Δευτέρα 20 Μαρτίου 2023

Αξίες…Ένα συγκλονιστικό κείμενο...



Καθώς στεκόταν μπρος στην τάξη της την Ε’ δημοτικού, την πρώτη ημέρα του σχολείου η κυρία Τζοβάννα είπε στα παιδιά ένα ψέμα.
Όπως οι περισσότερες δασκάλες, κοίταξε τους μαθητές της και είπε ότι τους αγαπούσε όλους το ίδιο.
Αλλά αυτό ήταν αδύνατον, διότι εκεί στην μπροστινή σειρά, βυθισμένο στο κάθισμά του ήταν ένα μικρό αγόρι, ο Μάνος Μανούσας.
Η κυρία Τζοβάννα είχε παρακολουθήσει τον Μάνο την προηγούμενη χρονιά και είχε προσέξει ότι ο Μάνος δεν έπαιζε καλά με τα άλλα παιδιά.


Η αθεΐα :Το "καύχημα" της εποχής μας - Φωτίου Κόντογλου






«Ω, άπιστοι, δεν είσθε δύσπιστοι. Είσθε οι πλέον εύπιστοι!

Δέχεσθε τα πιο απίθανα, τα πιο παράλογα, τα πιο αντιφατικά,

για να αρνηθήτε το θαύμα, την Αλήθεια».

Άγιος Αυγουστίνος


Του Αειμνήστου ΦΩΤΙΟΥ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ


Νυξ αφεγγής τοις απίστοις, Χριστέ, τοις δε πιστοίς φωτισμός.


Αθεΐα! Τίτλος μεγάλος και καύχημα για τον σημερινόν άνθρωπο. Όποιος τον αποχτήσει (και για να τον αποχτήσει, φτάνει να χειροτονηθεί μοναχός του άπιστος), γίνεται παρευθύς στα μάτια των άλλων σοφός, κι ας είναι αμόρφωτος, σοβαρός, κι ας είναι γελοίος, επίσημος κι ας είναι αλογάριαστος, υπεράξιος κι ας είναι ανάξιος, επιστήμονας κι ας είναι κουφιοκέφαλος.

Δεν μιλώ για τον άνθρωπο που έχει πόθο να πιστέψει, μα δεν μπορεί, με όλο που κατά βάθος πάντα η αιτία της απιστίας είναι η περηφάνεια, αυτή η οχιά, που κρύβεται τόσο επιτήδεια μέσα στον άνθρωπο, που δεν μπορεί να την καταλάβει.


Όπως και νάναι, οι άνθρωποι που αγωνίζουνται και πολεμάνε με τον άπιστο εαυτό τους, έχουνε όλη τη συμπόνεσή μας. Γι' αυτούς παρακαλούμε, όσοι πιστεύουμε, να τους βοηθήσει ο Θεός να πιστέψουνε, όπως έκανε σε κείνον τον πατέρα που είχε άρρωστο το παιδί του, και παρεκάλεσε τον Χριστό να το γιατρέψει. Και Κείνος του είπε: «Αν μπορείς να πιστέψεις, όλα είναι δυνατά σε κείνον που πιστεύει». Και τότε ο πατέρας του παιδιού έκραξε με δάκρυα: «Πιστεύω, Κύριε. Βοήθει μου τη απιστία», δηλαδή «έχω πόθο να πιστέψω, κι εσύ, Κύριε, δυνάμωσέ τον».


Οι άπιστοι, για τους οποίους μιλούμε, δεν είναι τέτοιοι. Όχι μονάχα δεν κλάψανε ποτέ, για να ανοίξουνε με τον πόνο και με τη συντριβή την κλεισμένη πόρτα, την πόρτα της μετανοίας, όπως έκανε εκείνος ο δυστυχισμένος πατέρας που γράφει το Ευαγγέλιο, αλλά μήτε συγκινηθήκανε ποτέ τους, μήτε αισθανθήκανε καμμιά πίκρα για την απιστία τους, μήτε νοιώσανε πως έχουνε γι' αυτό καμμιά ευθύνη, κανένα φταίξιμο. Όλο το φταίξιμο είναι του Θεού, που δεν φανερώνεται μπροστά τους να τους πει: «Ελάτε, ψηλαφήσετέ με, πιάστε με, μιλείστε μαζί μου όπως μιλάτε μεταξύ σας, αναλύσετέ με μέ τη χημεία σας, κομματιάστε με μέ το μαχαίρι της ανατομίας σας, ζυγίστε με, μετρείστε με, ικανοποιήσετε τις άπιστες αισθήσεις σας, χορτάσετε τ' αχόρταγο λογικό σας!».


Αυτοί οι αυτοτιτλοφορούμενοι άπιστοι, σε καιρό που επιδείχνουνε την εξυπνάδα τους, φουσκωμένοι από τον κούφιον αγέρα της περηφάνειας κι' από την πονηρή ευστροφία του μυαλού τους, δεν είναι σε θέση οι δύστυχοι, να νοιώσουνε πόσο ανόητοι και στενόψυχοι φαίνουνται σε κείνους που πιστεύουνε. Γιατί, για να πιστέψουνε, ζητάνε κάποιες αποδείξεις που κάνουνε τον πιστό να τους ελεεινολογεί για την περιορισμένη αντίληψη που έχουνε για το πνεύμα και για τα πνευματικά ζητήματα.


Ο πιστός ξέρει πολύ καλά ως που μπορούνε να φτάξουνε οι διαλογισμοί του άπιστου, γιατί, κι” αυτός, σαν άνθρωπος, τους έχει εκείνους τους λογισμούς, τους λογισμούς της σάρκας, τους λογισμούς τούτου του κόσμου.
Ενώ ο άπιστος είναι ανύποπτος για όσα έχει μέσα του ο πιστός, και για ό,τι βρίσκεται παραπέρα από την πρακτική γνώση του, δηλαδή για τα μυστήρια που είναι κρυμμένα από τα μάτια του, και που γι' αυτό θαρρεί πως δεν υπάρχουνε. Κι από την ανοησία του κορδώνεται, και μιλά με καταφρόνεση για κείνους που είναι σε θέση να νοιώσουνε τη βαθύτερη σύσταση του κόσμου, ενώ αυτός ο δυστυχής είναι τυφλός και κουφός, και θαρρεί πως τ' ακούει όλα και πως τα βλέπει όλα.
Ο πιστός έχει πνευματικά μάτια και πνευματικά αυτιά, καθώς και κάποια «υπέρ αίσθησιν».
Ο άπιστος πώς να πάρει είδηση από 'κείνον τον μυστικόν κόσμο μόνο με τα χονδροειδή μέσα που έχει, δηλαδή με τις σωματικές αισθήσεις; Πώς να πιάσει τα λεπτά κι' αλλόκοτα μηνύματα εκείνου του κόσμου, αφού ο δυστυχής δεν έχει τις κεραίες που χρειάζουνται για να τα πιάσει;

Ο Απόστολος Παύλος γράφει στην Α' προς Κορινθίους επιστολή του, με τον τρόπο που γνωρίζει μονάχα αυτός, για το τι είναι σε θέση να νοιώσει ο πιστός, και τι μπορεί να νοιώσει ο άπιστος: Λαλούμε, λέγει, τη σοφία του Θεού που είναι μέσα σε μυστήριο, και που είναι κρυμμένη, τη σοφία που την προόρισε ο Θεός, πριν από τους αιώνες, για δόξα δική μας, και που δεν τη γνώρισε κανένας από τους άρχοντες τούτου του κόσμου (δηλ. τους σοφούς της κοσμικής σοφίας), και που ξεσκεπάζει αυτά που, κατά τη Γραφή, δεν τα είδε μάτι, και που δεν τ' άκουσε αυτί, και που δεν ανεβήκανε στην καρδιά κανενός ανθρώπου, εκείνα που ετοίμασε ο Θεός για κείνους που τον αγαπούνε. Αλλά σε μας τα φανέρωσε ο Θεός με το Πνεύμα του το άγιο. Επειδή, το άγιο Πνεύμα όλα τα ερευνά, και τα βάθη του Θεού.


