ΠΟΛΥ ΕΠΙΚΑΙΡΟ ΕΙΔΙΚΑ ΣΤΙΣ ΗΜΕΡΕΣ ΜΑΣ
Ἕνας μοναδικὸς ἡγέτης
Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἀναφέρονται συχνὰ στὸν Μέγα Ἀλέξανδρο.
Ἐγκωμιάζουν εὐμενέστατα τὴ μοναδικὴ προσωπικότητά του, ἔχοντας βέβαια πάντοτε ὑπ’ ὄψιν τους τοὺς παλαιότερούς τους Ἕλληνες ἱστορικούς, οἱ ὁποῖοι κατέγραψαν, συχνὰ μὲ λεπτομέρειες, τὰ γεγονότα τῆς ἐκστρατείας τοῦ ἀξεπέραστου στρατηλάτη. Ἐπαινοῦν τὴν ἁγνότητα καὶ τὴ σωφροσύνη του, τὴ φιλάνθρωπη, συχνά, συμπεριφορά του, τὴν τιμὴ ποὺ, κατὰ κανόνα, ἀπέδιδε στοὺς φίλους του καὶ στὴ φιλία, τὴν ἄρνησή του νὰ πιστεύει στὶς συκοφαντίες, τὸν σεβασμό ποὺ ἔδειχνε σ’ αὐτοὺς ποὺ τοῦ ἐμπιστεύονταν κάποιο μυστικὸ καὶ τὴ μεγάλη σημασία ποὺ ἀπέδιδε στὴν ἐχεμύθεια, τὸν σεβασμό του στὸν Θεό καὶ τὴν ἀναγνώριση τῆς δικῆς του ἀδυναμίας, τὴ φιλοπατρία του, τὴν ἀγάπη στοὺς γονεῖς καὶ στὸν δάσκαλό του, τὴν πολιτική καὶ στρατηγική του δεινότητα, τὴν παλληκαριά του, ἡ ὁποία ἐνέπνεε θάρρος στοὺς στρατιῶτες του, τὴ βαθύτατη ἐκτίμησή του σὲ ἀνθρώπους -ἀκόμη καὶ ἄλλης ἐθνικότητος- ποὺ διακρίνονταν γιὰ τὴν ἀρετή, τὴ σοφία καὶ τὴν κάθε λογῆς ἀξιοσύνη τους. Ἐπαινοῦν ἀκόμη τὴν ἀφιλοχρηματία του, τὴν ἐντιμότητα, τὴ δικαιοσύνη του.
Ἐγκωμιάζουν τὴν εὐστροφία του, τὴν ταχύτητα λήψης καὶ ἐκτέλεσης καὶ τῶν πλέον δύσκολων ἀποφάσεων, τὸ ἀήττητό του στὶς μάχες, τὴν οἰκουμενικότητα τῶν ὁραμάτων του καὶ τὴν παγκόσμια ἐπὶ τῆς ἐποχῆς του, ἀλλὰ καὶ ἐσαεί, ἀναγνώρισή του, τὴ μεγαλοφροσύνη ἀλλὰ καὶ τὴ μεγαλοψυχία του. Καὶ μαζὶ μ’ αὐτὸν ἐγκωμιάζουν καὶ τὸ ἔθνος τῶν Μακεδόνων ποὺ τὸν ἀνέδειξε, τὸ ὁποῖο ὅμως εἶναι ἑλληνικό, καθὼς ὁ Ἀλέξανδρος εἶναι μὲν Μακεδὼν καὶ «τῶν Μακεδόνων βασιλεύς», ἀλλὰ ἐν ταυτῷ, ὡς Ἕλλην, εἶναι καὶ «βασιλεὺς τῶν Ἑλλήνων», ὅπως, παραλλήλως καὶ μὲ τοὺς δύο τίτλους, τὸν ἀποκαλοῦν τόσο οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ὅσο καὶ ἡ Παλαιὰ Διαθήκη.
