ΕΓΚΑΙΝΙΑ

Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2026

Ο ΜΕΓΑΣ ΕΥΘΥΜΙΟΣ ΚΑΙ Ο ΑΓΩΝΑΣ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΜΟΝΟΦΥΣΙΤΩΝ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΩΝ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ




"τῇ σῇ γὰρ γεννὴσει 
πάσας αἱρετικῶν τὰς ὁρμάς, 
ἐκ Θεοῦ προνοίας ἀπεκρούσατο" 
(Ἀπόστιχο Κ΄ Ἰανουαρίου)

Απέναντι στην σκανδαλώδη αίρεση του Νεστοριανισμού [1] αντιτάχθηκε το σύνολο του ορθοδόξου κόσμου και ιδίως οι μοναχοί. Πολλοί όμως εκ των πολεμίων της διδασκαλίας του Νεστορίου από υπερβάλλοντα ζήλο έφθασαν στο άλλο άκρο, ισχυριζόμενοι ότι η θεία φύση απορρόφησε την ανθρώπινη φύση του Χριστού. Η αίρεση αυτή, την οποία συστηματοποίησαν και διέδωσαν ο αρχιμανδρίτης Ευτυχής και ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας Διόσκορος, ονομάστηκε Μονοφυσιτισμός και καταδικάστηκε από την Εκκλησία με την Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο (451) που έγινε στην Χαλκηδόνα.
Σε αυτήν παραβρισκόταν ο γεραρός υπερασπιστής της Ορθοδοξίας Πατριάρχης Ιεροσολύμων [2] Ιουβενάλιος, ο οποίος είχε συμμετάσχει και στην Γ΄ Οικουμενική Σύνοδο. Πριν όμως ο Ιουβενάλιος επιστρέψει στην Αγία Πόλη, έφθασε σε αυτήν ένας μοναχός ονόματι Θεοδόσιος, ο οποίος και διέδωσε ότι στην Χαλκηδόνα ουσιαστικά προδόθηκε η Ορθοδοξία και έγινε αποδοχή της διδασκαλίας του Νεστοριανισμού. Ο Θεοδόσιος κατάφερε να παρασύρει όχι μόνο το μεγαλύτερο μέρος των πιστών, και μάλιστα των μοναχών, αλλά ακόμη και αυτήν την σεβαστή αυτοκράτειρα Ευδοκία, που παρεπιδημούσε στα Ιεροσόλυμα. Ο Πατριάρχης Ιουβενάλιος θεωρήθηκε αιρετικός και στον πατριαρχικό θρόνο τοποθετήθηκε ο Θεοδόσιος, ο οποίος έσπευσε να αντικαταστήσει σε όλες τις επαρχίες τους ορθοδόξους επισκόπους με μονοφυσίτες! Πολλές ταραχές (ακόμη και φόνοι) έγιναν για να στερεοποιηθεί στον θρόνο του, αφού οι πιστοί πιέζονταν να αποκηρύξουν τον Ιουβενάλιο και την Σύνοδο της Χαλκηδόνας. 
Η μεγάλη πλειοψηφία τελικά τάχθηκε με τον Θεοδόσιο, εξαιτίας της υποστήριξής του από την Ευδοκία, που την σεβόντουσαν και την θαύμαζαν όλοι για την σοφία και την αρετή της. Όλοι σχεδόν οι ναοί και όλα τα μοναστήρια μνημόνευαν τον Θεοδόσιο και όλοι οι μοναχοί, ακόμη και οι ενάρετοι, όπως ο Γεράσιμος ο Ιορδανίτης, ο μετέπειτα γνωστός Άγιος. Ο αυτοκράτορας Μαρκιανός έστειλε επιστολή στους μοναχούς να αποδεχθούν τον Ιουβενάλιο και την Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο, αλλά αυτοί "νομίζοντες ὅτι ἠμύνοντο τῆς ὀρθοδοξίας δὲν ὑπήκουον" [3].
Η Εκκλησία των Ιεροσολύμων κινδύνευε να πέσει εντελώς στην αίρεση του Μονοφυσιτισμού. Μόνο δυο-τρεις ασκητές [4] και ένα μοναστήρι αντιδρούσαν. Το μοναστήρι αυτό ήταν το Κοινόβιο του Μεγάλου Ευθυμίου, ο οποίος εκείνη την περίοδο ήταν περίπου 75 ετών. Όπως γράφει ο βιογράφος του Αγίου, Κύριλλος Σκυθοπολίτης "πάντων τοίνυν τότε σχεδὸν τῶν τε πολιτῶν καὶ τῆς ἐρήμου μοναχῶν τῇ τούτου (σ. ημ. του Θεοδοσίου) ἀποστασίᾳ ἐπακολουθησάντων, μόνοι οἱ περὶ τὸν μέγαν Εὐθύμιον ἐκ πάσης τῆς ἐρήμου τούτῳ κοινωνήσαι οὐκ ἠνέσχοντο" [5].

Ὁσίου Εὐθυμίου τοῦ Μεγάλου (20 Ἰανουαρίου)




Ο Όσιος Ευθύμιος ο Μέγας γεννήθηκε στη Μελιτηνή της Αρμενίας το έτος 377 μ.Χ. κατά τους χρόνους της βασιλείας του Γρατιανού (375 - 383 μ.Χ.). Οι γονείς του Παύλος και Διονυσία, ανήκαν σε επίσημη γενιά. Άτεκνοι όντες, αξιώθηκαν να αποκτήσουν παιδί, το οποίο αφιέρωσαν στη διακονία του Θεού στο οποίο και κατά θεία επιταγή έδωσαν το όνομα Ευθύμιος, αφού με την γέννησή του τους χάρισε την ευθυμία, τη χαρά και την αγαλλίαση.

Σε ηλικία μόλις τριών ετών ο Ευθύμιος έχασε τον πατέρα του. Τότε η χήρα μητέρα του τον παρέδωσε στον ευλαβή Επίσκοπο της Μελιτηνής Ευτρώιο, ο οποίος, μαζί με τους αναγνώστες Ακάκιο και Συνόδιο που έγιναν αργότερα Επίσκοποι Μελιτηνής, τον εκπαίδευσε καλώς και, αφού τον κατέταξε στον ιερό κλήρο, τον τοποθέτησε έξαρχο των μοναστηρίων.

Από τη Μελιτηνή ο Όσιος μετέβη, περί το 406 μ.Χ., στα Ιεροσόλυμα και κλείσθηκε στο σπήλαιο του Αγίου Θεοκτίστου, όπου και ασκήτευε με αυστηρότητα και αναδείχθηκε μοναζόντων κανόνας και καύχημα. Τόσο δε πολύ πρόκοψε στην αρετή, ώστε πολλοί πίστεψαν στον Χριστό. Τα μεγάλα πνευματικά του χαρίσματα γρήγορα τον ανέδειξαν και η φήμη του ως Αγίου απλώθηκε παντού. Γύρω του συγκεντρώθηκαν πάμπολλοι μοναχοί, οι οποίοι τον εξέλεξαν ηγούμενό τους.