Γιατί, ποιος άνθρωπος γνωρίζει το μέσα του ανθρώπου, παρά μονάχα το πνεύμα του ανθρώπου που είναι μέσα στον άνθρωπο; Έτσι και τα μυστήρια του Θεού δεν τα γνωρίζει κανένας παρά μονάχα το Πνεύμα του Θεού. Κι εμείς δεν επήραμε το πνεύμα του κόσμου (δηλ. τη φιλοσοφία και την κοσμική γνώση), αλλά το Πνεύμα του Θεού, για να γνωρίσουμε όσα χάρισε σε μας ο Θεός. Κι αυτά (τα χαρίσματα) δεν τα εκφράζουμε με τα λόγια που διδάσκεται η ανθρώπινη σοφία, αλλά με λόγια που διδάσκει το άγιο Πνεύμα, μιλώντας σε πνευματικούς ανθρώπους με πνευματικόν τρόπο. Πλην, ο άνθρωπος που έχει την σαρκική γνώση (τον ορθολογισμό), δεν παραδέχεται όσα διδάσκει το Πνεύμα του Θεού, γιατί τα νομίζει για ανοησίες, και δεν είναι σε θέση να καταλάβει πως ανακρίνεται πνευματικά. Ο πνευματικός όμως άνθρωπος, ανακρίνει κάθε άνθρωπο, ενώ αυτός από κανέναν δεν ανακρίνεται».


Η απιστία υπήρχε πάντα. Μα σήμερα, με την αποτρόπαια ματαιοδοξία που μας τρώγει, την επιδείχνουμε σαν να μας δίνει τη μεγαλύτερη αξία. Όποιος έχει πίστη στον Θεό και στην αλήθεια που φανέρωσε, είναι καταφρονεμένος, σαν στενόμυαλος κι” ανόητος, και τραβά πάνω του όλα τα περιγελάσματα. Λογαριάζεται για «βλαμμένος» από τον πολύν κόσμο, μάλιστα από τον κόσμο που ξέρει να τα καταφέρνει στη ζωή, να «πετυχαίνει», να βγάζει λεφτά, να καλοπερνά, να μη δίνει πεντάρα για τίποτα, κατά το ρητό που λέγει: «Φάγωμεν και πίωμεν, αύριον γαρ αποθνήσκομεν». Για τούτο, χρειάζεται να έχει θάρρος και να περιφρονά την εκτίμηση του κόσμου και το υλικό συμφέρον του, όποιος λέγει πως έχει πίστη στον Θεό.


Ενώ εκείνον που καυχιέται πως δεν πιστεύει σε τίποτα,

α’) Τον έχει ο κόσμος σε μεγάλη υπόληψη και σεβασμό, μάλιστα όσο περισσότερο άπιστος λέγει πως είναι, τόσο περισσότερη είναι η εκτίμηση και ο σεβασμός που φανερώνει ο έξυπνος και σοβαρός κόσμος στο πρόσωπό του. Ο τέτοιος άνθρωπος είναι συνοφρυωμένος, με λίγα και βαρειά λόγια, αράθυμος κι” απότομος, «θετικός άνθρωπος», «γερό μυαλό».

β’) Όλα του έρχουνται βολικά, και δεν σκοτίζεται, δεν στενοχωριέται για τίποτα. Δεν έχει ευθύνες και ζαλούρες: Εδώ κάτω, λέγει, είναι η Κόλαση κι” ο Παράδεισος. Η ζωή είναι για να την απολαβαίνουνε οι έξυπνοι. Οι κοιμισμένοι κι” οι αφιονισμένοι ας πεθάνουνε».


Εξ άλλου, δεν υπάρχει πιο εύκολο πράγμα από το να κάνεις τον άπιστο! Πατάς ένα μονάχα κουμπί, κι” όλα σου έρχονται βολικά. Ο διάβολος είπε στον Χριστό: Πέσε, προσκύνησέ με, και θα γίνουνε οι πέτρες ψωμιά, «οι λίθοι άρτοι».


Λέγει λοιπόν ο έξυπνος: «Να κάθεσαι, άνθρωπος με τετρακόσα μυαλά, να χάνεις τον καιρό σου με χαζομάρες, σαν τις γρηές, με θεούς, με κόλαση και με παράδεισο, με καντήλια, με θυμιατά, με δισκοπότηρα, με παπάδες και με καλόγρηες! Και σε ποια εποχή; Στην εποχή μας, που η επιστήμη στέλνει ανθρώπους στους πλανήτες! Ακούς, φίλε μου, βλακεία που έχει αυτός ο κόσμος;».


Αυτά λένε για τους πιστούς οι έξυπνοι και οι τιμημένοι τούτου του κόσμου, και τους χειροκροτούνε οι πολλοί, που τους έχουνε για φρόνιμους σε όλα, επειδή δεν κυνηγάνε ίσκιους, αλλά έχουνε μυαλό γερό, και επιτυχαίνουνε σε ότι καταπιαστούνε.

Ναι! Επιτυχαίνουνε, γιατί, μ' έναν λόγο, η απιστία είναι «η πλατεία πύλη και ευρύχωρος οδός», που δεν πιστεύουνε πως είναι «η απάγουσα εις την απώλειαν», όπως είπε ο Χριστός, αλλά «εις την επί γης ευδαιμονίαν». Ενώ η πίστη είναι «η στενή πύλη και τεθλιμμένη οδός», που δεν πιστεύουνε πως είναι «η απάγουσα εις την ζωήν», αλλά «εις την επί γης δυστυχίαν και περιφρόνησιν». «Πολλοί εισίν οι εισερχόμενοι διά της πλατείας πύλης» κατά τον λόγο του Κυρίου, «και ολίγοι εισιν οι ευρίσκοντες την στενήν πύλην».


Όλοι οι άπιστοι λένε πως αν βλέπανε ένα θαύμα, θα πιστεύανε. Μα η πίστη δεν έρχεται με τη βία, αλλά με τη συγκατάθεση της ψυχής. Γι' αυτό σε όσους ζητάνε θαύμα για να πιστέψουνε, δεν δίνεται, κατά τον λόγο που είπε ο Χριστός στους Φαρισαίους: «Γενεά πονηρά και μοιχαλίς σημείον επιζητεί και σημείον ου δοθήσεται αυτή».


Αλλά και θαύμα να δει ένας άπιστος, η υπερηφάνεια δεν τον αφήνει να πιστέψει, για να μη φανεί ευκολόπιστος και καταφρονεθεί.


Πριν καιρό έγραψα με συντομία πέντε- έξη άρθρα για τα θαύματα που γίνουνται σ' ένα χωριό της Μυτιλήνης, με τον τίτλο «Φρικτά μυστήρια». Πολλοί αναγνώστες συγκινηθήκανε στο έπακρο, ιδίως οι ταπεινοί κι' αγράμματοι άνθρωποι, «τα μωρά του κόσμου και τα εξουθενημένα». Οι έξυπνοι όμως κι' οι τετραπέρατοι δεν δώσανε σημασία, και κάποιοι απ' αυτούς με περιγελάσανε και μου γράψανε πως λέγω ανοησίες.


Αλλά, «Θεός ου μυκτηρίζεται». Από τότε ως τα σήμερα τα θαύματα δεν πάψανε, κι ολοένα γίνουνται πυκνότερα και τρομαχτικώτερα. Οι άνθρωποι που τα βλέπουνε μου τα γράφουνε με όλα τα καθέκαστα, κι απ' αυτά κάνω ένα βιβλίο που θα είναι σαν πυρωμένο σίδερο για τις άπιστες γλώσσες (Πρόκειται για το βιβλίο «Σημείον μέγα» που εξέδωσε ο «Αστήρ»).

Αυτόν τον καιρόν γίνουνται ανασκαφές, για να βρεθεί η αρχαία εκκλησία με τα λείψανα εκείνων που φανερώνονται ολοζώντανοι μπροστά στους απλούς ανθρώπους, στον ύπνο και στον ξύπνο τους, καθώς κι εικόνες και τα” άλλα κειμήλια. Θα είχανε βρεθεί όλα, και θα ξεσκεπαζότανε γρήγορα ολότελα αυτός ο φοβερός κρατήρας, που θα σάρωνε τους άπιστους με την αγιασμένη λάβα του, αν υπήρχανε περισσότερα μέσα στα χέρια των φτωχών ανθρώπων που σκάβουνε με μια πίστη που είναι σαν φωτιά.


Μα, όπως και να είναι, με τη χάρη του Θεού «την τ' ασθενή θεραπεύουσαν και τα ελλείποντα αναπληρούσαν», θα βγάλουνε σε καλό τέλος το βλογημένο αυτό έργο, και θα θριαμβέψει η ακατάλυτη πίστη μας, και θα ακουστεί ως τα πέρατα του άπιστου κόσμου η βροντερή φωνή: «Τις Θεός μέγας ως ο Θεός ημών; Συ ει ο Θεός ο ποιών θαυμάσια μόνος!».

