Τετάρτη 1 Ιουλίου 2026

Δεν είναι Αγάπη ό,τι πληγώνει την Ψυχή...

Η αγάπη δεν μπορεί να έχει μέσα της φόβο, εξουσία, ταπείνωση του άλλου και σκοτάδι στην ψυχή. Όταν κάτι πληγώνει συνεχώς, όταν στερεί την ειρήνη, όταν κάνει τον άνθρωπο να μικραίνει για να χωρέσει στις ανασφάλειες κάποιου άλλου, τότε δεν είναι αγάπη· είναι δεσμός που χρειάζεται διάκριση, προσευχή και γενναία απομάκρυνση από το ψεύδος...
Η αληθινή αγάπη έχει το ήθος του Χριστού. Δεν κρατά τον άλλον σκλάβο, δεν τον φοβίζει, δεν τον χειρίζεται, δεν τον κάνει να σιωπά από τρόμο. Τον αναπαύει. Τον σκεπάζει με σεβασμό. Τον βοηθά να σταθεί όρθιος, όχι με υπερηφάνεια, αλλά με ειρήνη και καθαρή καρδιά.
Και πράγματι, το πιο τίμιο μέτρο δεν είναι πόσο δυνατά λέμε ότι αγαπάμε, αλλά αν μετά από εμάς ο άλλος μένει πιο ειρηνικός ή πιο πληγωμένος. Γιατί όπου υπάρχει αγάπη από τον Θεό, η ψυχή δεν συντρίβεται. Ανασαίνει.


Ας σταματήσουμε για λίγο να μιλάμε εύκολα για την αγάπη, γιατί δεν είναι κάθε δεσμός ευλογία, ούτε κάθε προσκόλληση αγάπη, ούτε κάθε λόγος τρυφερός κρύβει καθαρή καρδιά.
Η αληθινή αγάπη δεν γεννά φόβο. Γιατί είναι γραμμένο: «φόβος οὐκ ἔστιν ἐν τῇ ἀγάπῃ, ἀλλ’ ἡ τελεία ἀγάπη ἔξω βάλλει τὸν φόβον» Α΄ Ιωάννου 4:18. Εκεί όπου ο άνθρωπος φοβάται να μιλήσει, να κλάψει, να πει την αλήθεια του, εκεί δεν βασιλεύει η αγάπη, αλλά μια σκιά που φόρεσε ξένο όνομα.
Δεν είναι αγάπη να σε μικραίνουν για να αισθανθούν

Μὴ θυμώσης ἐναντίον μου, διότι σοῦ λέω τὴν ἀλήθεια.



Ὄντως δεν ζήτησες ποτὲ ἐγκάρδια (τὴν ταπεινοφροσύνη)· ἐάν θέλης προσπάθησε νὰ τὴν ἀποκτήσης και τότε θὰ ἰδῆς, ὅτι αὐτὴ ἐξαφανίζει ἀπὸ ἐπάνω σου τὴν κακία τῶν πειρασμῶν,
διότι σύμφωνα μὲ τὸ μέτρο τῆς ταπεινοφροσύνης σου σοῦ δίνεται καὶ ὑπομονὴ στὶς σύμφορές σου καὶ σύμφωνα μὲ τὸ μέτρο τῆς ὑπομονῆς σου ἐλαφρύνεται καὶ τὸ βάρος τῶν θλίψεων καὶ δέχεσαι παρηγοριὰ καὶ σύμφωνα μὲ τὴν παρηγοριὰ ἀνάβει καὶ ἡ ἀγάπη σου πρὸς τὸν Θεὸ καὶ σύμφωνα μὲ τὴν ἀγάπη σου μεγαλώνει μὲ τὴν χάρι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ ἡ χαρά σου.
Ὅταν ὁ Πατὴρ ἡμῶν ὁ οἰκτίρμων θέλει νὰ δώση τέλος στοὺς πειρασμοὺς τῶν ἀληθινῶν του τέκνων, δὲν ἀφαιρεῖ τοὺς πειρασμούς τους, ἀλλὰ τοὺς δίνει ὑπομονὴ γιὰ τοὺς πειρασμοὺς καὶ μὲ τὴν ὑπομονὴ δέχονται ὅλα τὰ καλὰ ποὺ εἶναι ἀπαραίτητα γιὰ τὴν τελείωσι τῆς ψυχῆς τους.
~ Ἅγιος Ἰσαάκ ὁ Σύρος
(᾿Ασκητικά, Λόγος ΜΖ'. Τὸ σῶμα
φοβούμενο τοὺς πειρασμούς...)

 

Ὁ ἄνδρας ποὺ δὲν διατάζει.



