Πέμπτη 24 Οκτωβρίου 2019

ΑΠΟ ΤΟΝ ΒΙΟ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΑΝΔΡΕΑ ΤΟΥ ΔΙΑ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΟΥ.


Ὁλη τὴν ἡμέρα ὁ Ἀνδρέας ἔκανε τόν τρελὸ καί τόν δαιμονισμένο, ἐνῶ τή νύχτα θρηνοῦσε καί προσευχόταν νοερά, παρακαλώντας τή μάρτυρα τοῦ Χριστοῦ νὰ τὸν πληροφορήσει, ἄν ὁ ἀγώνας, πού εἶχε ἀρχίσει, ἦταν θεάρεστος.
Σταματώντας γιά λίγο τόν θρῆνο καί τήν προσευχή, εἶδε νὰ παρουσιάζονται ἕνας ὁλόλαμπρος γέροντας καί πέντε γυναῖκες, πού ἄρχισαν νά ἐπισκέπτονται ἕναν-ἔναν τούς ἀσθενεῖς. Ἀφοῦ πέρασαν ἀπ’ ὅλους, ἦρθαν καί στόν Ἀνδρέα. Πρῶτος στάθηκε μπροστά του ὁ γέροντας. Τόν κοίταξε κατάματα μέ ἤρεμη ματιά καί τοῦ χαμογέλασε συμπαθητικά, σάν νὰ εἶχε κάτι εὐχάριστο στόν νοῦ του. 'Ὑστερα γύρισε στήν πιό λαμπροφορεμένη γυναίκα καί τῆς εἶπε:
-Κυρία Αναστασία, δὲν θά τόν γιατρέφεις αὐτόν ἐδῶ;
-Δέν χρειάζεται τή βοήθειά μου, κύριέ μου, ἀποκρίθηκε ἐκείνη, γιατί τὸν ἔχει ἀναλάβει ἄλλος Γιατρός. Τόν ἔκανε καλά ἤδη Ἐκεῖνος πού τοῦ εἶπε: “Γίνε σαλός γιά χάρη μου, καί θ’ ἀποκτήσεις πολλά ἀγαθά στή βασιλεία μου”. Γνωρίζει ὁ Κύριος ὅτι τὸν ἀγώνα, πού ἄρχισε, δὲν θά τόν ἐγκαταλείψει ὥς τήν τελευταία του πνοή, γνωρίζει ὅτι μὲ τὴ δύναμη τοῦ Ἀγίου Πνεύματος θά γίνει ἐκλεκτὸ ὅργανό Του, ἅγιο κι ἀγαπημένο.
-Τά γνωρίζω, κυρία μου, τῆς εἶπε τότε ὁ γέροντας, τά γνωρίζω κι ἐγώ αὐτά. Ρώτησα, ὅμως, ἐπειδή τόν συμπάθησα.
Αὐτά εἶπαν, χαιρέτησαν τόν Ἀνδρέα καί μπῆκαν στόν κυρίως ναό γιά νά προσευχηθοῦν. Ἀπό τή στιγμή ἐκείνη δέν τούς ξαναεῖδε νά βγαίνουν ἢ νά μπαίνουν, ὥσπου, τά ξημερώματα, ὁ προσμονάριος χτύπησε τό ξυλοσήμαντρο γιά τόν Ὅρθρο. Θαύμασε ὁ ὅσιος γιά ὅσα τοῦ ἀποκαλύφθηκαν. Δόξασε τόν Θεό καί εὐχαρίστησε τή μεγαλομάρτυρα Ἀναστασία, πού τόσο γρήγορα ἀπάντησε στήν ἱκεσία του.

