Ὁλη τὴν ἡμέρα ὁ Ἀνδρέας ἔκανε τόν τρελὸ καί τόν δαιμονισμένο, ἐνῶ τή νύχτα θρηνοῦσε καί προσευχόταν νοερά, παρακαλώντας τή μάρτυρα τοῦ Χριστοῦ νὰ τὸν πληροφορήσει, ἄν ὁ ἀγώνας, πού εἶχε ἀρχίσει, ἦταν θεάρεστος.
Σταματώντας γιά λίγο τόν θρῆνο καί τήν προσευχή, εἶδε νὰ παρουσιάζονται ἕνας ὁλόλαμπρος γέροντας καί πέντε γυναῖκες, πού ἄρχισαν νά ἐπισκέπτονται ἕναν-ἔναν τούς ἀσθενεῖς. Ἀφοῦ πέρασαν ἀπ’ ὅλους, ἦρθαν καί στόν Ἀνδρέα. Πρῶτος στάθηκε μπροστά του ὁ γέροντας. Τόν κοίταξε κατάματα μέ ἤρεμη ματιά καί τοῦ χαμογέλασε συμπαθητικά, σάν νὰ εἶχε κάτι εὐχάριστο στόν νοῦ του. 'Ὑστερα γύρισε στήν πιό λαμπροφορεμένη γυναίκα καί τῆς εἶπε:
-Κυρία Αναστασία, δὲν θά τόν γιατρέφεις αὐτόν ἐδῶ;
-Δέν χρειάζεται τή βοήθειά μου, κύριέ μου, ἀποκρίθηκε ἐκείνη, γιατί τὸν ἔχει ἀναλάβει ἄλλος Γιατρός. Τόν ἔκανε καλά ἤδη Ἐκεῖνος πού τοῦ εἶπε: “Γίνε σαλός γιά χάρη μου, καί θ’ ἀποκτήσεις πολλά ἀγαθά στή βασιλεία μου”. Γνωρίζει ὁ Κύριος ὅτι τὸν ἀγώνα, πού ἄρχισε, δὲν θά τόν ἐγκαταλείψει ὥς τήν τελευταία του πνοή, γνωρίζει ὅτι μὲ τὴ δύναμη τοῦ Ἀγίου Πνεύματος θά γίνει ἐκλεκτὸ ὅργανό Του, ἅγιο κι ἀγαπημένο.
-Τά γνωρίζω, κυρία μου, τῆς εἶπε τότε ὁ γέροντας, τά γνωρίζω κι ἐγώ αὐτά. Ρώτησα, ὅμως, ἐπειδή τόν συμπάθησα.
Αὐτά εἶπαν, χαιρέτησαν τόν Ἀνδρέα καί μπῆκαν στόν κυρίως ναό γιά νά προσευχηθοῦν. Ἀπό τή στιγμή ἐκείνη δέν τούς ξαναεῖδε νά βγαίνουν ἢ νά μπαίνουν, ὥσπου, τά ξημερώματα, ὁ προσμονάριος χτύπησε τό ξυλοσήμαντρο γιά τόν Ὅρθρο. Θαύμασε ὁ ὅσιος γιά ὅσα τοῦ ἀποκαλύφθηκαν. Δόξασε τόν Θεό καί εὐχαρίστησε τή μεγαλομάρτυρα Ἀναστασία, πού τόσο γρήγορα ἀπάντησε στήν ἱκεσία του.










Είναι πολλοί που βλέποντας την σημερινή κατάσταση του ελληνισμού με την υπόταγή του σε μια τέτοια Ευρωπαϊκή Ένωση, με την πολιτική διαφθορά, την ηθική διαστροφή της κοινωνίας να νομιμοποιείται και την θλιβερή κατάπτωση του ιερατείου, να θεωρούν ότι βρισκόμαστε σε μια ανάλογη εποχή προ της αλώσεως της Βασιλίδας.