Πολλοὶ ἄνδρες νομίζουν πως τὸ σπίτι κρατιέται μὲ φωνὴ, μὲ ἐπιβολή, μὲ λόγο βαρύ καὶ ἀντίρρηση καμιά. Μα ὁ ἄνδρας ποὺ ἔμαθε Χριστό, δὲν στέκεται μέσα στὴν οἰκογένεια σὰν ἄρχοντας σκληρός, ἀλλὰ σὰν φύλακας τρυφερός. Δὲν πατᾶ πάνω στὴ γυναίκα του γιὰ νὰ φανεῖ δυνατός· σκύβει κοντά της, γιὰ νὰ μὴν λυγίσει ἐκείνη μόνη.
Ὁ καλὸς σύζυγος δὲν σπρώχνει, ἀλλὰ ὁδηγεῖ. Δὲν πληγώνει, ἀλλὰ θεραπεύει. Δὲν ζητᾶ νὰ τὸν φοβοῦνται, ἀλλὰ νὰ τὸν ἐμπιστεύονται. Ἀκούει τὴ σύζυγό του ὄχι ὡς κατώτερη, ἀλλὰ ὡς ψυχὴ ποὺ τοῦ ἐμπιστεύθηκε ὁ Θεός. Προσεύχεται γι᾿ αὐτήν, σκεπάζει τὶς ἀδυναμίες της, βαστᾶ τὸ βάρος της, καὶ ὅταν χρειαστεῖ, σωπαίνει μὲ ἀγάπη, γιατὶ ξέρει πως δὲν εἶναι κάθε νίκη εὐλογημένη.
Καὶ τότε ἡ γυναίκα, ὅταν δει πλάι της ἕναν ἄνδρα ποὺ δὲν θέλει νὰ τὴν κυριεύσει, ἀλλὰ νὰ τὴν φυλάξει, ἀνοίγει τὴν καρδιά της. Γίνεται ἐκεῖνη ἡ βοηθὸς ποὺ δὲν μικραίνει τὸν ἄνδρα, ἀλλὰ τὸν συμπληρώνει. Γίνεται παρηγοριὰ στὸν κόπο του, φῶς στὴν ἀγωνία του, ἡσυχία στὸ σπίτι του.
Γιατὶ ὅπου ὁ ἄνδρας ἀγαπᾶ θυσιαστικά, ἡ γυναίκα δὲν μαραίνεται. Καὶ ὅπου ἡ γυναίκα νιώθει ἀσφάλεια, τὸ σπίτι δὲν γεμίζει φόβο, ἀλλὰ εἰρήνη. Ἐκεῖ δὲν κυβερνᾶ ὁ ἐγωισμός. Ἐκεῖ ἡ ἀγάπη γίνεται στέγη. Καὶ ἡ οἰκογένεια, μὲ ὅλες της τὶς δυσκολίες, μοιάζει λίγο μὲ παράδεισο πάνω στὴ γῆ.
Ὁ ἄνδρας ποὺ ἀγαπᾶ, δὲν διατάζει,σκεπάζει...
 Ὁ ἀληθινὸς ἄνδρας δὲν χρειάζεται νὰ φωνάζει γιὰ νὰ σταθεῖ. Στέκεται μὲ ἀγάπη, μὲ θυσία, μὲ προσευχή. Καὶ ὅταν ἡ γυναίκα νιώθει πλάι της ὄχι φόβο, ἀλλὰ σκέπη, τότε τὸ σπίτι παύει νὰ εἶναι τόπος συγκρούσεως καὶ γίνεται μικρὸ καταφύγιο εἰρήνης. Ἐκεῖ ὁ Χριστὸς ἀναπαύεται.

Ἁγίου Ἀποστόλου Ἰούδα τοῦ Θαδαίου (19 Ἰουνίου)



Ο Άγιος Ιούδας, ήτο εις εκ των δώδεκα Αποστόλων, και εν μεν τω κατά Λουκάν Ευαγγελίω (κεφ. ς΄ 16) ομοίως και εν ταίς Πράξεσι (κεφ. α΄ 13) ονομάζεται Ιούδας Ιακώβου, δηλαδή αδελφός Ιακώβου του αδελφοθέου, εν δε τω κατά Ματθαίον Ευαγγελίω ονομάζεται Θαδδαίος και Λεββαίος (κεφ. ι΄ 3), ο οποίος έγραψε και την Καθολικήν επιστολήν, την φωτιστικήν εκείνην και δογματικήν, εις πάντας τους πιστεύσαντες Χριστιανούς. Ήτο δε αυτάδελφος του Κυρίου, καθότι ήτο υιός του Μνήστορος Ιωσήφ, κατά τον θείον Επιφάνιον (Αιρές. οη΄) και υπηρέτης του φρικτού Μυστηρίου της υπέρ λόγον ενανθρωπήσεως
του Θεού Λόγου.

Ούτος λοιπόν πεμφθείς εις τον κόσμον παρ’ αυτού του Χριστού, ως αδελφός αυτού και μυσταγωγός, και ως άνθραξ πυρωθείς ταις αυτού λαμπρότησι, πάσαν πλάνην κατέφλεξε και τους εσκοτισμένους εφώτισε, διότι ούτος έλκων τον ζυγόν του Σωτήρος και την αύλακα τέμνων και σπείρων τον σπόρον της ευσεβείας εις την Οικουμένην, πολύν εποίησε καρπόν και πολλούς τη αληθινή πίστει στηρίξας, έπεισε τούτους, να χλευάζωσι και να περιγελώσι τα των Ελλήνων είδωλα. Επειδή, οι λατρεύοντες τους ψευδωνύμους θεούς, δεν ηδύναντο, να ιατρεύσωσι τας ανιάτους ασθενείας, δια τούτο κατέφευγον εις τον Άγιον τούτον Απόστολον, και ούτως ελάμβανον διπλήν την ιατρείαν, σώματος και ψυχής, διότι η ιατρεία των του σώματος ασθενειών, οδηγός εγίνετο εις τους απίστους προς την πίστιν του Χριστού.