Δεμένος ὅλη τήν ἡμέρα, δέν ἔφαγε τίποτα. Τή νύχτα, ξάγρυπνος, προσευχόταν νοερά στόν Θεό καί τή μάρτυρά Του. Ξάφνου, τά μεσάνυχτα, ἐμφανίστηκε μπροστά του ἕνας δαίμονας σάν μαῦρος ἄνθρωπος μ᾿ ἕνα τσεκούρι στό χέρι. Τόν ἀκολουθοῦσαν πολυάριθμοι δαίμονες, κρατώντας ἄλλοι μαχαίρια, ἄλλοι ρόπαλα, ἄλλοι σπαθιά, ἄλλοι σκοινιά. Ὁ μαῦρος ἐκεῖνος ἦταν χιλίαρχος καί εἶχε ἔρθει μαζί μὲ τοὺς δαίμονές του γιά νά σκοτώσει τόν ὅσιο. Τρίζοντας λοιπόν, τὰ δόντια του μὲ λύσσα, ὅρμησε μέ το τσεκούρι του στόν Ἀνδρέα γιά νὰ τὸν χτυπήσει. Μαζί του ὅρμησαν καί οἱ ἄλλοι δαίμονες. Ὁ ὅσιος τότε σήκωσε τὰ χέρια καί φώναξε μέ δάκρυα στόν Θεό:
« Κύριε, μήν ἀφήσεις νά παραδοθεῖ σέ τοῦτα τὰ θηρία μιά ψυχή πού σέ δοξάζει!»ψαλμ73:19.
Καί ἀμέσως πρόθεσε:
-Ἄγιε Ἰωάννη Θεολόγε, βοήθησέ με!
Τήν ἴδια στιγμή ἀκούστηκαν ἀπὸ ψηλὰ μιά βροντή καί κάτι σάν μεγάλη ὀχλοβοή. Καί νά, παρουσιάστηκε ἕνας γέροντας μέ μεγάλα μάτια καί μέ πρόσωπο λαμπερὸ σάν τὸν ἥλιο! Τόν ἀκολουθοῦσαν πολλοί. Ἔκανε στόν ἀέρα τό σημεῖο τοῦ σταυροῦ καί πρόσταξε τούς συνοδούς του:
—Ἀμπαρῶστε τίς πόρτες! Κανείς νὰ μὴ σᾶς ξεφύγει!
Ἀστραπιαῖα ἐκεῖνοι ἐκτέλεσαν τήν ἐντολή του, παγιδεύοντας μέσα στήν ἐκκλησία ὅλους τούς δαίμονες, πού φώναζαν μεταξύ τους ἀπελπισμένα:
—Μαύρη ἡ ὥρα πού βρεθήκαμε ἐδῶ μέσα! Ὁ ᾿Ιωάννης εἷναι πολύ σκληρός καί θά μᾶς βασανίσει φρικτά!
Ὁ σεπτός γέροντας πρόσταξε νά βγάλουν τήν ἁλυσίδα ἀπὸ τὸν λαιμό τοῦ Ἀνδρέα. Τήν πῆρε στά χέρια του, στάθηκε ἔξω ἀπὸ τὴν πύλη τοῦ ναοῦ καί φώναξε:
—Νά μοῦ τούς φέρνετε ἕναν-ἕναν!
Τοῦ ἔφεραν τόν πρῶτο.
—Ξαπλῶστε τον κάτω, εἶπε.
Καί ἀφοῦ δίπλωσε τήν ἁλυσίδα στά τρία, ἔδωσε ἑκατό χτυπήματα στόν δαίμονα, πού κραύγαζε ἱκετευτικά:
—Ἔλεος! Ἔλεος!
Ὑστερα ξάπλωσαν καταγῆς ἕναν ἄλλο. Τόν μαστίγωσε κι αὐτὸν σκληρά. Τό ἴδιο ἔκανε καί σ’ ὅλους τοὺς ὑπολοίπους.
Ὁ μακάριος Ἀνδρέας, ἀκούγοντας τους νὰ φωνόυζουν “ Ἔλεος!’᾽, δέν μποροῦσε νὰ κρατήσει τά γέλια του. Τούς ἔβλεπε νά δέρνονται καί νά πονοῦν σάν νὰ ἦταν ἄνθρωποι. Στήν πραγματικότητα, ὅμως, τούς βασάνιζε ὁ Θεός, γιατί ἡ φύση τους, ὡς ἀσώματη, δὲν μπορεῖ νὰ πάσχει.
Καθώς οἱ δαίμονες ἔφευγαν δαρμένοι, οἱ συνοδοί τοῦ σεπτοῦ γέροντα τούς ἔλεγαν:
—Πηγαίνετε τώρα στόν πατέρα σας, τόν σατανά, καί δεῖξτε του τὸ κατάντημα σας, νὰ δεῖτε πόσο θά χαρεῖ...
Ὅταν ἔγιναν ἄφαντοι ὅλοι, πλησίασε ὁ γέροντας τόν ὅσιο, τοῦ πέρασε στόν λαιμό τήν ἁλυσίδα καί τοῦ εἶπε:
—Εἶδες πόσο γρήγορα ἦρθα νά σέ βοηθήσω! Νοιάζομαι πολύ γιά σένα, γιατί ὁ Κύριος μοῦ ἔδωσε ἐντολή νά φροντίζω γιά τή σωτηρία σου. Κάνε ὑπομονή, λοιπόν, γιά νά φανεὶς ἄξιος σέ ὅλα. Σύντομα ὁ ἀφέντης σου θά σέ ἐλευθερώσει, καί θά πᾶς ὅπου σοῦ ἀρέσει.
—Ποιός εἶσαι, κύριέ μου; τὸν ρώτησε ὁ ὅσιος. Δέν σέ ξέρω.
—Εἶμαι ἐκεῖνος πού ἔγειρε στό ἄχραντο καί ζωοποιό στῆθος τοῦ Κυρίου καί Σωτῆρα μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, (Ιω.13:25)
Ἔτσι εἶπε καί χάθηκε σάν ἀστραπή. Ὁ ὅσιος ὅλος θαυμασμό δόξασε τόν Θεό, γιατί, στέλνοντας τόν ἀγαπημένο Του μαθητή Ἰωάννη, τόν λύτρωσε ἀπό τά σκοτεινά πνεύματα, πού ξεσηκώθηκαν ἐναντίον του.
—Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἔλεγε, μεγάλη, ἀσύλληπτη εἶναι ἡ δύναμή Σου καί ὑπερένδοξη ἡ εὐσπλαχνια Σου, γιατί μοῦ φαίνεται παράξενο καί θαυμαστό νά νοιάζεσαι γιά μένα, τόν ταπεινό, καί νά μέ ἐλεεῖς. Κύριε ὕψιστε καί παντοδύναμε, κράτησέ με γιά πάντα στήν ἀλήθεια Σου. Θεέ φοβερέ καί ἀκατάληπτε, ἀξίωσέ με νά βρῶ χάρη κοντά Σου.
Ἅγιος Ἀνδρέας ὁ διὰ Χριστὸν Σαλός. σελ.50—56.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.