Εκ του περιοδικού «Ορθόδοξος Φιλόθεος Μαρτυρία»
Εκδόσεις «Ορθόδοξος Κυψέλη»


Ο Φώτης Κόντογλου(πραγματικό όνομα Φώτιος Αποστολέλης: Αϊβαλί Μικράς Ασίας, 8 Νοεμβρίου 1895 – Αθήνα, 13 Ιουλίου 1965) ήταν έλληνας λογοτέχνης και ζωγράφος. Αναζήτησε την «ελληνικότητα», δηλαδή μία αυθεντική έκφραση, επιστρέφοντας στην ελληνική παράδοση, τόσο στο λογοτεχνικό όσο και στο ζωγραφικό του έργο. Είχε ακόμα σημαντικότατη συμβολή στον χώρο της βυζαντινής εικονογραφίας. Σήμερα θεωρείται ως ένας από τους κυριότερους εκπροσώπους της «Γενιάς του Τριάντα».




Τι διαφέρει η Βασιλεία του Θεού απ' αυτόν τον κόσμο;



Ρώτησαν κάποτε την Αγία Συγκλητική· τι διαφέρει ο άλλος κόσμος από τούτον εδώ οπού ζούμε τώρα; Και η μακαρία Συγκλητική αποκρίθηκε:

Το παιδί ενόσω βρίσκεται μέσα στην κοιλιά της μάνας του, ζει πολύ στενοχωρημένο, όντας ανακατωμένο μέσα στη λάσπη της μήτρας, ωσάν τυφλό.
Όταν όμως έλθει η ώρα του και γεννηθεί, λευτερώνεται από την στενοχώριαν εκείνη, όπου ήτανε κλειδωμένο, και χωρίς να το καταλάβει έρχεται σε ένα καινούριο κόσμο γεμάτον φως, ευρυχωρία και απόλαυση.
Ένα τέτοιο πράμα γίνεται και με την ψυχή του ανθρώπου. Στενοχωριέται μέσα στην κοιλιά τούτου του ψεύτικου κόσμου, έως ότου έβγει απ’ αυτόν και πάει στην άλλη ζωή την αιώνιο, όπου, αντί ήλιος βλέπει ν’ αστράφτει η όψη του Χριστού, αντί αέρα αναπνέει το Άγιο Πνεύμα και αντί τροφή γεύεται την Δόξα του Θεού. Η πρώτη γέννα μας έχει και πείνα. Η δεύτερη γέννα είναι Ανάσταση και Χόρταση.

Παρασκευή 17 Μαρτίου 2023

Ευχή προ του ύπνου...




Τοις μισούσι και αδικούσιν ημάς συγχώρησον, Κύριε,


τοις αγαθοποιούσιν αγαθοποίησον,


τοις αδελφοίς και οικείοις ημών, χάρισαι τα προς σωτηρίαν αιτήματα, και ζωήν την αιώνιον,


τους εν ασθενεια επίσκεψαι, και ίασιν δώρησαι,


τους εν θαλάσση κυβέρνησαν,


τοις εν οδοιπορίαις συνόδευσον,


τω Βασιλεί συμμάχησον,


τοις διακονούσι, και ελεούσιν ημάς, αμαρτιών άφεσιν δώρησαι,


τοις εντειλαμένοις ημίν τοις αναξίοις

εύχεσθαι υπέρ αυτών, συγχώρησον και ελέησον κατά το μέγα σου έλεος.


Μνήσθητι, Κύριε, πάντων
των προκεκοιμημένων πατέρων και αδελφών ημών και ανάπαυσον αυτούς, ένθα επισκοπεί το φως του προσώπου σου.


Μνήσθητι, Κύριε, των
αδελφών ημών των αιχμαλώτων, και λύτρωσαι αυτούς από πάσης περιστάσεως.


Μνήσθητι, Κύριε, των καρποφορούντων και καλλιεργούντων εν ταίς αγίαις σου Εκκλησίαις, και δός αυτοίς τα προς σωτηρίαν αιτήματα, και ζωήν την αιώνιον.

Μνήσθητι, Κύριε, και ημών των ταπεινών και αμαρτωλών και ανάξιων δούλων σου και φώτισον ημων τον νουν τω φωτι της γνώσεως σου και
οδήγησαν ημάς εν τη τρίβω των εντολών σου,

πρεσβείαις της παναχράντου σου Μητρός, Δεσποίνης ημών Θεοτόκου, και αειπαρθένου Μαρίας, και πάντων σου των Αγίων, ότι ευλογητός ει, Εις πάντας τους αιώνας των αιώνων. Αμήν!...




Παναγία – Η Χαρά των Χριστιανών (Κόντογλου Φώτης)

 

Ἡ Παναγία εἶναι τό πνευματικό στόλισμα τῆς ὀρθοδοξίας. Γιά μᾶς τούς Ἕλληνες εἶναι ἡ πονεμένη μητέρα, ἡ παρηγορήτρια κ’ ἡ προστάτρια, πού μᾶς παραστέκεται σέ κάθε περίσταση.

Σέ κάθε μέρος τῆς Ἑλλάδας εἶναι χτισμένες ἀμέτρητες ἐκκλησιές καί μοναστήρια, παλάτια αὐτηνῆς τῆς ταπεινῆς βασίλισσας, κι’ ἕνα σωρό ρημοκλήσια, μέσα στά βουνά, στούς κάμπους καί στά νησιά, μοσκοβολημένα ἀπό τήν παρθενική καί πνευματική εὐωδία της. Μέσα στό καθένα ἀπό αὐτά βρίσκεται τό παληό καί σεβάσμιο εἰκόνισμά της μέ τό μελαχροινό καί χρυσοκέρινο πρόσωπό της, πού τό βρέχουνε ὁλοένα τά δάκρυα τοῦ βασανισμένου λαοῦ μας, γιατί δέν ἔχουμε ἄλλη νά μᾶς βοηθήσει, παρεκτός ἀπό τήν Παναγία, «ἄλλην γάρ οὐκ ἔχομεν ἁμαρτωλοί πρός Θεόν ἐν κινδύνοις καί θλίψεσιν ἀεί μεσιτείαν, οἱ κατακαμπτόμενοι ὑπό πταισμάτων πολλῶν».

Τό κάλλος τῆς Παναγίας δέν εἶναι κάλλος σαρκικό, ἀλλά πνευματικό, γιατί ἐκεῖ πού ὑπάρχει ὁ πόνος κ’ ἡ ἁγιότητα, ὑπάρχει μονάχα κάλλος πνευματικό. Τό σαρκικό κάλλος φέρνει τή σαρκική ἔξαψη, ἐνῶ τό πνευματικό κάλλος φέρνει κατάνυξη, σεβασμό κι ἁγνή ἀγάπη. Αὐτό τό κάλλος ἔχει ἡ Παναγία. Κι’ αὐτό τό κάλλος εἶναι ἀποτυπωμένο στά ἑλληνικά εἰκονίσματά της πού τά κάνανε ἄνθρωποι εὐσεβεῖς ὁπού νηστεύανε καί ψέλνανε καί βρισκόντανε σέ συντριβή καρδίας καί σέ πνευματική καθαρότητα.

Στήν ὄψη τῆς Παναγίας ἔχει τυπωθεῖ αὐτό τό μυστικό κάλλος πού τραβᾶ σάν μαγνήτης τίς εὐσεβεῖς ψυχές καί τίς ἡσυχάζει καί τίς παρηγορᾶ. Κι’ αὐτή ἡ πνευματική εὐωδία εἶναι τό λεγόμενο Χαροποιόν Πένθος (1) πού μᾶς χαρίζει ἡ θρησκεία τοῦ Χριστοῦ, ἕνα βότανο ἄγνωστο στούς ἀνθρώπους πού δέν πήγανε κοντά σ’ αὐτόν τόν καλόν ποιμένα.

Πέμπτη 16 Μαρτίου 2023

Να κάνουμε τα σπίτια μας νέα κρυφά σχολειά...

