«Ἐντολὴν καινὴν δίδωμι ὑμῖν, ἵνα ἀγαπᾶτε ἀλλήλους» και «ὅπου δὲ ζῆλος καὶ ἐριθεία, ἐκεῖ ἀκαταστασία καὶ πᾶν φαῦλον πρᾶγμα». Μέσα σε αυτές τις δύο φράσεις αποκαλύπτεται όλη η αλήθεια για την καρδιά του ανθρώπου. Η αγάπη ενώνει, ενώ ο ζηλόφθονος λογισμός διασπά, σκοτεινιάζει και τελικά φθείρει την ψυχή σαν αθέατο σαράκι.
Η ζήλια δεν είναι απλώς ένα συναίσθημα, αλλά μια εσωτερική στρέβλωση της αγάπης. Εκεί όπου ο άνθρωπος καλείται να αγαπά ελεύθερα και καθαρά, αρχίζει να διεκδικεί, να κατέχει, να απαιτεί. Έτσι, ενώ νομίζει πως αγαπά, στην πραγματικότητα εγκλωβίζει τον άλλον μέσα σε μια σχέση ιδιοκτησίας. Και τότε η σχέση παύει να είναι εκκλησιαστική, παύει να αναφέρεται στο Σώμα του Χριστού, και γίνεται μια ανθρώπινη σύλληψη που γεννά ταραχή και πόνο.
Οι Άγιοι Πατέρες διακρίνουν με ακρίβεια αυτή την παγίδα. Διδάσκουν ότι η αγάπη που έχει μέσα της ζήλο εγωιστικό, μετατρέπεται εύκολα σε πάθος. Δεν είναι πλέον θυσιαστική κίνηση προς τον άλλον, αλλά απαίτηση να καλύψει ο άλλος το κενό της δικής μας καρδιάς. Και έτσι γεννιέται η ζήλια, άλλοτε ως προσκόλληση και άλλοτε ως απόρριψη.
Όταν ο άνθρωπος ζηλεύει από την έννοια της κατοχής, θέλει να δεσμεύσει τον άλλον, να τον κρατήσει κοντά του, να τον ελέγχει. Αυτή η κατάσταση δεν είναι κοινωνία εν Χριστώ, αλλά εσωτερική μοιχεία, όπως την ονομάζουν οι Πατέρες, διότι η καρδιά δεν ανήκει πλέον ολοκληρωτικά στον Θεό, αλλά διασκορπίζεται σε ανθρώπινες εξαρτήσεις.
Όταν όμως η ζήλια εκδηλώνεται ως απόρριψη και φθόνος, τότε αποκαλύπτεται η αδυναμία της ψυχής. Ο άνθρωπος δεν αντέχει την ύπαρξη του άλλου, γιατί αισθάνεται ότι μειώνεται. Αυτό δείχνει ότι η αγάπη του δεν ήταν ποτέ καθαρή, αλλά εγωκεντρική. «Ἐζήλωσαν οἱ ἀσεβεῖς καὶ ἔλιπον», λέγει ο ψαλμωδός, φανερώνοντας ότι η ζήλια οδηγεί τελικά σε ερήμωση της καρδιάς.
Η ρίζα όλων αυτών είναι η υπερβολική εσωτερική ενέργεια της ψυχής, ένας άτακτος ζήλος που δεν έχει ταπείνωση. Ο άνθρωπος θερμαίνεται υπερβολικά, αγαπά με πάθος, φροντίζει με ένταση, αλλά δεν έχει διάκριση. Και αυτή η φλόγα, αντί να φωτίζει, κατακαίει.
Η αληθινή όμως αγάπη, όπως την παραδίδει η Εκκλησία, είναι ειρηνική, ταπεινή, ελεύθερη. Δεν καταπιέζει, δεν απαιτεί, δεν ζητά ανταπόδοση. «Ἡ ἀγάπη μακροθυμεῖ, χρηστεύεται, οὐ ζηλοῖ». Δεν ζηλεύει, διότι έχει πληρότητα. Δεν φοβάται, διότι στηρίζεται στον Θεό. Δεν αγωνιά να κρατήσει τον άλλον, διότι τον εμπιστεύεται στην πρόνοια του Κυρίου.
Οι Πράξεις των Αποστόλων μας δείχνουν αυτή τη ζωή της ενότητας, όπου «ἦν ἡ καρδία καὶ ἡ ψυχὴ μία». Εκεί δεν υπάρχει ζήλια, γιατί όλα είναι κοινά μέσα στη χάρη. Όταν ο άνθρωπος ζει εκκλησιαστικά, παύει να βλέπει τον άλλον ως ανταγωνιστή ή ιδιοκτησία. Τον βλέπει ως αδελφό, ως εικόνα Θεού, ως πρόσωπο που πορεύεται προς την ίδια σωτηρία.
Οι Πατέρες επιμένουν ότι η θεραπεία της ζήλιας δεν είναι απλώς η αποφυγή σκέψεων, αλλά η καλλιέργεια ταπείνωσης. Όπου υπάρχει ταπείνωση, δεν υπάρχει χώρος για ζήλια. Ο ταπεινός χαίρεται με τη χαρά του άλλου, ευφραίνεται με την πρόοδό του, δεν συγκρίνεται, δεν διεκδικεί. Έχει βρει την ειρήνη του μέσα στον Θεό.
Η καρδιά που καθαρίζεται από τη ζήλια γίνεται τόπος κατοικίας της χάριτος. Τότε ο άνθρωπος δεν αγαπά με ιδιοτέλεια, αλλά με καθαρότητα. Δεν φοβάται να χάσει, γιατί έχει ήδη βρει το παν. Δεν ζητά να κατέχει, γιατί έχει μάθει να προσφέρει.
Η ζήλια είναι σκιά της ψυχής που γεννιέται από τον εγωισμό και θεραπεύεται μόνο με την ταπείνωση και την αληθινή αγάπη εν Χριστώ.
Σε κάθε καρδιά που κουράστηκε να ζηλεύει και διψά να αγαπήσει ελεύθερα και αληθινά.
Μια ψυχή που ελευθερώνεται από τη ζήλια γίνεται φως και ειρήνη για όλους γύρω της.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.