....Παρηγορημένος ὁ χριστιανὸς ἀπὸ τὰ λόγια τοῦ ἁγίου, ἐπέστρεψε στὸ σπίτι του χαρούμενος. Ὡστόσο, ὅταν ἦρθε τὴν παραμονὴ τῆς ἑορτῆς γιὰ νὰ πάρει τὴν εἰκόνα, διαπίστωσε πὼς δὲν ἦταν ἕτοιμη, ἐνῷ ὁ μακάριος Ἀλύπιος εἶχε βαρύνει περισσότερο.
Δυσαρεστημένος τότε ἔλεγε: «Γιατί, παπα-Ἀλύπιε, δὲν μὲ εἰδοποίησες γιὰ τὴν κατάσταση τῆς ὑγείας σου; Θὰ ἔβρισκα ἄλλον ἁγιογράφο νὰ μοῦ φτιάξη τὴν εἰκόνα. Ἔχω ὑποσχεθεῖ νὰ τὴν πάω στὴν ἐκκλησία αὔριο. Τί θὰ κάνω τώρα; Μὲ ντρόπιασες! Δὲν τὸ περίμενα αὐτὸ ἀπὸ σένα»! «Τέκνο μου», ἀποκρίθηκε μὲ πραότητα ὁ ὅσιος, «μήπως ἀπὸ ραθυμία δὲν ἑτοίμασα τὴν εἰκόνα σου;... Νὰ ξέρης πὼς ὁ Κύριος μπορεῖ μόνο μ’ ἕνα Τοῦ λόγο νὰ ζωγραφίσει τὴν εἰκόνα τῆς Μητέρας Του. Ἐγὼ βέβαια ἤδη ἀναχωρῶ ἀπ’ αὐτὸ τὸν κόσμο, ὅπως μοῦ φανέρωσε ὁ Θεός. Ἐσένα ὅμως δὲν θὰ σ’ ἀφήσω λυπημένο».
Παρὰ τὴ διαβεβαίωση τοῦ ἁγίου ὅμως, ὁ χριστιανὸς ἔφυγε συγχυσμένος. Ἀλλὰ νά! Σὲ λίγο μπῆκε μέσα στὸ κελὶ ἕνας ὁλόλαμπρος, φωτεινὸς νέος. Στάθηκε μπροστὰ στὸ καβαλέτο κι ἄρχισε νὰ ζωγραφίζει τὴν εἰκόνα τῆς Κοιμήσεως σιωπηλός.
Ὁ ὅσιος τὸν παρατήρησε προσεκτικά. Πρῶτα ἅπλωσε στὴν εἰκόνα τὸ χρυσό. Ἔπειτα ἔπιασε νὰ δουλεύει τὰ χρώματα μὲ ἀπίστευτη ταχύτητα. Σὲ τρεῖς ὧρες εἶχε κιόλας τελειώσει! Στράφηκε τότε στὸν κατάκοιτο ὅσιο καὶ τοῦ εἶπε:«Πάτερ! Τῆς λείπει τίποτα; Ἔσφαλα σὲ κάτι»; Πολὺ καλὴ τὴν ἔκανες, ἄγγελε τοῦ Θεοῦ, ἀπάντησε ἐκεῖνος. Ὁ Θεὸς σὲ βοήθησε νὰ τὴν κάνης ὑπέροχη.
Μετὰ ἀπ' αὐτὸ ὁ θεόσταλτος «ζωγράφος» πῆρε στὰ χέρια του τὴν εἰκόνα κι ἔγινε ἄφαντος. Στὸ μεταξὺ ὁ χριστιανὸς ποὺ τὴν εἶχε παραγγείλει δὲν μπόρεσε νὰ κλείσει μάτι ὅλη τὴ νύχτα ἀπὸ τὴ μεγάλη του λύπη.
Ξημέρωνε ἡ ἑορτὴ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου. Ἡ πανήγυρη, Ἀλίμονο, θὰ γινόταν χωρὶς τὴν εἰκόνα της! Τὸ πρωὶ σηκώθηκε μὲ βαρεῖα καρδιὰ καὶ κίνησε γιὰ τὴν ἐκκλησία. Δὲν εἶχε ξημερώσει ἀκόμη καλά-καλά. Ἦταν ὁ πρῶτος ποὺ ἔφτασε στὸ ναό. Θὰ μποροῦσε ἀνενόχλητος νὰ κλάψει ἐκεῖ γιὰ τὸ σφάλμα του. Μόλις ὅμως μπῆκε μέσα, τί νὰ δή! Ἡ εἰκόνα, πανέμορφη κι ἀστραφτερή, ἦταν τοποθετημένη στὸ προσκυνητάρι της! «Κύριε ἐλέησον»! φώναξε, κι ἔπεσε κάτω, πιστεύοντας ὅτι βλέπει ὅραμα. Ὅσο περνοῦσε ἡ ὥρα ὅμως, ἄρχισε νὰ πείθεται ὅτι ἡ εἰκόνα ἦταν πραγματική.
«Ἐν φόβῳ καὶ ἐν τρόμῳ» θυμήθηκε τὴ διαβεβαίωση τοῦ ὁσίου Ἀλύπιου, ὅτι ἡ εἰκόνα θὰ εἶναι ἕτοιμη στὴν ἑορτὴ τῆς Παναγίας. Γεμᾶτος δέος σηκώθηκε καὶ γύρισε στὸ σπίτι του γιὰ νὰ εἰδοποιήσει τοὺς δικούς του. Κι ἔτρεξαν ὅλοι μὲ χαρὰ μεγάλη στὴν ἐκκλησία, κρατῶντας κεριὰ καὶ θυμιάματα. Ἀντίκρισαν τὴν εἰκόνα νὰ λάμπει σὰν τὸν ἥλιο. Τόσο πολύ, ποὺ δὲν μποροῦσαν νὰ τὴν κοιτάξουν κατὰ πρόσωπο. Ἔπεσαν στὴ γῆ καὶ τὴν προσκύνησαν τρέμοντας ἀπὸ συγκίνηση.
Μετὰ τὴν ἑορτὴ ὁ εὐσεβὴς ἐκεῖνος χριστιανὸς ἦρθε στὸν ἡγούμενο τῆς μονῆς τῶν Σπηλαίων καὶ τοῦ διηγήθηκε τὸ θαῦμα. Πῆγαν μαζὶ στὸν ἀξιομακάριστο Ἀλύπιο. Ὁ ἡγούμενος τὸν ρώτησε: «Πάτερ Ἀλύπιε, πὼς καὶ ἀπὸ ποιόν ζωγραφίστηκε ἡ εἰκόνα αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου»; Ἐκεῖνος τότε τοὺς διηγήθηκε ὅλα ὅσα ἔγιναν. «Ἄγγελος Θεοῦ τὴν ἔφτιαξε», εἶπε. «Αὐτὸς τὴν πῆγε καὶ στὴν ἐκκλησία. Καὶ νά! Ὁ ἴδιος ἄγγελος στέκεται τώρα ἐδῶ, δίπλα μου, περιμένοντας ἐντολὴ ἀπὸ τὸν Κύριο γιὰ νὰ πάρει τὴν ψυχή μου. Τὸν βλέπετε; Εὐλογητὸς ὁ Θεός»!
Καὶ μὲ τὰ λόγια αὐτὰ ὁ ὅσιος, παρέδωσε τὸ πνεῦμα του στὸν Κύριο....!!!

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.