Ο κυρ-Φώτης ο Κόντογλου υπήρξε ένας από τούς γνησιότερους εκφραστές τής ελληνορδοδόξου παραδόσεώς μας, την οποία είχε ως κύριο δέμα στο συγγραφικό και καλλιτεχνικό του έργο, αγωνίστηκε όσο λίγοι για την προάσπιση και την αναβίωσή της στηλιτεύοντας την ξενομανία και τον μιμητισμό, άλλα κυρίως τήρησε πιστά τις αρχές και τις αξίες της στον προσωπικό του βίο μέχρι το τέλος τής ζωής του… 
Έγραφε, λοιπόν, με διορατικότητα, εδώ και μισό αιώνα περίπου, προφητεύοντας σχεδόν την σύγχρονη τραγική μας διολίσθηση και κρίση:
«Η ψευτιά και ο πνευματικός εκφυλισμός απλώνει μέρα με την ημέρα απάνω στους Έλληνες και τούς παραμορφώνει. Έναν λαό πού ξεχωρίζει ανάμεσα σ’ όλα τα έθνη και πού είναι γεμάτος πνευματική υγεία, πάμε να τον κάνουμε εμείς, οι λογής-λογής καλαμαράδες, κι οι άλλοι γραμματιζούμενοι, σαχλόν, χωρίς πνευματικό νεύρο, χωρίς πνευματική ανδροπρέπεια, χωρίς χαρακτήρα».
Είναι ή σύγχρονη λαίλαπα της υποτέλειας, της ξενομανίας, του ραγιαδισμού και του γραικυλισμού πού βιώνουμε στις μέρες μας. Το σύνδρομο, του δήθεν εκσυγχρονισμού και της ψευτοδιανόησης, πού έχει αλλοτριώσει την λεγόμενη «πνευματική ηγεσία» του τόπου μας και την οδηγεί στην άρνηση του ιστορικού μας παρελθόντος, στην απώλεια της ιστορικής μας μνήμης και τής εθνικής μας αυτοσυνειδησίας, στην απαξίωση των αρχών και των ιδανικών τής παραδόσεώς μας και τής φυλής μας.

Η ζωή του Έλληνα έχει ζυμωθεί με την πατρογονική πίστη του, την αγία Ορθοδοξία, την «περιβεβλημένη ως πορφύραν και βύσσον» τα αίματα των μαρτύρων προγόνων του. 

Τετάρτη 15 Μαρτίου 2023

Του Φώτη Κόντογλου : Ο Άρχων Μαμωνάς και η ιστορία του τρελλού νερού.


Αποτέλεσμα εικόνας για Μαμωνά,

Ο άρχων του κόσμου τούτου είναι ο Μαμωνάς. Αυτός έχει καταλύψει με τις φτερούγες του τον κόσμο. Το σιχαμερό είδωλό του προσκυνιέται απ΄ όλους τους ανθρώπους, ακόμα κι΄ από κείνους που φαίνεται πως προσκυνάνε άλλα είδωλα. Ναι! Γιατί όλα τα είδωλα, στο βάθος παριστάνουνε τον Μαμωνά, κι΄ όλων των ειδών οι ειδωλολάτρες, αυτόν λατρεύουνε. Τα είδωλα της ματαιοδοξίας, της περηφάνειας, της φιληδονίας, της φιλαργυρίας, της αιματοχυσίας, όλα δορυφορούνε το μεγάλο είδωλο του Μαμωνά, του αρχισατανά, του Παρά, που κυβερνά τα πάντα. Όλα αυτά τα σιχαμερά είδωλα θρέφουνται απ΄ αυτόν τον μέγαν εξουσιαστή, που τον έβαλε ο Χριστός αντίμαχο στον Θεό, λέγοντας πως ο άνθρωπος έναν από τους δυο μπορεί να λατρεύη, ή τον Θεό, ή τον Μαμωνά. Λοιπόν, αυτός σήμερα είναι ο βασιλέας της οικουμένης, κ΄ οι υποταχτικοί του, τα καταχθόνια πνεύματα, δουλεύουνε κάτω από τις προσταγές του, και μπαίνουνε στα μυαλά και στις καρδιές των ανθρώπων, και τους κάνουνε τρελλούς. 

ΤΟ ΨΩΜΙ ΤΟ ΜΟΙΡΑΣΕ Ο ΘΕΟΣ

 

 

Τούτες τις μέρες που την πατρίδα μας τη δέρνει η φτώχεια και η πείνα,η Χρυσούλα,μεγάλη ώριμη γυναίκα με δική της τώρα οικογένεια,φέρνει στο νου της τη συγχωρεμένη τη γιαγιά της.Χρυσούλα την έλεγαν κι εκείνη,με παππού ιερέα ευλαβικό τον ονομαστό παπα-Γιώργη τον Διακουμάτο στην περιοχή της Οιτύλου στη Λακωνία.Απ' το στόμα του παπα-Γιώργη έβγαινε πάντα χρυσάφι ο θείος λόγος του Ευαγγελίου.Αυτόν έσπερνε παντού και γλύκαινε τους πονεμένους.

 

Στη μικρή του τη Χρυσούλα έκανε μαθήματα μέσα από την Αγία Γραφή,το Οκτωήχι και το Ψαλτήρι.Τι στιγμές ήταν εκείνες!Σμίλευε ο ακούραστος λευΐτης με τη σμίλη του Πνεύματος την άκακη και αθώα ψυχή της εγγονούλας του,την μάθαινε να αγαπά τον Θεό,να συγχωρεί τους ανθρώπους,να σκορπίζει καλοσύνες σε εχθρούς και φίλους.Ποτέ δεν ξεχνούσε-η μακαρίτισσα τώρα-γιαγιά τη μεγάλη μορφή του ιερέα παππού της,που για το χωριό δεν ήταν μόνο παπάς,αλλά και δάσκαλος και συμφιλιωτής και παρηγορητής,άγγελος ήταν για όλο το χωριό τους ο παπα-Γιώργης.

Τρίτη 14 Μαρτίου 2023

Ο ΣΠΟΡΟΣ ΤΟΥ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΑ

Ένας αυτοκράτορας στην Άπω Ανατολή, γερνούσε και καταλάβαινε ότι έφτασε η ώρα να διαλέξει το διάδοχό του. Αντί να διαλέξει έναν από τους βοηθούς του ή έναν από τα παιδιά του, αποφάσισε να κάνει κάτι διαφορετικό. Προσκάλεσε μια μέρα πολλούς νέους του βασιλείου του και τους είπε. "Έφτασε η ώρα μου να παραιτηθώ και να διαλέξω τον επόμενο αυτοκράτορα. Έχω αποφασίσει να διαλέξω έναν από σας".

Οι νέοι ξαφνιάστηκαν! Αλλά ο αυτοκράτορας συνέχισε. "Θα δώσω σήμερα στον καθένα σας ένα σπόρο, έναν πολύ ειδικό σπόρο. Θέλω να τον φυτέψετε, να τον ποτίζετε και να ξαναρθείτε εδώ μετά ένα χρόνο από σήμερα με ό,τι έχει φυτρώσει απ' αυτόν τον ένα σπόρο. Εγώ θα κρίνω τότε τα φυτά που θα φέρετε κι αυτός, το φυτό του οποίου θα διαλέξω, θα είναι ο επόμενος αυτοκράτορας!"
.
Ένα αγόρι που λεγόταν Λίνγκ, ήταν εκεί εκείνη την ημέρα και όπως όλοι οι άλλοι, πήρε κι αυτός ένα σπόρο. Πήγε σπίτι του και γεμάτος ενθουσιασμό διηγήθηκε στη μητέρα του τι συνέβη. Η μητέρα του τον βοήθησε να βρει μια γλάστρα και χώμα κι αυτός φύτεψε το σπόρο και τον πότισε προσεχτικά. Του άρεσε να τον ποτίζει κάθε μέρα και να παρακολουθεί να δει αν είχε φυτρώσει.
Υστερα από τρεις εβδομάδες περίπου, μερικοί από τους άλλους νέους, άρχισαν να μιλούν για τους σπόρους τους και για τα φυτά που άρχισαν να μεγαλώνουν.
 .
Ο Λίνγκ συνέχισε να παρακολουθεί το σπόρο του, αλλά τίποτα δεν φύτρωσε ποτέ. Πέρασαν τρεις εβδομάδες, τέσσερις εβδομάδες, πέντε εβδομάδες κι ακόμα τίποτα. Τώρα όλοι οι άλλοι μιλούσαν με ενθουσιασμό για τα φυτά τους, ο Λίνγκ όμως δεν είχε φυτό και αισθανόταν αποτυχημένος.
.
Πέρασαν έξι μήνες κι ακόμα δεν φύτρωσε τίποτα στη γλάστρα του Λίνγκ. Άρχισε να πιστεύει ότι είχε σκοτώσει το σπόρο του. Όλοι οι άλλοι είχαν δέντρα και ψηλά φυτά, αυτός όμως τίποτα. Όμως ο Λίνγκ δεν έλεγε τίποτα στους φίλους του. Απλά περίμενε να φυτρώσει ο σπόρος του.

