13 Δεκεμβρίου).
Το μετόχι αυτό προμηθεύεται και κυβερνάται σε όλα τα χρειώδη, επομένως και αυτής της ετησίου μνήμης των Αγίων, από το Μοναστήρι της Αγίας Μονής. Συνέβη λοιπόν να γίνει κάποτε σφοδρότατος χειμώνας κατά τον καιρό της εορτής των Αγίων, ώστε εκ της υπερβολικής χιονόπτωσης, όχι μόνον δεν μπορούσαν να κατεβούν οι Πατέρες του Μοναστηριού, για να φέρουν τα χρειαζούμενα στην εορτή κατά την συνήθεια, αλλά ούτε οι πολίτες μπόρεσαν να έλθουν στην Εκκλησία από το υπερβολικό ψύχος. Και εις μεν τον Εσπερινό εκκλησιάσθηκαν λιγοστοί, εις δε τον Όρθρο μόνος ο Εφημέριος πήγε στην Εκκλησία και ανάβοντας τις κανδήλες έκρουσε το σήμαντρο και εποίησε ευλογητόν για να αναγνώσει την Ακολουθία.
Τότε βλέπει ευθύς πέντε ανθρώπους ευπρεπείς και ευτάκτους να εισέρχονται ευλαβώς στον Ναό, οι οποίοι εκ μεν του ήθους και του σχήματος φαίνονταν ότι είναι ξένοι άνθρωποι, εκ δε του προσώπου φαίνονταν κατά πάντα όμοιοι με τους πέντε ενδόξους τούτους Μάρτυρες, Ευστράτιο, Αυξέντιο, Ευγένιο, Μαρδάριο και Ορέστη, καθώς φαίνονται ζωγραφισμένοι στις άγιες εικόνες τους. Αφού εισήλθαν στην Εκκλησία, οι μεν δυο στάθηκαν στον δεξιό χορό, οι δε άλλοι δύο στον αριστερό και ο πέμπτος, ο οποίος έμοιαζε με τον Άγιο Ορέστη, στάθηκε στο αναλογείο. Όταν ήλθε η ώρα, αυτός μεν κανοναρχούσε και αναγίγνωσκε με λαμπρή και καθαρή φωνή, οι δε άλλοι τέσσερις, οι ιστάμενοι στον δεξιό και αριστερό χορό, έψαλλαν με φωνή γλυκυτάτη και λιγυρά τα ιερά άσματα.
Αυτά βλέποντας και ακούγοντας ο Ιερέας, έχαιρε και αγάλλετο εσωτερικά δοξάζοντας τον Θεό, ο οποίος έστειλε τέτοιους βοηθούς για την τέλεση της Ακολουθίας, αφού καθ’ όλον τον χρόνο δεν υπήρχε εκεί κανείς άλλος βοηθός. Ο Ιερέας εξίστατο δε και εθαύμαζε, αφ’ ενός για την ομοιότητα την οποία είχαν και οι πέντε τούτοι με τους Αγίους της εικόνας, αφ’ ετέρου για την ευπρέπεια, την ορθότητα και την χάρη της αναγνώσεώς τους, όπως και για την γλυκύτατη μελωδία της φωνής τους. Γι αυτό βρισκόταν σε απορία ποιοι να ήταν οι φαινόμενοι και δεν ήξερε τι να πράξει, διότι βιαζόταν να τους ρωτήσει προ του Όρθρου ποιοι ήταν, βλέποντας όμως την σεμνοπρέπεια και προθυμία, την οποία είχαν στην Ακολουθία, απεφάσισε να τους ρωτήσει μετά το τέλος.
Όταν ήρθε η ώρα, κατά την οποία έπρεπε να γίνει η ανάγνωση του Συναξαρίου με το μαρτύριο των Αγίων, στάθηκε στο μέσον και ανέγνωσε εκείνος, ο οποίος φαινόταν όμοιος με τον Άγιο Ορέστη. Και αυτός με πολλή παρρησία και λαμπρή φωνή αναγίνωσκε, οι δε άλλοι τέσσερις με πολλή ηδονή και προσοχή μεγάλη άκουαν τα αναγιγνωσκόμενα. Όταν έφτασε ο αναγιγνώσκων εκεί όπου λέγει, ότι προσέταξε ο Αγρικόλας (άρχοντας Σεβάστειας) να φερθεί κλίνη σιδερένια πεπυρωμένη και πάνω σ’ αυτή να απλωθεί ο Άγιος Ορέστης και ότι φερόμενος αυτός στην κλίνη εδειλίασεν, δεν ανέγνωσε καθώς ήταν γραμμένο, ότι εδειλίασεν, αλλά άλλαξε το ρήμα και αντί του "εδειλίασεν" είπε "εμειδίασεν".