Ἀναμφίβολα, ἡ ἁγνότητα εἶναι ἡ κορυφαία ἀρετή τοῦ νεαροῦ στρατηλάτη, μεγαλύτερη ἀκόμη καὶ ἀπὸ αὐτὴν τὴ μοναδικὴ καὶ ἀνυπέρβλητη ἀνδρεία του. Τὸ εἶχαν ἐπισημάνει αὐτὸ οἱ ἀρχαῖοι συγγραφεῖς, ὅπως ὁ Πλούταρχος, ὁ ὁποῖος γράφει ὅτι ὅλοι θαύμαζαν τὸν Ἀλέξανδρο, γιατὶ εἶχε ἐπιδείξει πιὸ μεγάλη ἁγνότητα ἀπέναντι στὶς γυναῖκες τῶν Περσῶν παρὰ ἀνδρεία ἀπέναντι στοὺς Πέρσες («ὡς πλείονα ταῖς Περσῶν γυναιξὶ σωφροσύνην ἢ Πέρσαις ἀνδρείαν ἐπιδεδειγμένον», «Ἀλέξανδρος» 30. 10-11). Ἡ ἀπὸ κάθε πλευρὰ ἠθική του καθαρότητα ἦταν πανθομολογούμενη καὶ ὅσο κι ἄν προσπαθήσουν οἱ κατήγοροί του δὲν θὰ βροῦν στὶς πηγὲς ἐρείσματα, γιὰ νὰ στηρίξουν τὶς συκοφαντίες τους. Ἡ ἀρετὴ αὐτὴ τοῦ νεαροῦ ἄνδρα μᾶς ἐκπλήσσει, ὅταν ἀναλογιζόμαστε ὅτι στοὺς προχριστιανικοὺς χρόνους ὄχι μόνο δὲ ἐθεωρεῖτο ἡ ἀνηθικότητα ὡς ἁμαρτία, ἀλλὰ διέθετε καὶ τὴ δική της θεά. Ὁ Μ. Βασίλειος μνημονεύει ἕνα περιστατικό ποὺ τὸ ἀναφέρει τόσο ὁ Ἀρριανός («Ἀλεξάνδρου Ἀνάβασις», 4,19,6) ὅσο καὶ ὁ Πλούταρχος (Βίος Ἀλεξάνδρου 21κἑ. καὶ Περί Ἀλεξάνδρου τέχν. 6, 338de). Οἱ στρατιῶτες του παρουσίασαν ἐνώπιόν του στὰ Σοῦσα τὴν αἰχμάλωτη οἰκογένεια τοῦ νικημένου Δαρείου. Ἀνάμεσα στὰ μέλη της ξεχώριζαν γιὰ τὴν ἐξαιρετικὴ ὀμορφιά τους ἡ σύζυγος καὶ οἱ θυγατέρες τοῦ Πέρση βασιλιᾶ. Ὁ Ἀλέξανδρος τὶς σεβάστηκε («κατῃδέσθη») καὶ αὐτὸς ὁ τόσο νεαρὸς ἄνδρας -οὔτε τριάντα ἐτῶν τότε, ἀλλὰ καὶ κυρίαρχος τοῦ κόσμου- δὲν ἐπέτρεψε στὸν ἑαυτό του οὔτε κἄν τὸ κεφάλι του καὶ τὰ μάτια του νὰ σηκώσει, γιὰ νὰ δεῖ τὸ πρόσωπό τους, γιατί θεώρησε πὼς εἶναι ντροπὴ γι’ αὐτὸν ποὺ κατανίκησε τόσους ἄνδρες νὰ νικηθεῖ ἀπὸ γυναῖκες («αἰσχρόν εἶναι κρίνων τὸν ἄνδρα ἑλόντα γυναικῶν ἡττηθῆναι» [P.G. 31, 577]).