Ηττημένος είναι μόνο όποιος τα παρατάει



Στον κύκλο της φύσης δεν υπάρχει νίκη ούτε ήττα: υπάρχει κίνηση. Ο χειμώνας μάχεται να επικρατήσει, στο τέλος όμως αναγκάζεται να παραχωρήσει τη νίκη στην άνοιξη, που φέρνει μαζί της λουλούδια και χαρά.
Το καλοκαίρι θέλει να κρατήσουν οι ζεστές του μέρες για πάντα, γιατί είναι πεπεισμένο ότι η ζέστη είναι ευερ­γετική για τη γη. Τελικά όμως αποδέχεται την άφιξη του φθινοπώρου, που θα επιτρέψει στη γη να ξεκουραστεί.
Η γαζέλα τρώει το χορτάρι και την καταβροχθίζει το λιοντάρι. Το θέμα δεν είναι ποιος είναι ο πιο δυνατός, αλ­λά πώς μας δείχνει ο Θεός τον κύκλο του θανάτου και της ανάστασης.
Στον κύκλο αυτό δεν υπάρχουν νικητές και ηττημένοι, μονάχα στάδια που πρέπει να ολοκληρωθούν. Όταν το καταλάβει αυτό η καρδιά του ανθρώπου, θα απελευθερω­θεί. Θα αποδέχεται χωρίς πόνο τις δύσκολες στιγμές και δε θα αφήνεται να ξεγελαστεί από τις στιγμές της δόξας.
Και τα δύο θα περάσουν. Η μία κατάσταση θα διαδε­χτεί την άλλη. Και ο κύκλος θα συνεχιστεί μέχρι να απε­λευθερωθούμε από τη σάρκα και να συναντηθούμε με τη θεϊκή Ενέργεια.
Έτσι, όταν ο παλαιστής βγει στην αρένα -είτε από δι­κή του επιλογή είτε επειδή τον έστειλε εκεί το μυστηριώ­δες πεπρωμένο-, ας νιώθει χαρά το πνεύμα του για τη μά­χη που θα δώσει. Αν διατηρήσει την αξιοπρέπεια και την τιμή του, δε θα ηττηθεί ποτέ, ακόμα κι αν χάσει τον αγώ­να, επειδή η ψυχή του θα είναι άθικτη.
Και δε θα κατηγορήσει κανέναν γι’ αυτό που του συμ­βαίνει. Από τότε που αγάπησε για πρώτη φορά και τον απέρριψαν κατάλαβε πως αυτό δε σκότωσε την ικανότη­τά του να αγαπάει. Ό,τι ισχύει στον έρωτα ισχύει και στον πόλεμο.
Όταν χάνουμε μια μάχη ή όλα όσα νομίζαμε πως εί­χαμε, ζούμε στιγμές δυστυχίας. Όταν όμως οι στιγμές αυ­τές περνούν, ανακαλύπτουμε μια άγνωστη δύναμη που υπάρχει μέσα στον καθένα από μας, μια δύναμη που μας εκπλήσσει και αυξάνει τον αυτοσεβασμό μας.
Κοιτάζουμε γύρω μας και λέμε στον εαυτό μας: «Επέζησα». Και χαιρόμαστε με τα λόγια μας.
Μόνο όσοι δεν αναγνωρίζουν τη δύναμη αυτή λένε: «Έχασα». Και νιώθουν λύπη.
Άλλοι όμως, ακόμα κι αν υποφέρουν από την ήττα και ταπεινώνονται από τις ιστορίες που διαδίδουν γι’ αυτούς οι νικητές, επιτρέπουν στον εαυτό τους να δακρύσει, μα ποτέ δε νιώθουν αυτολύπηση. Ξέρουν απλώς πως η μάχη διακόπηκε και πως τη συγκεκριμένη στιγμή οι ίδιοι βρίσκο­νται σε μειονεκτική θέση.
Ακούν τους χτύπους της καρδιάς τους. Προσέχουν πως βρίσκονται σε ένταση. Πως φοβούνται. Κάνουν έναν απο­λογισμό της ζωής τους και ανακαλύπτουν πως, παρά τον τρόμο που αισθάνονται, η πίστη καίει ακόμα στην καρ­διά τους και τους ωθεί προς τα εμπρός.
Προσπαθούν να μάθουν πού έκαναν λάθος και πού όχι. Εκμεταλλεύονται τη στιγμή που είναι πεσμένοι κάτω για να ξεκουραστούν, για να γιατρέψουν τις πληγές τους, να ανακαλύψουν νέες στρατηγικές και να εξοπλιστούν καλύτερα.
Και φτάνει μια μέρα που τους χτυπά την πόρτα μια καινούρια μάχη. Ο φόβος υπάρχει ακόμα, όμως πρέπει να δράσουν – αλλιώς θα μείνουν πεσμένοι για πάντα. Ση­κώνονται, αντικρίζουν τον αντίπαλο και θυμούνται τον πόνο που έζησαν και δε θέλουν να ξαναζήσουν.
Η προηγούμενη ήττα τούς αναγκάζει να νικήσουν τού­τη τη φορά, αφού δε θέλουν να ξαναζήσουν τον ίδιο πό­νο.
Κι αν η νίκη δεν έρθει αυτή τη φορά, θα έρθει την επό­μενη. Κι αν όχι την επόμενη, τη μεθεπόμενη. Το χειρό­τερο δεν είναι να πέφτεις, είναι να μη σηκώνεσαι.
Ηττημένος είναι μόνο όποιος παραιτείται. Οι άλλοι εί­ναι όλοι νικητές.
Και θα έρθει η μέρα που οι δύσκολες στιγμές θα είναι μονάχα ιστορίες τις οποίες θα αφηγούνται περήφανοι σε όποιον θέλει να τους ακούσει. Και όλοι θα ακούν με σε­βασμό, και θα μάθουν να έχουν τρία σημαντικά πράγμα­τα:
Υπομονή, και να περιμένουν την κατάλληλη στιγμή για να δράσουν.
Σοφία, για να μην αφήσουν την επόμενη ευκαιρία να ξεφύγει.
Και περηφάνια για τις ουλές τους.
Οι ουλές είναι μετάλλια χαραγμένα στη σάρκα τους με φωτιά και σίδερο και θα τρομάζουν τους εχθρούς τους, γιατί θα δείχνουν πως ο άνθρωπος που στέκεται απένα­ντι τους έχει μεγάλη εμπειρία στη μάχη. Συχνά αυτό μας κάνει να επιζητάμε το διάλογο και να αποφεύγουμε τις συγκρούσεις.
Οι ουλές μιλούν πιο δυνατά από την κόψη του σπα­θιού που τις δημιούργησε.

του Paulo Coelho, “Το χειρόγραφο της Άκρα”
Πηγή: enallaktikidrasi.com
 http://evaggelismostheotokou.gr

Δευτέρα 13 Μαρτίου 2023

ΟΙ ΟΚΤΩ ΜΑΚΑΡΙΣΜΟΙ ΤΟΥ ΣΠΙΤΙΟΥ



Ένας Αγιορειτης γέροντας συνιστούσε στους πιστούς να λένε τους οκτώ αυτούς μακαρισμούς που συνέταξε ο ίδιος.


1. Μακάριο το σπίτι εκείνο όπου προσεύχονται, εκεί είναι η κατοικία του Κυρίου.


2. Μακάριο το σπίτι που δεν το αφήνουν για να συχνάσουν σε διεφθαρμένα ή επικίνδυνα κέντρα, εκεί μέσα θα βασιλεύει η χαρά.

Κυριακή 12 Μαρτίου 2023

ΕΚΤΑΚΤΟ Ι.Μ.ΕΣΦΙΓΜΕΝΟΥ ΩΡΑ ΜΗΔΕΝ.ΦΤΑΝΕΙ ΠΙΑ ΤΟ ΤΕΡΜΑΤΙΣΑΤΕ.

 ΩΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΦΙΛΩΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ "ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ ΚΑΒΑΛΑΣ" ΠΑΝΤΟΤΕ ΕΙΧΑΜΕ ΙΔΙΑΙΤΕΡΕΣ ΑΝΗΣΥΧΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΤΙ ΜΕΛΛΕΙ ΓΕΝΕΣΘΑΙ ΣΤΗΝ ΑΘΩΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΚΑΙ ΕΙΔΙΚΑ ΣΤΗΝ ΠΟΛΥΠΑΘΗ ΜΟΝΗ ΤΗΣ ΕΣΦΙΓΜΕΝΟΥ ΟΠΟΥ ΕΔΩ ΚΑΙ ΜΙΣΟ ΑΙΩΝΑ ΔΙΩΚΕΤΑΙ ΑΠΟ ΕΜΜΙΣΘΑ ΟΡΓΑΝΑ ΤΩΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΩΝ ΔΙΟΤΙ ΑΠΛΑ ΘΕΛΗΣΕ ΝΑ ΚΡΑΤΗΣΕΙ ΑΝΟΘΕΥΤΗ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΚΑΙ ΤΙΣ ΕΝΤΟΛΕΣ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΜΑΣ .

ΤΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ 20 ΧΡΟΝΙΑ ΑΥΤΟΣ Ο ΔΙΩΓΜΟΣ ΕΧΕΙ ΕΝΤΑΘΕΙ ΣΕ ΜΕΓΑΛΟ ΒΑΘΜΟ ΑΠΟ ΤΟ ΦΑΝΑΡΙ ΚΑΙ ΤΟΝ ΛΕΓΟΜΕΝΟ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟ ΑΡΧΟΝΤΩΝΗ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΣΕ ΚΑΙ ΤΗΝ ΨΕΥΤΟΑΔΕΡΦΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΚΑΤΣΟΥΛΙΕΡΗΔΩΝ ΟΥΤΩΣ ΩΣΤΕ ΝΑ ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΗΣΕΙ ΤΗΝ ΓΝΗΣΙΑ ΑΔΕΡΦΟΤΗΤΑ ΜΕ ΕΓΚΑΘΕΤΟΥΣ ΡΑΣΟΦΟΡΟΥΣ ΟΙ ΟΠΟΙΟΙ ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΚΑΜΜΙΑ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΟ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ.

ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΔΙΑΣΤΗΜΑ ΥΠΑΡΧΕΙ ΜΟΝΙΜΗ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΗ ΔΥΝΑΜΗ ΣΤΟΝ ΜΟΝΑΔΙΚΟ ΔΡΟΜΟ ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΜΟΝΗ ΤΗΣ ΕΣΦΙΓΜΕΝΟΥ ΚΑΙ ΕΤΣΙ ΜΕ ΑΥΤΟΝ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΜΠΕΙ ΑΛΛΑ ΟΥΤΕ ΝΑ ΒΓΕΙ ΚΑΝΕΙΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΜΟΝΗ ΕΙΤΕ ΜΟΝΑΧΟΣ ΕΙΤΕ ΛΑΙΚΟΣ.

ΑΥΤΕΣ ΤΙΣ ΗΜΕΡΕΣ ΟΠΩΣ ΜΑΣ ΕΝΗΜΕΡΩΣΕ Ο ΗΓΟΥΜΕΝΟΣ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΜΕΘΟΔΙΟΣ  Η ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΗ ΦΥΛΑΞΗ ΕΧΕΙ ΓΙΝΕΙ 24ΩΡΗ !!!

ΤΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΕΙ ΕΙΔΗ ΠΡΩΤΗΣ ΑΝΑΓΚΗΣ ΟΠΩΣ ΤΡΟΦΙΜΑ ΦΑΡΜΑΚΑ ΚΑΥΣΙΜΑ Κ.Α. (ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ ΝΑ ΠΑΕΙ ΚΑΠΟΙΟΣ ΜΟΝΑΧΟΣ ΣΕ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟ ΙΑΤΡΟ ΓΙΑ ΘΕΜΑΤΑ ΥΓΕΙΑΣ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ) ΚΑΙ ΑΥΤΟ ΚΑΝΕΙ ΠΑΡΑ ΠΟΛΥ ΔΥΣΚΟΛΗ ΤΗΝ ΕΠΙΒΙΩΣΗ ΤΩΝ ΜΟΝΑΧΩΝ .

ΕΜΕΙΣ ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΚΑΤΑΛΑΒΟΥΜΕ ΤΟΝ ΡΟΛΟ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ ΠΩΣ ΕΠΙΤΡΕΠΕΙ ΝΑ ΓΙΝΕΤΕ ΑΥΤΗ Η ΚΑΤΑΠΑΤΗΣΗ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΑΘΩΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΟΠΟΥ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ ΣΦΙΓΓΟΥΝ ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΑ ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΚΥΡΙΟΛΕΚΤΙΚΑ ΤΗΝ ΘΗΛΕΙΑ ΣΤΟΝ ΛΑΙΜΟ ΤΩΝ ΕΣΦΙΓΜΕΝΙΤΩΝ ΜΟΝΑΧΩΝ ΜΕ ΣΚΟΠΟ ΤΗΝ ΕΞΟΥΔΕΤΕΡΩΣΗ ΤΟΥΣ .

ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΟΡΓΑΝΩΣΕΙΣ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΝΑ ΠΑΡΕΜΒΟΥΝ ΣΕ ΜΙΑ ΤΕΤΟΙΑ ΚΑΤΑΦΩΡΗ  ΑΔΙΚΙΑ;

ΤΙ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ Η ΙΕΡΑ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ ΝΑ ΦΤΑΣΟΥΜΕ ΣΕ ΣΗΜΕΙΟ ΝΑ ΧΥΘΕΙ ΑΙΜΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΓΑΝΑΚΤΗΣΗ ΤΩΝ ΜΟΝΑΧΩΝ ;

ΠΟΙΟΣ ΚΑΝΕΙ ΚΟΥΜΑΝΤΟ ΣΤΗΝ ΑΘΩΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΤΕΛΙΚΑ;

ΕΜΕΙΣ ΩΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΣΑΣ ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΟΥΜΕ ΟΤΙ ΚΑΠΟΙΑ ΣΤΙΓΜΗ Η ΑΦΟΡΗΤΗ ΠΙΕΣΗ ΕΙΤΕ ΑΠΟ ΤΗΝ ΜΕΡΙΑ ΤΩΝ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΩΝ ΕΙΤΕ ΑΠΟ ΤΗΝ ΜΕΡΙΑ ΤΩΝ ΜΟΝΑΧΩΝ ΘΑ ΦΕΡΕΙ ΚΑΠΟΙΟ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ ΛΑΘΟΣ ΚΑΙ ΤΟΤΕ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΠΟΛΥ ΑΡΓΑ !!!

ΓΙ ΑΥΤΟ ΣΥΝΙΣΤΟΥΜΕ ΣΤΗΝ ΙΕΡΑ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ ΝΑ ΕΠΙΜΕΛΗΘΕΙ ΑΜΕΣΑ ΤΟΥ ΚΑΥΤΟΥ ΘΕΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΕΣΦΙΓΜΕΝΟΥ ΚΑΙ ΝΑ ΑΦΗΣΕΙ ΗΣΥΧΟΥΣ ΤΟΥΣ ΜΟΝΑΧΟΥΣ ΤΗΣ ΝΑ ΚΑΝΟΥΝ ΤΟΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ ΤΟΥΣ ΑΓΩΝΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΣΤΙΓΜΗ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΝΟΧΛΟΥΝ ΚΑΝΕΝΑΝ.

ΚΑΤΩ ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΣΑΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΕΣΦΙΓΜΕΝΟΥ !!!

Τρίτη 7 Μαρτίου 2023

Ο ζητιάνος, η βαρυχειμωνιά και η προσευχή της Μαρίας


Το χιονόνερο που έπεφτε ήταν εκνευριστικό. Ο δυνατός βοριάς δεν άφηνε τίποτε όρθιο. Το τσουχτερό κρύο ήταν ανυπόφορο. 

Ο Μάρκος τυλίχθηκε με μία κουβέρτα και ζάρωσε πάνω στα πρόχειρα χαρτόκουτα που είχε στρώσει. Αναστέναξε βαριά. Ήπιε μία γουλιά νερό από το μπουκάλι. Όλα τα στοιχεία έδειχναν πως η νύκτα που θα ακολουθούσε θα ήταν εφιαλτική. 


Αναρωτιόταν αν θα ξημέρωνε ζωντανός η αν θα πάγωνε. Κοιτούσε δεξιά -αριστερά μη τυχόν και περάσει κάποιος περαστικός και ανοίξει κουβέντα. Το εμπορικό Κέντρο δίπλα του είχε σχεδόν αδειάσει. Ασυναίσθητα κοίταξε τον ουρανό. «Γιατί Θεέ μου έφθασα σ’ αυτήν την κατάσταση; Γιατί με τιμωρείς τόσο σκληρά;» ψέλλισε! Κοιτούσε σαν να προσδοκούσε μία απάντηση. Μάταια όμως περίμενε. Το ρολόι που ήταν αναρτημένο στο εμπορικό κέντρο έδειχνε 1:45 π.μ.

Κοίταξε τις απέναντι πολυκατοικίες. Τα φώτα των διαμερισμάτων ήταν όλα κλειστά. Μόνο ένα εξ αυτών ήταν ανοικτό. Κάποιος άρρωστος η κανένα μωρό θα τους κρατά ξάγρυπνους, σκέφτηκε. Τουλάχιστον είναι στα ζεστά και θα έχουν κάποιον να τους φροντίσει. Ξαφνικά βλέπει μία μπλε ακτίνα φωτός να φεύγει από τον ουρανό και να εισέρχεται μέσα από την μπαλκονόπορτα στο διαμέρισμα. Ξαφνιάστηκε! Τρόμαξε. Άρχισε να τρίβει τα μάτια του μη τυχόν και έχει παραισθήσεις. 


