«Ποιος θυμάται;» έλεγε. «Όλα περνούν…»
Μια μέρα, πάνω στον θυμό του, πλήγωσε έναν συνάνθρωπό του με λόγια βαριά.
Έφυγε και το ξέχασε. Νόμιζε πως τελείωσε εκεί.
Μα δεν τελείωσε.
Τα λόγια του έμειναν. Όχι μόνο στην καρδιά εκείνου που τα άκουσε, αλλά και μέσα του.
Έγιναν σκιά στη σκέψη του, βάρος στην ψυχή του, μια σιωπηλή ταραχή που δεν εξηγούνταν.
Και όσο περνούσε ο καιρός, αναρωτιόταν γιατί δεν έχει ειρήνη.
Γιατί δεν μπορεί να χαρεί απλά πράγματα.
Γιατί κάτι μέσα του αντιστέκεται στη γαλήνη.
Δεν ήξερε ή δεν ήθελε να παραδεχτεί πως το κακό που έκανε δεν χάθηκε.
Έμεινε μαζί του.
Λίγο καιρό μετά, βρέθηκε μπροστά σε έναν άνθρωπο που είχε ανάγκη.
Δίστασε. Αυτή την φορά όμως, δεν μίλησε σκληρά.
Έσκυψε, άκουσε, βοήθησε.
Και έφυγε χωρίς να δώσει σημασία.
Μα εκείνο το καλό δεν χάθηκε.
Έκανε έναν κύκλο αθόρυβο.
Πέρασε από καρδιές, από προσευχές, από ευχαριστίες που δεν άκουσε ποτέ.
Και μια μέρα, όταν ο ίδιος βρέθηκε σε δυσκολία, ήρθε πίσω σε αυτόν όχι σαν ανταμοιβή, αλλά σαν φως.
Τότε κατάλαβε.
Το κακό που κάνεις, μένει μαζί σου σε βαραίνει, σε ακολουθεί, σε περιμένει μέχρι να το θεραπεύσεις.
Το καλό που κάνεις, επιστρέφει όχι πάντα όπως το περιμένεις, αλλά πάντα την ώρα που το χρειάζεσαι.
Και από εκείνη τη μέρα, πρόσεχε.
Όχι γιατί φοβόταν την τιμωρία,
αλλά γιατί κατάλαβε πως κάθε πράξη γράφεται μέσα στην αιωνιότητα της ψυχής.
Και άρχισε να ζει αλλιώς.
Με περισσότερη προσοχή, περισσότερη αγάπη, περισσότερη αλήθεια.
Γιατί έμαθε κάτι απλό, αλλά βαρύ:
Ό,τι δίνεις, το συναντάς ξανά. «Ό,τι κάνεις, γίνεται τρόπος ύπαρξης μέσα σου.»

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.