«Βρε τι ζημιά μπορείς να πάθεις από μία μπύρα!» σκεφτόταν. Προσπάθησε να σκεφθεί κάτι άλλο για να ξεφύγει από την παραίσθηση. Τα μάτια του όμως δεν τα όριζε. Ήταν καρφωμένα σ’ αυτό το περίεργο μπλε φως που κατέληγε στο διαμέρισμα. Άρχισε να τσιμπιέται μη τυχόν και κοιμόταν. Νόμιζε πως έβλεπε όνειρο. Αποφάσισε να σηκωθεί λίγο και να περπατήσει. Έτσι πίστευε πως θα ξέφευγε από τις παραισθήσεις. «Λες να είχε κανένα περίεργο χόρτο το σουβλάκι που έφαγα και μου έφερε αυτή την αναστάτωση;» αναλογιζόταν καθώς προχώρησε δύο τρία βήματα. «Μήπως πάλι είναι η τελευταία μου νύκτα αυτή και ο Θεός έδωσε αυτό το σημάδι;» 

ΤΑ ΠΕΤΡΙΝΑ ΡΕΒΙΘΙΑ


«Μια από τις μέρες που βρισκόμουν στην Ιερουσαλήμ, πρόσεξα ότι μερικοί κάτοικοι της Βηθλεέμ, αραβόφωνοι Χριστιανοί, μοίραζαν –επί αμοιβή– στους προσκυνητές πέτρινα ρεβίθια. Τους ρώτησα από πού τα βρίσκουν. Και αυτοί μου είπαν ότι, μεταξύ της Ιερουσαλήμ και της Βηθλεέμ, αριστερά του αμαξωτού δρόμου που οδηγεί προς τη Βηθλεέμ, υπάρχει ένα παλιό αλώνι, όπου εκεί βρίσκονται αυτά τα πέτρινα ρεβίθια που μοίραζαν. Για να έχω κι εγώ σαφή γνώση του πράγματος, την άλλη μέρα, πήρα για οδηγό έναν που είχε στην κατοχή του αυτά τα πέτρινα ρεβίθια και πήγα εκεί επί τόπου.
–Να, το αλώνι! Από ’δω είναι τα πέτρινα ρεβίθια, μου είπε ο οδηγός μου σαν φτάσαμε.
Όντως, αριστερά του δρόμου, υπάρχει ένα ευρύχωρο αλώνι, σκαλισμένο στην πέτρα. Παλιά τα αλώνια ήταν με γερή πέτρα, την οποία, την εξομάλυναν και την ισοπέδωναν καλά. Κι αυτό γιατί οι πέτρες στη Βηθλεέμ και, στην περιοχή γύρω απ’ αυτήν, είναι τόσο εύπλαστες, που τις κόβουν με το πριόνι.
Μπήκαμε μέσα στο αλώνι. Στις άκρες του γύρω, είχαν συσσωρευτεί χώματα και χαλίκια. Εκεί, ανάμεσά τους, βρισκόντουσαν αυτά τα πέτρινα ρεβίθια. Πήρα και μάζεψα πάνω από μια οκά. Απ’ αυτά, άλλα ήταν καλά ώριμα, άλλα ήταν μικρότερα και λιγότερο ώριμα, και μερικά ήταν ακοπάνιστα έχοντας τον εξωτερικό τους φλοιό.

Αφού ρώτησα πολλούς πώς γίνεται και γιατί μόνο εκεί, σ’ αυτό το συγκεκριμένο αλώνι, να βρίσκονται αυτά τ’ απολιθωμένα ρεβίθια, πήρα από αυτούς την απάντηση, ότι η Παναγία μας μαζί με τον Μνήστορα τον Ιωσήφ, όπως λέει το θείο και ιερό Ευαγγέλιο, ανέβαιναν προς τα Ιεροσόλυμα από τη Ναζαρέτ. Επειδή όμως ο Ιωσήφ καταγόταν από τη Βηθλεέμ και είχε κι εκεί συγγενείς, πήγαιναν στη Βηθλεέμ και έμεναν εκεί για κάποιες μέρες.
Μια μέρα, ενώ πήγαινε η Κυρία Θεοτόκος, από τη Βηθλεέμ προς τα Ιεροσόλυμα, μαζί με τον Μνήστορα και Δίκαιο Ιωσήφ και με τον Χριστό, όταν Αυτός –κατά το ανθρώπινο– ήταν νήπιο, μικρό παιδάκι, ένας κάτοικος της Βηθλεέμ ήταν μέσα εκεί στο αλώνι που είπαμε και κοπάνιζε ρεβίθια. Εν τω μεταξύ, λέει η Παράδοση ότι, τα ζώα μόλις έβλεπαν την Κυρία Θεοτόκο έχοντας στη μητρική αγκαλιά Της τον Χριστό που ήταν μικρό παιδάκι, έμεναν από άκρατο σεβασμό και από μεγάλη ευλάβεια ακίνητα μέχρις ότου περάσουν. Μόλις λοιπόν είδαν την Παναγία Θεοτόκο να διαβαίνει μαζί με τον Χριστό, τα ζώα, με τα οποία αλώνιζε τα ρεβίθια αυτός ο Βηθλεεμίτης, σταμάτησαν όλα και ακινητοποιήθηκαν. Η Θεοτόκος και ο Ιωσήφ χαιρέτισαν εκείνον τον άνθρωπο και τον ρώτησαν καλοκάγαθα “τι αλωνίζει”. Αυτός, βλέποντας τα ζώα του να έχουν ακινητοποιηθεί με παράδοξο και ανεξήγητο τρόπο, οργίστηκε. Και γύρισε προς την Αγία Οικογένεια απαντώντας με μεγάλη οργή και με θυμό: “πέτρες, αλωνίζω!”. Αμέσως, όλα τα ρεβίθια του έγιναν πέτρες και για ένδειξη αυτού του σημείου βρίσκονται εκεί πετρωμένα μέχρι σήμερα.
Εγώ που πήγα εκεί επί τόπου και εξέτασα με προσοχή αυτά τα πέτρινα ρεβίθια, πείσθηκα ότι έτσι ακριβώς έχει το πράγμα. Το αλώνι, σώζεται ανέπαφο κοντά στον αμαξωτό δρόμο και μέσα σ’ αυτό βρίσκονται αυτά τα ρεβίθια πετρωμένα, μια που όλα έχουν πια μεταβληθεί σε πέτρες».

Δευτέρα 6 Μαρτίου 2023

Ο ΒΟΣΚΟΣ ΠΟΥ ΠΗΓΕ ΣΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ



Τόν βλέπανε,πού δέν πάταγε στήν γη,αλλά περπατούσε στόν αέρα μέχρι,πού χάθηκε απ' τά μάτια τους.

...Αυτός ό τσοµπάνος, πού πήγε στόν Παράδεισο, τόν λέγανε Μαυρογένη, γιατί είχε µαύρα γένια καί ζούσε µέ τήν γυναίκα του απ” τόν κόσµο µακρυά, µέ τά ζωντανά του καί δέν κατέβαινε στό χωριό, παρά µονάχα γιά νά πουλήση τά τυριά του καί νά ψουνίση τά χρειαζούµενα, ξεκίνησε νά λέη ό Προκόπης.

Μιάν ήµέρα τό λοιπόν, όπου βρέθηκε στό χωριό γιά τίς δουλειές του, πήγε νά άνάψη ενα κερί στήν εκκλησιά, γιατί ήτανε θεοφοβούµενος καί καλής ψυχής άνθρωπος.Εκεί µιλούσεν ό παπάς στούς χωριανούς του καί τούς έλεγε τό κήρυγµα γιά τόν ίσιον δρόµο του Θεού, πού πάει όλόϊσια στόν Παράδεισον, αν δέν στρίβουµε δεξιά κι αριστερά. Πρέπει νά τραβούµεν ίσια καί νά είµαστε συµπονετικοί γιά κάθε άνθρωπον, όταν εχει τήν ανάγκην µας. Νάµαστεν δηλαδή ψυχηκάρηδες καί νά έλεούµε, γιατί τό ίδιο κάνει καί ο Θεός καί έλεεί τόν κόσµον όλον γιά νά ζη καί νά πορεύεται. Κι όποιον δει πώς κάνει κι αυτός τό ίδιο, τόν συµπαθα πολύ καί τόν παίρνει στόν Παράδεισον, όπου είναι ή ζωή µεγαλείο άτελείωτον! «Ετσι τά έλεγεν ο παπάς κι ετσι πρέπει νά είναι, κατά τήν γνώµην µου.


Ή Έκκλησία δέν λέγει ποτέ της ψέµατα καί γιατί νά τά πη, µαθές;“Όλοι ακούγαµε τόν άπλοϊκόν τσοµπανο, πού µιλούσε µέ τόν δικό του παραστατικόν τρόπο καί κάθε λίγο σκούπιζε τά µουστάκια του, άγνωστον γιατί, καί δέν εδειχνε δυσκολία στό νά έκφραστή αυθόρµητα καί νά πη τήν πίστη του. Ό φίλος µου, πού είχε ένθουσιασθή, ρώτησε, συντοµεύοντας τήν µικρή παύση στήν διήγηση του Προκόπη:Καί µετά τί έγινε:Πως πήγε στόν Παράδεισον;“Όταν γύρισε στό καλύβι του, τό είπε στήν γυναίκα του χαρούµενος αυτό τό ευχάριστο µαντάτο καί της είπε πώς θά πάει τήν άλλη µέρα νά συναντήση τόν Θεό. “Ετσι κι έγινε.

Τήν άλλη µέρα πηρε ψωµοτύρι µαζί του, χαιρέτισε τήν κυρά του καί ξεκίνησε γιά τόν Παράδεισο. Πήρε τόν ίσιον δρόµο καί προχωρούσε ανάµεσα στά χωράφια, χωρίς νά στρίβη δεξιά τι αριστερά, όπως είπεν ο παπάς καί τό βραδινό κοιµήθηκε κάτω από ένα δέντρο καί συνέχισε τήν άλλη µέρα τόν ίσιο δρόµο γιά τόν Παράδεισο.“Εφαγε καί τό ψωµοτύρι, που είχε µαζί του καί συνέχισε καί τήν τρίτη µέρα καί τήν τέταρτη.Τό ένα βουνό ανέβαινε, τό άλλο κατέβαινε.Τήν πέµπτη µέρα πείνασε πολύ καί σκέφτηκε τί νά κάνη καί που νά βρη τροφή. Κι όταν άνέβηκε τό βουνό, πού ηταν µπροστά του, είδε στήν απέναντι πλαγιά ένα Μοναστήρι. “Έσυρε λοιπόν καί πήγε.Χτύπησε τήν πόρτα καί ζήτησε βοήθεια. Ευτυχώς τό Μοναστήρι βρισκόταν πάνω στόν δρόµο του.Τόν βάλανε λοιπόν µέσα στήν εκκλησιά του Μοναστηριού νά περιµένη, ώσπου νά του φέρουνε τίποτε φαγώσιµο.Κι έβλεπε ολόγυρα τίς εικόνες καί τίς θαύµαζε, όλες του φαινότανε ζωντανές, όλοζώντανες. Μόνο, πού δεν µιλούσανε. Κι όντας έστρεψε τό µάτι του καί εΙδε στόν σταυρό σταυρωµένον κι όλόγυµνο καί µατωµένον τόν Χριστό, άναφώνησε:“Ωχου, τό παλληκάρι, τό λαβώσανε οί άτιµοι! “Ωχου καί τόν έχουν κρεµασµένον ακόµα!

Τήν ίδια στιγµή, ένας καλόγερος του εφερε λίγα φαγώσιµα, τάβαλε πάνω στον πάγκο καί τούπε νά φάη, συνέχισε ο Προκόπης. Ό καλόγερος όµως µπαίνοντας τόν άκουσε,πού µιλούσε στόν σταυρωµένον καί τόν ρώτησε:Μιλούσες µέ κανέναν, άδερφέ;Ό Μαυρογένης, πού υποψιάστηκε τόν καλόγερον, πώς είναι απ” αύτούς, πού τόν σταυρώσανε, δέν είπε τίποτα. Κι όταν έφυγε ο καλόγερος φώναξε στόν σταυρωµένον:“Έ, παλληκάρι! Μπορείς νά κατεβεις; από κεί πάνω, νά “ρθης νά φαµε µαζί αυτά, πού µου φέρανε; Θές νά “ρθώ νά σέ κατεβάσω εγώ;“Οχι. Μπορώ καί µόνος µου νά κατέβω. “Ερχοµαι.Κατέβηκε τό λοιπόν ο Σταυρωµένος κάτω, συνέχισε ο Προκόπης τήν άφήγησή του, καθησε στον πάγκο κι έφαγε κι έπιασε κουβέντα µέ τόν τσοµπάνο. “Εκείνος τούπε νά τόν πάρη µαζί του,τώρα πού πάει νά συναντήσει τόν Θεό.Θέλεις νά σέ πάρω κι εσένα; Ό Θεός είναι καλός καί θά σε λυπηθή καί θά σέ βάλη καί σένα στόν Παράδεισο.“Εγώ γι” αυτό πάω στόν Θεό. “Ερχεσαι µαζί µου; Δέν πρόλαβε όµως ο Σταυρωµένος ν” άποκριθή, γιατί ακούστηκε νά ερχεται ο καλόγερος.Τότε ο Σταυρωµένος ξανανέβηκε γρήγορα πάνω στόν σταυρό κι έµεινε µέ ανοιγµένα χέρια.Καί ο καλόγερος ρώτησε τόν τσοµπάνο:Τώρα µή µου πης πώς δέν µίλαγες µέ κανέναν.Σ” ακουσα µέ τά ίδια µου τ” αυτιά.Λέγε µέ ποιόν µιλούσες;Ό Μαυρογένης φοβήθηκε στήν αρχή, δίστασε καί στό τέλος είπε στόν καλόγερο πώς μιλούσε μέ τό κρεμασμένο αυτό παλληκάρι, πού τό λυπήθηκε καί τό κάλεσε νά φάνε μαζί τό βρισκάμενο.Καί είπε στόν καλόγερο:Μή μέ μαρτυρήσεις, άγιε καλόγερε, αλλά θέλω νά πάω στόν Παράδεισο καί ό παπάς του χωριού μας είπε νά πάρουμε τόν ίσιο δρόμο καί νά είμαστε ψυχοπονιάρηκα;Κατάλαβες;Τό λυπήθηκα λοιπόν τό παλληκάρι καί τό κάλεσα νά πάρη κι αυτό μιά μπουκιά ψωμί.Κακό εκανα;“Οχι, όχι, καλά εκανες καί πάντα νά συμπονας τούς άναγκεμένους, αποκρίθηκε κατάπληκτος ό καλόγερος μέ τά όσα του είπε ό τσομπανος.Κι ετρεξε καί τά φανέρωσε όλα στόν Ήγούμενό του.

“Ύστερα, λέγει η ιστορία, φτάσανε όλοι οί καλόγεροι μέ τόν Ήγούμενο στήν εκκλησιά καί βάλανε μετάνοια στόν τσομπανο,πού έφαγε μαζί με τόν Σταυρωμένο Χριστό καί τόν παρακαλέσανε νά πει καμμιά καλή κουβέντα καί γι” αύτούς, όταν συναντήσει τόν Θεό.Άμα τόν δω τόν Θεό, θά του πω καί γιά σας, αλλά γιατί τό κρατατε σταυρωμένο τό παλληκάρι; Τί σας εκανε; Κατεβάστε το νά φάη καί νά ντυθη,πού είναι όλόγυμνος καί πληγωμένος.Κι αν δέν τόν θέλετε έσεις εδώ, τόν παίρνω εγώ μαζί μου.

 Έκείνοι κοκκαλώσανε απ” τήν καλωσύνη καί τήν αθωότητα τοϋ Μαυρογένη καί, άφού του δώσανε όλα τα χρειαζούμενα, τόν συνόδεψαν κάμποσο στόν ίσιο δρόμο, πού ακολουθούσε κι,όταν έκείνος απομακρύνθηκε,τόν βλέπανε πού δέν πάταγε στήν γη, αλλά περπατούσε στόν αέρα μέχρι, πού χάθηκε απ” τά μάτια τους.Αυτός ό καλός άνθρωπος γιά μένα θά πήγε στόν Παράδεισο τό δίχως άλλο.Γιατί λυπότανε όλους τούς πονεμένους, όπως κάνει κι ό Θεός.Έγώ γράμματα δέν ξέρω γιά νά τά πώ πιο όμορφα,αλλά θυμάμαι τόν παππού μου τόν Χαραλάμπη,πού έλεγε πώς ό,τι κάνεις σ” αυτήν τήν ζωή τά ίδια θά σου κάνουνε κι εσένα στήν άλλη. Κι αυτό τό πιστεύω. Αυτή εναι n Ιστορία, πού άκουσα.

Από το βιβλίο του Π.Μ.Σωτήρχου «Οι εραστές του παραδείσου»,Εκδόσεις Αστήρ.Πηγή.Άγια Μετέωρα.Τίτλος,επιμέλεια κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.